637
Σταυρός εις μνήμην των πεσόντων στον Μεγάλο Πόλεμο, φυτεμένος στην άμμο, στο Νιουκάστλ της Βόρειας Ιρλανδίας | REUTERS/Clodagh Kilcoyne

Λίγο πριν, λίγο μετά;

Δημοσθένης Κούρτοβικ Δημοσθένης Κούρτοβικ 13 Νοεμβρίου 2018, 12:00
Σταυρός εις μνήμην των πεσόντων στον Μεγάλο Πόλεμο, φυτεμένος στην άμμο, στο Νιουκάστλ της Βόρειας Ιρλανδίας
|REUTERS/Clodagh Kilcoyne

Λίγο πριν, λίγο μετά;

Δημοσθένης Κούρτοβικ Δημοσθένης Κούρτοβικ 13 Νοεμβρίου 2018, 12:00

Ηταν ένα ιωβηλαίο πολύ διαφορετικό από τα προηγούμενα. Κανένας πριν από δέκα ή πέντε χρόνια δεν θα μπορούσε να φανταστεί έναν εορτασμό σε τέτοια ατμόσφαιρα. Η αριθμητική στρογγυλότητα της εκατονταετηρίδας ζάρωσε από τους ταραγμένους κυματισμούς των διαθέσεων. Αντί για πανηγυρικούς και εθιμικές τελετές μνήμης για τα εκατομμύρια εκείνων που «δεν γνώρισαν γερατειά και δεν κράτησαν στην αγκαλιά τους παιδιά», όπως λέει ένα γνωστό αγγλικό ελεγείο, ακουγόταν πιο πολύ η υπόκρουση σκοτεινών προαισθημάτων. Αντί για το στερεότυπο ρητορικό ξόρκι «ποτέ πια», που με τα χρόνια είχε γίνει το μάντρα μιας νωθρής βεβαιότητας, πλανιόταν στον αέρα το αγωνιώδες βουβό ερώτημα «μήπως ξανά;». Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος φαίνεται βασανιστικά κοντά μας, πιο κοντά παρά ποτέ.

Από ποια πλευρά του όμως είναι που φαίνεται πιο κοντά μας; Από την παραμονή ή από την επαύριόν του;

Πριν από πέντε χρόνια ο Τομά Πικετί, στο ήδη κλασικό σύγγραμμά του Το Κεφάλαιο στον 21ο Αιώνα, επισήμανε μια ανησυχητική ομοιότητα της σημερινής κατάστασης με εκείνη λίγο πριν από το 1914. Όπως τότε, εξήγησε, υπάρχει υπερσυσσώρευση αδρανούς κεφαλαίου, κεφαλαίου που δεν επενδύεται παρά διοχετεύεται σε επιδεικτική κατανάλωση των ελίτ, με συνέπεια αυξανόμενες κοινωνικές ανισότητες και διογκούμενη οργή των πιο αδύναμων στρωμάτων. Ας προσθέσουμε ότι σήμερα η οργή αυτή οξύνεται από τον διεθνοποιημένο χαρακτήρα των ελίτ, την απόσπασή τους από εθνικές δεσμεύσεις, νομικές ή ψυχολογικές. Ας προσθέσουμε ακόμη ότι η κοινωνική αγανάκτηση δεν οργανώνεται πια γύρω από ένα συγκεκριμένο, ολιστικό πρόγραμμα από ιδεολογίες όπως ο επαναστατικός σοσιαλισμός παρά παίρνει ανεξέλεγκτες μορφές έκφρασης.

Αυτή η τελευταία διαφορά κάνει όμως πιο επικίνδυνη μια άλλη αντιστοιχία. Το 1914 οι Ευρωπαίοι ήταν κορεσμένοι από μια πρωτοφανούς διάρκειας ειρήνη και μια ευδαιμονιστική-παρακμιακή κουλτούρα, που επικάλυπταν χρονίζουσες, κρίσιμες γεωπολιτικές αντιθέσεις και πιεστικά ψυχικά απωθημένα. Λέει πολλά το ότι ακόμη και φιλελεύθεροι διανοούμενοι του διαμετρήματος ενός Μαξ Βέμπερ ή ενός Τόμας Μαν χαιρέτησαν το ξέσπασμα του πολέμου ως «καθαρτήριο πυρ». Σήμερα βέβαια δύσκολα θα φανταζόμασταν μια παρόμοια συνηγορία, τουλάχιστον από φιλελεύθερους (αν και ποτέ δεν ξέρεις), αλλά και δύσκολα μπορούμε να αγνοήσουμε ότι σέρνεται το ίδιο αίσθημα κόρου από μια μακρόχρονη ειρήνη, η ίδια, ακόμη βαθύτερη μάλιστα υπαρξιακή αποτελμάτωση μιας κουλτούρας επικεντρωμένης στις υλικές και σαρκικές απολαύσεις, η ίδια γεωπολιτική ανισορροπία και απρόβλεπτη κίνηση των διεθνών σχέσεων. Και αν δεχτούμε ότι δεν υπάρχουν πια οι προϋποθέσεις ενός γενικευμένου πολέμου (το ίδιο ακριβώς ισχυρίζονταν πάντως σύσσωμοι οι πολιτικοί αναλυτές το 1914…), η νοσταλγία της βίας (της «δράσης») είναι ωστόσο εμφανής και παράγει ολοένα πιο άγρια κοινωνικά φαινόμενα.

Αν η σύγκριση με το «λίγο πριν» είναι ανησυχητική, η σύγκριση με το «λίγο μετά» δεν είναι πιο παρήγορη. Δεν υπάρχει βέβαια σήμερα μια ανάλογη τραγική εμπειρία κατάρρευσης του οικείου κόσμου μέσα σε ένα ανείπωτο λουτρό αίματος. Υπάρχει όμως κάτι άλλο, που θυμίζει έντονα τον Μεσοπόλεμο και μάλλον ευφημιστικά αποκαλείται κρίση: η ραγδαία κλιμακούμενη απώλεια της εμπιστοσύνης στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, που ειδικά στις σημερινές συνθήκες παγκοσμιοποίησης φαίνεται στα μάτια των λαών ολοένα περισσότερο όργανο εξυπηρέτησης αυτάρεσκων και ανεύθυνων ελίτ.

Η εξέγερση εναντίον των ελίτ και του κοινοβουλευτισμού που (υποτίθεται ότι) τις εξέφραζε ήταν ένα βασικό γνώρισμα του φασισμού και του ναζισμού. Η σημερινή αντι-ελίτ εξέγερση πλατιών λαϊκών στρωμάτων δεν μπορεί ούτε θέλει να αναβιώσει τον φασισμό ή τον ναζισμό, αναδεικνύει όμως πολιτικούς ηγέτες που μοιράζονται μαζί του τον αυταρχικό εθνικισμό και την επιθετικά «αντισυστημική» πρακτική. Το ότι ένας Τραμπ ή ένας Ορμπαν παραβιάζουν ωμά δημοκρατικούς κανόνες όπως η διάκριση των εξουσιών είναι λιγότερο επίφοβο από την πρόθυμη αποδοχή τέτοιων ενεργειών από πολύ μεγάλο μέρος του αμερικανικού ή του ουγγρικού λαού. Οι ομοιότητες με το «λίγο μετά» θα μπορούσαν να είναι το προοίμιο ενός άλλου «λίγο πριν».

Εχουμε μάθει βέβαια ότι η Ιστορία είναι πολύ πιο απρόβλεπτη από όσο πίστευαν παλιότερες εποχές. Αλλά το ότι δεν επαναλαμβάνεται είναι άλλο ένα από εκείνα τα αξιώματα που έχουν γίνει νωθρά μάντρα αυτοπαραμυθίας. Και αν επαναλαμβάνεται ως φάρσα, όπως πίστευε ο Μαρξ, το μόνο φαρσικό στην επανάληψη είναι ότι οι άνθρωποι την πραγματώνουν βέβαιοι ότι κάνουν κάτι καινοφανές.