504
O Γιώργος Μιχαλακόπουλος, εδώ με τον Γιώργο Κωνσταντίνου και την Τασσώ Καββαδία, αξέχαστος ως «ποιητής Φανφάρας» στο «Ξύπνα Βασίλη». Η «σχέση» αρκετών με την ποίηση | Finos Film/CreativeProtagon

Η ποίηση στις Πανελλαδικές

Στάθης Παχίδης Στάθης Παχίδης 17 Ιουνίου 2020, 09:50
O Γιώργος Μιχαλακόπουλος, εδώ με τον Γιώργο Κωνσταντίνου και την Τασσώ Καββαδία, αξέχαστος ως «ποιητής Φανφάρας» στο «Ξύπνα Βασίλη». Η «σχέση» αρκετών με την ποίηση
|Finos Film/CreativeProtagon

Η ποίηση στις Πανελλαδικές

Στάθης Παχίδης Στάθης Παχίδης 17 Ιουνίου 2020, 09:50

«Ποιο είναι το θέμα του ποιήματος, κατά τη γνώμη σας; Ποιο ρόλο έχει η Ποίηση στην προσωπική σας ζωή;»

«Ποια είναι η σχέση σας με την ανάγνωση βιβλίων και ποιος ο ρόλος της στη γενικότερη διαχείριση του προσωπικού σας χρόνου; Με αφόρμηση τα Κείμενα 1 και 2 αποφασίζετε να καταθέσετε την προσωπική σας εμπειρία στο ιστολόγιο του σχολείου σας. Να δικαιολογήσετε την όποια επιλογή σας (300-350 λέξεις)».

Αν νοσταλγήσατε καθόλου τα θρανία ή έστω τον γονεϊκό-αγωνιακό σας εαυτό, αυτά είναι (επί λέξει αντιγραμμένα) δύο από τα θέματα που κλήθηκαν να απαντήσουν με το (ξανά!) νέο σύστημα, οι υποψήφιες και οι υποψήφιοι των φετινών πανελλαδικών εξετάσεων στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας. Τα κείμενα, όπου παραπέμπουν τα ερωτήματα, είναι του Θ. Γρηγοριάδη, του Κ. Τσιρόπουλου και ένα ποίημα από τη συλλογή «Σε βρίσκει η ποίηση» (2012) του Τίτου Πατρίκιου.

Αν όμως ψάξουμε λίγο τον κοινό τόπο των δύο παραπάνω θεμάτων, εκείνο το τρις επαναλαμβανόμενο επίθετο «προσωπική» δίνει το ισχυρό έναυσμα για κάποια λογικά ερωτήματα, μιας και το στοιχείο του «προσωπικού» μοιάζει κυρίαρχο για πρώτη φορά στα εξεταστικά χρονικά:

– Η πιθανή (υπό τον όρο της επαρκούς τεκμηρίωσης και επιγραμματικά εδώ διατυπωμένη) απάντηση «Δεν την πολυκαταλαβαίνω την Ποίηση και επομένως δεν παίζει κάποιον ρόλο στη ζωή μου» θεωρείται αποδεκτή;

– Η πιθανή (τεκμηριωμένη και επιγραμματική πάντα) απάντηση «Από Ποίηση γνωρίζω όσα λίγα με αναγκάζουν στο σχολείο. Μου αρέσει ο Καββαδίας και έχω σχέση έλξης-απώθησης» θεωρείται αποδεκτή;

– Η ενδεχόμενη απάντηση «Πολύ μου άρεσαν οι στίχοι κάποιου Λειβαδίτη, που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο και τους ανέβασα κι εγώ στον τοίχο μου» θεωρείται αποδεκτή;

– Η επίσης προσωπικότατη θέαση «Κανέναν ρόλο δεν παίζει η Ποίηση ή η φιλαναγνωσία στη ζωή μου γιατί ανήκω στη γενιά του Διαδικτύου» θεωρείται αποδεκτή;

– Η πάντα (κατά διαρκή υπόθεση εργασίας) τεκμηριωμένη απάντηση «Τεράστιο ρόλο παίζει η Ποίηση στη ζωή μου» θεωρείται επιτυχής και βιωμένη, όταν διαβάζεται στο γραπτό ενός δεκαοκτάχρονου;

Είναι πιθανό όλες αυτές οι απαντήσεις να θεωρούνται και θεμιτές και αποδεκτές, αλλά εκεί μπαίνει το ακόμη μεγαλύτερο ζήτημα, σεβαστοί θεματάρχες, θεματοθέτες και θεματοφύλακες: Πώς μπορούν να βαθμολογηθούν όλες αυτές οι αντικρουόμενες μεταξύ τους αλλά «προσωπικές» απαντήσεις αντικειμενικά; Πέρα από όλα τα άλλα, θα κριθούν οι νέες και οι νέοι βάσει επιχειρηματολογίας, βάσει ειλικρινούς και βιωμένης εκφραστικής ικανότητας ή βάσει εντεταλμένων οδηγιών από το Θεματαρχιστάν επί της επίσημα αποδεκτής απάντησης, που μάλλον ήδη έχουν οι βαθμολογητές;

Οσο κι αν η πρόθεση επιλογής politically correct θεμάτων είναι πασιφανής, δεν γίνεται να μη σταθεί κανείς στο κλαυσιγελικό του πράγματος. Η διαταραγμένη από τον τρόπο και το σύστημα διδασκαλίας σχέση των παιδιών με τη Γλώσσα και την Λογοτεχνία επί δώδεκα σχολικά έτη –αυτή που πλήρως αδυνατεί να μεταδώσει αποτελεσματικά τη χαρά και την παρηγορία της Τέχνης κατά την εποχή της εικόνας— ειρωνικά αναδεικνύει τη μυωπική και υποκριτική αντίληψη της πραγματικότητας, με συνέπεια να υποσκάπτεται η ούτως ή άλλως δυσβάστακτη προσπάθεια και των εξεταζομένων και των δασκάλων τους.

Ολα τα είπε, εξάλλου, προς τους συμμαθητές του ευσεβής μεν, αλλά με εξαίσια αίσθηση χιούμορ εξεταζόμενος, μόλις βγήκε από τη σχολική αίθουσα, όπου προχθές έγραφε: «Παίδες, έχω γράψει τόσα ψέματα στη Γλώσσα, που πρέπει να πάω αμέσως να εξομολογηθώ»!