Η πιο γνήσια φιλελεύθερη σειρά στην ιστορία της τηλεόρασης
Η πιο γνήσια φιλελεύθερη σειρά στην ιστορία της τηλεόρασης
O Βινς Γκίλιγκαν (Vince Gilligan) δεν είναι τυχαίος, είναι ο δημιουργός δύο τηλεοπτικών αριστουργημάτων, του «Breaking Bad» (2008-2013) και του «Better Call Saul» (2015-2022). Οι σειρές αυτές, πέραν της μεγάλης καλλιτεχνικής τους αξίας, αποτέλεσαν και μεγάλες εμπορικές επιτυχίες που σημάδεψαν την τηλεόραση των αρχών του 21ου αιώνα – όποιος τις είδε δεν πρόκειται να τις ξεχάσει ποτέ. Και τώρα ο Γκίλιγκαν πέτυχε το ακατόρθωτο: όχι μόνο να δημιουργήσει μια τρίτη εκπληκτική σειρά, το «Pluribus» (Apple TV, 2025) αλλά να μεταφέρει μέσω αυτής φιλοσοφικές ιδέες, τόσο καλά επεξεργασμένες που φαίνεται απίστευτο. Γιατί ο Γκίλιγκαν στη σειρά αυτή αγγίζει την ουσία του φιλελευθερισμού. Το πετυχαίνει αναδεικνύοντας το ηθικό βάρος που συνοδεύει τον φιλελευθερισμό, τις αντιφάσεις, την αντιδιαισθητικότητα, την τραγική διάσταση της ατομικής ελευθερίας, διότι το κόστος της είναι συχνά αβάσταχτο. Το πόσο δύσκολο είναι να παραμείνεις συνεπής φιλελεύθερος. Και όλα αυτά τα κάνει με έναν αριστοτεχνικό τρόπο, χωρίς μεγαλοστομίες, χωρίς τσιτάτα, χωρίς ευκολίες, αξιοποιώντας το βασικό του εργαλείο, την αφήγηση.
Ακόμα κι αν ο μέσος θεατής δεν καταλάβει την πολιτική θέση της σειράς, όχι μόνο θα την απολαύσει, γιατί είναι συναρπαστική, αλλά θα προστεθεί στα εκατομμύρια τηλεθεατών σε ολόκληρο τον πλανήτη που την ανέδειξε πρώτη σε τηλεθέαση στο Apple TV (ξεπέρασε ακόμα και το πολυβραβευμένο, ιδιοφυές, επίσης πολιτικοφιλοσοφικά ενδιαφέρον, «Severance»). Αλλά πέραν της σεναριακής πλοκής, αν τη δείτε, δεν θα πρέπει να χάσετε το πολιτικό μήνυμα. Δεν θα σας το ανεμίζουν οι σεναριογράφοι μπροστά στα μούτρα σας όπως κάνουν οι δημαγωγικές τηλεοπτικές σειρές και οι απλοϊκές ταινίες, η σειρά αυτή δεν είναι στρατευμένη, είναι όμως βαθιά πολιτική και τόσο φιλελεύθερη στην ουσία της, όσο καμία στην ιστορία της τηλεόρασης.
Δυστυχώς δεν γνωρίζω τι έχει διαβάσει ο Γκίλιγκαν, τι τον έχει επηρεάσει, ποιες είναι οι αναφορές του. Δεν φαίνεται, πάντως, να έχει σπουδάσει φιλοσοφία. Ομολογώ ότι με εντυπωσίασε και εξέπληξε ο τρόπος που η σειρά μεταχειρίζεται τα πιο κρίσιμα ερωτήματα της πολιτικής σκέψης αιώνων και το κάνει με τρόπο που είναι πιθανό να αφήσει ανυποψίαστο τον μέσο θεατή ο οποίος θα παραμείνει στο πρώτο –ιδιότυπα post apocalyptic– επίπεδο. Αλλά όποιος έχει μελετήσει καλά την ιστορία της πολιτικής σκέψης, θα ανακαλύψει μέσα στο σενάριο τις ιδέες του Τζον Στιούαρτ Μιλ (η ατομική επιλογή είναι ηθικά ανώτερη, ο πατερναλισμός είναι ύποπτος ακόμα κι αν είναι ήπιος και έχει «καλές προθέσεις», το δικαίωμα στο ατομικό λάθος είναι σαφώς προτιμότερο από την επιβαλλόμενη «ορθότητα» ενός ψευδο-ορθολογικού συστήματος), του Αϊζάια Μπερλίν (ηθικός πλουραλισμός, η αξία της ηθικής σύγκρουσης και των τραγικών επιλογών, απόρριψη του ηθικού μονισμού), της Χάνα Αρεντ (για τις έννοιες της ευθύνης και το πως αυτή διαχέεται, για την έννοια της υπακοής που ποτέ δεν είναι αθώα), του Φρίντριχ Χάγιεκ (επιστημικός σκεπτικισμός για τη δυνατότητα της συλλογικότητας να συγκεντρώσει και να επεξεργαστεί την πληροφορία ώστε να μπορεί να αποφασίσει για κάθε άτομο ξεχωριστά, την αναπόφευκτη αποτυχία κάθε ακραίας καθετοποίησης της οικονομικής οργάνωσης) και φυσικά του Ρόμπερτ Νότζικ (τα άτομα δεν αποτελούν πόρους για την επίτευξη συλλογικών σκοπών) – άλλωστε όλη η σεναριακή σύλληψη θυμίζει ένα από τα διάσημα νοητικά πειράματα του Νότζικ.
Το πιο πιθανό είναι πως ο Γκίλιγκαν δεν έχει διαβάσει τα περισσότερα ή και τίποτα από όλα αυτά αλλά είναι απλώς μια μεγαλοφυία, όπως ήταν ο Αριστοφάνης – δηλαδή ο αρχαίος Αθηναίος που έγραψε το πρώτο φιλελεύθερο έργο, τους «Αχαρνείς», πολύ πριν εμφανιστούν οι έννοιες (ατομικισμός, ατομικά δικαιώματα, ανοικτή αγορά, φιλελευθερισμός) που θα μπορούσαν να προσδώσουν νόημα στις σουρεαλιστικά νεωτερικές καταστάσεις που παρουσιάζει στο έργο του. Ο Αριστοφάνης είχε, προφανώς, τη δυνατότητα να συλλάβει διαισθητικά, αν και τόσο πρώιμα, παρόμοιες έννοιες γιατί ήταν μεγαλοφυία. Δυστυχώς, όμως, σήμερα δεν έχει βρεθεί ένας τόσο καλά διαβασμένος θεατρικός σκηνοθέτης που να μπορέσει να τις διακρίνει και να τις αναδείξει. Στην καλύτερη περίπτωση περιορίζονται οι ερμηνευτές του έργου στον ύμνο υπέρ της Ειρήνης, και στη χειρότερη σε ένα κακής ποιότητας δημαγωγικό επιθεωρησιακό και χυδαία αναχρονιστικό σόου που διαστρεβλώνει το μήνυμα του Αριστοφάνη, ένα μήνυμα προφανές σε όποιον διαθέτει βασικές γνώσεις ιστορίας της πολιτικής σκέψης και μπορεί να συνδυάσει όσα γράφει ο Αριστοφάνης με τα λόγια που βάζει ο Θουκυδίδης στον στόμα του Περικλή στον Επιτάφιο ή με την ανάδυση του ατόμου στα ταφικά έθιμα, στη γλυπτική, στο θέατρο.
Ο Γκίλιγκαν είναι κι αυτός ένας μεγάλος συγγραφέας που τα καλλιτεχνικά του έργα αποτελούν σημαντικές συμβολές στην ηθική φιλοσοφία, όπως εκείνα των (οπωσδήποτε καλά διαβασμένων) Γούντι Αλεν, Ερίκ Ρομέρ, Ινγκμαρ Μπέργκμαν, Αντρέι Ταρκόφσκι – και πολλών άλλων. Ο Γκίλιγκαν τολμάει να αναμετρηθεί (ήδη από το «Breaking Bad») με τα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα χωρίς τη συνήθη ρητορεία των μεγάλων σκηνοθετών. Η αφήγηση είναι, γι’ αυτόν, η καλύτερη ερμηνεία, αυτάρκης και επαρκής. Δεν χρειάζεται να εξηγήσει στον θεατή τι είναι αυτό που βλέπει.
Αναρωτιέμαι πόσο προσβάσιμες είναι αυτές οι ιδέες από το ευρύ κοινό, τουλάχιστον σε ένα δεύτερο επίπεδο. Ένα είναι σίγουρο. Από εδώ και πέρα, με τη βοήθεια του Γκίλιγκαν, θα μπορώ να εξηγήσω πολύ ευκολότερα στις φοιτήτριες και τους φοιτητές μου τι σήμαινε η απουσία της έννοιας αλλά και της αίσθησης της ατομικότητας χωρίς να καταφεύγω σε μύθους του Αισώπου ή σε δυσκολοερμήνευτα χωρία του Αριστοτέλη και του Ξενοφώντα.
[Προσοχή! Από εδώ και πέρα ακολουθούν μικρά spoilers]
O Γκίλιγκαν ως γνήσιος φιλελεύθερος, πέφτει στην παγίδα που κάθε φιλελεύθερος θα πέσει αναπόφευκτα: στη φιλελεύθερη φαντασίωση (μια παγίδα στην οποία πέφτω κάθε μέρα, συστηματικά, κι εγώ): «Ένα άτομο μπορεί και οφείλει να σώσει τον κόσμο». Στο Χόλυγουντ, παραδοσιακά, το άτομο αυτό ήταν και παραμένει άντρας. Ο Τζέιμς Στιούαρτ στο «Mr. Smith Goes to Washington» (1939), ο Χένρι Φόντα στο «12 Angry Men» (1957), ο Γκρέγκορι Πεκ στο «To Kill a Mockingbird» (1962), o Τομ Κρουζ στο «A Few Good Men» (1992), ο Ντέιβιντ Στρέιθερν στο «Good Night, and Good Luck» (2005). Αλλά αυτή τη φορά το άτομο είναι μια μεσήλικη γυναίκα και μάλιστα λεσβία – αλλά λευκή, ξανθιά, με γαλανά μάτια (η εξαιρετική Ρία Σίχορν που έκλεψε την παράσταση με την ερμηνεία της στο «Better Call Saul»). Αλλά κι αυτή δεν επαρκεί, είναι έτοιμη να σπάσει, μέχρι που θα συναντήσει μια καρικατούρα φιλελεύθερου ήρωα, έναν Παραγουανό, τον Μανούσος, που δεν διαπραγματεύεται την ελευθερία και την ατομικότητα, που αρνείται να δεχθεί την κοινοκτημοσύνη και την απουσία χρηματικών συναλλαγών: «κάθε τι έχει κόστος και κάποιος θα πρέπει να το πληρώσει».
Αλλά οι ιδέες πίσω από τη σειρά αυτή δεν είναι απλές, γιατί η σκέψη του Γκίλιγκαν δεν είναι απλοϊκή. Το θέμα της σειράς είναι η τραγωδία της ατομικότητας, το βάρος της ελευθερίας, το πόσο «αφύσικος» είναι ο φιλελευθερισμός καθώς συχνά έρχεται σε αντίθεση με κάθε ανθρώπινο ένστικτο αλλά και το πόσο συνυφασμένος είναι πλέον με τον τρόπο που κατανοούμε τον εαυτό μας μετά τη νεωτερικότητα: ως ένα ελεύθερο και έλλογο ον που κάνει επιλογές υπό περιορισμούς. Είναι το άτομο που διεκδικεί να γίνει ο συγγραφέας της δικής του ζωής.
Ο Μανούσος, ο παραγουανός ατρόμητος και μονοκόμματος ήρωας, λειτουργεί με μια αρρωστημένη αίσθηση ατομικότητας, ως ένας νέος Θορώ. Είναι επώδυνο να αρνείσαι τη συλλογικότητα, εκτός αν γίνεις αγρίμι, όπως αυτός. Η πρωταγωνίστρια, όμως, είναι ένας κανονικός άνθρωπος που αποζητά την ανθρώπινη επαφή, που υποκύπτει στον πειρασμό του κομφορμισμού, στην ανακούφιση του ανήκειν και του rule-following, έστω προσωρινά. Και επειδή ξεπερνά αυτήν την αδυναμία, αναδεικνύεται αυτή ως η πραγματική ηρωίδα, όχι ο σκληρόπετσος Μανούσος. Ο Μανούσος ως ένας καθαρόαιμος «φιλελεύθερος ήρωας» δεν είναι ανθρώπινος γιατί η αδυναμία της πρωταγωνίστριας είναι πιο ρεαλιστική, προκύπτει μέσα από έναν εσωτερικό αγώνα και γι’ αυτό θα είναι ηθικά ανώτερη.
Αλλά εδώ θα πρέπει να σημειώσω πως για να καταλάβει κανείς το πόσο συνεπώς φιλελεύθερη είναι αυτή η σειρά θα πρέπει να γνωρίζει καλά, σε βάθος, τα κλασικά έργα αλλά και τις σύγχρονες συμβολές στη φιλελεύθερη πολιτική σκέψη. Αντίθετα κάποιος που γνωρίζει τον φιλελευθερισμό επιπόλαια ή στρεβλά, όχι μόνο θα χάσει την ουσία, αλλά θα κολλήσει στις διάσπαρτες αναφορές στα εγκλήματα του Στάλιν, στην κατάσταση της Πολωνίας του τέλους της δεκαετίας του 1980, στην κατάργηση της ιδιοκτησίας και του χρήματος από τα «φιλειρηνικά ζόμπι» που κατακτούν τον πλανήτη και θα εξάγει από αυτές πρόχειρα πολιτικά συμπεράσματα. Αλλά η σειρά δεν έχει καμία πρόθεση να ασχοληθεί με τον κομμουνισμό ή να τον …απορρίψει. Γιατί να ασχοληθείς, άλλωστε, με ένα πτώμα;
Η σειρά αυτή δεν θα μπορούσε να είναι τόσο φτηνή, τόσο πολιτικά επιδερμική και παρωχημένη ώστε να θέσει ως στόχο απλοϊκές μηχανιστικές κολεκτιβιστικές θεωρίες. Απορρίπτει ρητά ένα ολόκληρο φάσμα πολιτικών θεωριών που στηρίζονται σε μεταφυσικές ή τελεολογικές παραδοχές: την ιδέα ότι η ιστορία έχει κατεύθυνση, ότι υπάρχει ένα τελικό στάδιο συμφιλίωσης και επίγειου παραδείσου ή ότι κάποιο συλλογικό υποκείμενο γνωρίζει το «τέλος» προς το οποίο πρέπει να κινηθούμε. Δεν υπάρχει εδώ ούτε ιστορική αναγκαιότητα ούτε σωτηριολογική υπόσχεση· μόνο ενδεχόμενες επιλογές, αβέβαιες συνέπειες και ηθική ατομική ευθύνη χωρίς μεταφυσικά άλλοθι.
Το πραγματικό θέμα αυτής της μεγαλοφυούς σειράς είναι η ελεύθερη βούληση, η ατομικότητα, η προσωπική αυτονομία, η ατομική ευθύνη και η τραγικότητα της αναπόφευκτης σύγκρουσης με τη συλλογικότητα. Ο φιλελευθερισμός είναι για τον Γκίλιγκαν ένα ηθικό καθεστώς ευθύνης, τίποτε λιγότερο.
Τελειώνω με ένα παράθεμα που συμπυκνώνει την ιδεολογία της σειράς, με τα απλά λόγια της πρωταγωνίστριας:
Κάρολ Στούρκα: Κάποιοι από εσάς πιστεύετε ότι ο κόσμος ίσως θα ήταν καλύτερος έτσι, γεμάτος από την «ειρήνη», την «αγάπη» και την «κατανόηση» που μας «εξασφάλισαν». Απολαύστε αυτή την άποψη. Γευτείτε τη. Γιατί μπορεί να είναι η τελευταία γνώμη που θα σας επιτραπεί να έχετε. Κι όταν έρθει η μέρα που η ειρήνη και η αγάπη θα επιβληθούν και σ’ εσάς, ποιος ξέρει, ίσως εκείνη τη στιγμή, την τελευταία στιγμή, να συνειδητοποιήσετε πόσο σημαντική ήταν η ατομικότητά σας.
* Ο Αριστείδης Ν. Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών και διευθυντής του Εργαστηρίου Πολιτικής και Θεσμικής Θεωρίας και Ιστορίας των Ιδεών στο ΕΚΠΑ.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
