1433
| CreativeProtagon/Intimenews/SOOC

Γιατί χρειαζόμαστε Αστυνομία στα Πανεπιστήμια

Αστέρης Κεχαγιάς Αστέρης Κεχαγιάς 20 Ιανουαρίου 2021, 20:28
|CreativeProtagon/Intimenews/SOOC

Γιατί χρειαζόμαστε Αστυνομία στα Πανεπιστήμια

Αστέρης Κεχαγιάς Αστέρης Κεχαγιάς 20 Ιανουαρίου 2021, 20:28

Απ’ όταν εμφανίστηκε το νομοσχέδιο για την ασφάλεια στα ΑΕΙ, άρχισαν να ακούγονται διάφορες φωνές εναντίον του. Κατάφερα να ξεχωρίσω έξι βασικά αντεπιχειρήματα:

1. «Η ύπαρξη της αστυνομίας στα Πανεπιστήμια παραβιάζει την ακαδημαϊκή ελευθερία ή αποτελεί προσπάθεια χουντοποίησης»

Για να εξετάσει κανείς αυτή τη θέση θα πρέπει να δει τι ορίζεται ως ακαδημαϊκή ελευθερία από τον Νόμο. Με βάση το άρθρο 64 του Νόμου 4623/2019, η ακαδημαϊκή ελευθερία αφορά την ελευθερία στην έρευνα και τη διδασκαλία, καθώς και την ελεύθερη έκφραση και διακίνηση ιδεών. Οπως είναι προφανές, πρόκειται για δραστηριότητες που δεν έχουν καμία σχέση με τις λειτουργίες της αστυνομίας με βάση το πρόσφατο Νομοσχέδιο. Το Νομοσχέδιο αναφέρεται στην ασφάλεια των Πανεπιστημίων και στην παρεμπόδιση της παραβατικής συμπεριφοράς. Δεν ανήκει στις λειτουργίες της αστυνομίας η επέμβασή της στο πώς θα διεξάγει κάποιος έρευνα, στο πώς θα διαρθρώσει τη διδασκαλία του μαθήματός του ή στο τι να λέει και στο τι να δημοσιεύει στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής του δραστηριότητας και κατά συνέπεια δεν προκαλείται κανένα απολύτως πρόβλημα στην ακαδημαϊκή ελευθερία.

Αυτό απαντάει και στο κατά πόσο έχουμε να κάνουμε με προσπάθεια χουντοποίησης. Στη χώρα μας είχαμε την ατυχία να περάσουμε από διάφορες μορφές δικτατορίας, με πιο έντονη αυτήν του 1967. Η περίοδος εκείνη, λόγω της πολύ έντονης αστυνομοκρατίας της, όπως είναι λογικό, άφησε πάρα πολλά τραύματα σε αρκετό κόσμο που τη βίωσε, είτε ως φοιτητής είτε ως στρατεύσιμος είτε ως απλός πολίτης. Όσοι φέρουν τραυματικές εμπειρίες ή γνωρίζουν άτομα που φέρουν, ξέρουν ότι αυτές δεν ξεπερνιούνται τόσο εύκολα.

Ενα πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι ακούει κανείς συχνά άτομα κατά πολύ νεότερα να εκφέρουν την ίδια φοβία. Ακούμε συχνά 17χρονους να εκφράζουν ένα απίστευτο αντιαστυνομικό μένος, το οποίο δεν συνάδει με τις εμπειρίες τους αλλά με –ας τα ονομάσουμε έτσι–, «θεωρητικά βιώματα». Και σίγουρα δεν απουσιάζουν απ’ το όλο σκηνικό και οι επιτήδειοι, οι οποίοι έχουν συμφέρον να πείσουν τον κόσμο ότι η αστυνομία ισοδυναμεί με χούντα, αφού δεν επιθυμούν να δοθεί τέλος στην παραβατική συμπεριφορά τους. Δεν θεωρώ καθόλου τυχαίο ότι δεν υπάρχει ούτε μια ακραία ομάδα που να επιθυμεί την εφαρμογή του Νομοσχεδίου και αυτό ακριβώς είναι ένα παραπάνω στοιχείο που μας δείχνει για ποιο λόγο πρέπει όλοι να το στηρίξουμε.

Η χούντα ανήκει στην ιστορία μας και κανείς δεν λέει ότι θα πρέπει να ξεχάσουμε τα όσα έγιναν τότε. Ομως, παραλλήλως, θα πρέπει να είμαστε ικανοί να κάνουμε το βήμα μπροστά, χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να παρομοιάζουμε μια σημερινή κατάσταση με αντίστοιχες παρελθοντικές.

2. «Η ύπαρξη της αστυνομίας στα Πανεπιστήμια είναι αχρείαστη γιατί δεν αντιμετωπίζουμε τόσο σοβαρά προβλήματα»

Εδώ μπορεί να απαριθμήσει κανείς ένα σωρό είδη παραβατικής συμπεριφοράς εντός των Πανεπιστημίων: διαρκείς καταλήψεις δημοσίων κτιρίων, φθορές πανεπιστημιακού εξοπλισμού, διαρρήξεις γραφείων, εισβολές σε αίθουσες διδασκαλίας και σε Συγκλήτους, προπηλακισμοί καθηγητών και φοιτητών, διαπόμπευση πρύτανη, εμπόριο ναρκωτικών, απόπειρες βιασμών και ένα σωρό άλλα. Μπορεί να βρει κανείς παραδείγματα με μια απλή αναζήτηση στο google για να καταλάβει ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις.

Υπάρχει ειλικρινώς έστω και ένα άτομο που να πιστεύει ότι αυτό συμβαίνει ή θα μπορούσε ποτέ να συμβεί σε άλλο Πανεπιστήμιο της Ευρώπης; Υπάρχει έστω και ένα άτομο που να πιστεύει ότι αν ποτέ συνέβαινε κάτι τέτοιο σε οποιοδήποτε άλλο Πανεπιστήμιο της Ευρώπης, δεν θα εισερχόταν η αστυνομία ή ότι η ακαδημαϊκή κοινότητα θα καταδίκαζε την είσοδο της αστυνομίας μιλώντας για χούντες;

3. «Πουθενά αλλού στην Ευρώπη δεν γίνεται αυτό που γίνεται εδώ με παρουσία μόνιμης αστυνομίας εντός των Πανεπιστημίων»

Δεν γνωρίζω κατά πόσο υπάρχει άλλο Πανεπιστήμιο της Ευρώπης με μόνιμη παρουσία της αστυνομίας εντός του, αλλά ακόμη κι αν βρισκόταν ένα τέτοιο παράδειγμα, το να πεις αυθαίρετα ότι πρέπει να είμαστε σαν αυτό, είναι αδύναμο επιχείρημα, αφού μπορεί ο κάθε άλλος να απαντήσει «και γιατί να είμαστε σαν το χ και όχι σαν το ψ;», με αποτέλεσμα να χανόμασταν σε μια σειρά από αυθαίρετες επιλογές. Αυτό που φάνηκε από κάποιες έρευνες που έγιναν είναι ότι βρισκόμαστε στον αντίποδα της υπόλοιπης Ευρώπης όσον αφορά την παραβατικότητα. Επομένως, αυτοί που εκφέρουν το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει τέτοιο νομοσχέδιο πουθενά αλλού παραβλέπουν το γεγονός ότι στις υπόλοιπες χώρες δεν υπάρχει η παραβατικότητα που συναντάται σε μας. Δεν θα βρεις καταλήψεις στη Νορβηγία ούτε εισβολές σε Συγκλήτους στη Λετονία και κατά συνέπεια δεν θα βρεις και μόνιμη αστυνομία στα Campus τους. Το νομοσχέδιο αυτό ήρθε στην Ελλάδα γιατί το απαιτεί η ελληνική πραγματικότητα.

4. «Το νομοσχέδιο πάει κόντρα στη βούληση μεγάλου τμήματος των φοιτητών και των μελών ΔΕΠ που έχουν υποβάλει σχετικά ψηφίσματα»

Ως αντίδραση στο νομοσχέδιο έχουν κυκλοφορήσει δύο ψηφίσματα, το ένα από φοιτητές και το άλλο από καθηγητές. Συχνά ακούγεται η κατηγορία ότι καταπιέζεται η άποψη ενός μεγάλου μέρους της ακαδημαϊκής κοινότητας. Για να δούμε λίγο, όμως, πόσο μεγάλο είναι αυτό το μέρος.

Συγκεκριμένα το ψήφισμα των φοιτητών συγκέντρωσε περίπου 8.000 υπογραφές. Ας τις στρογγυλοποιήσουμε στις 10.000 για χάρη τους. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης, ο συνολικός αριθμός των φοιτητών και φοιτητριών του Πανεπιστημίου είναι 668.000. Αυτό σημαίνει ότι από τις 668.000 φοιτητές και φοιτήτριες, στάθηκαν ανοικτά εναντίον του νομοσχεδίου οι 10.000, δηλαδή ένα ποσοστό της τάξεως του 1,5%.

Αντιστοίχως, το ψήφισμα των καθηγητών συγκέντρωσε περίπου 900 ψήφους (γράφω «των καθηγητών», παρότι δεν είναι όλοι όσοι ψήφισαν μέλη ΔΕΠ). Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του κράτους, όπως δημοσιεύτηκαν στην Ετήσια Εκθεση του 2019 για την Ποιότητα της Ανώτατης Εκπαίδευσης (σελ. 56), ο συνολικός αριθμός του διδακτικού προσωπικού στην τριτοβάθμια εκπαίδευση της Ελλάδας είναι 17.288. Αρα από τους 17.288, ψήφισαν κατά του νόμου μόνο οι 900, δηλαδή ένα ποσοστό 5,2%.

Οταν λοιπόν λέει κάποιος ότι η κυβέρνηση δεν ακούει αυτούς που ψήφισαν εναντίον, στην πραγματικότητα πρόκειται για μια βαθύτατη αντιδημοκρατική απαίτηση που καλεί την κυβέρνηση μιας χώρας να ακολουθήσει τη βούληση της μειοψηφίας, εφαρμόζοντας αυτό που θέλει το το 1,5% ή 5,2% αντιστοίχως. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό.

5. «Εχουμε ένα σωρό άλλα προβλήματα στα Πανεπιστήμια κι εσείς δίνετε λεφτά για να μπουν αστυνομικοί»

Σε αυτό το επιχείρημα δεν θα σταθώ πολύ, διότι είναι εύκολο να αναιρεθεί, χωρίς καν να χρειαστεί κανείς να εξετάσει αν όντως υπάρχουν άλλα σημαντικότερα προβλήματα. Η απάντηση είναι απλή: η ύπαρξη σημαντικότερων προβλημάτων πάνω σε ένα πεδίο δεν αποτελεί επιχείρημα γιατί δεν θα πρέπει να ασχοληθεί κανείς με την επίλυση άλλων προβλημάτων, ακόμη και πιο «ασήμαντων». Το κατά πόσο είναι ασήμαντη η επίλυση του προβλήματος ασφάλειας στα ΑΕΙ, το υπαινίχθηκα πιο πάνω. Αλλά ακόμη κι αν δεχτούμε ότι είναι πιο ασήμαντο από άλλα, αυτό δεν συνεπάγεται ότι θα πρέπει να διατηρήσουμε άλυτα όλα τα υπόλοιπα που υπάρχουν μέχρι να λύσουμε αυτά που θεωρούμε σημαντικότερα και αν ποτέ καταφέρουμε, να τα λύσουμε.

6. «Υπάρχουν άλλες λύσεις εξίσου αποτελεσματικές. Δεν υπάρχει λόγος να στραφούμε στην αστυνομία»

Αν όντως μπορεί να βρεθεί μια εξίσου αποτελεσματική λύση, αυτό θα ήταν παραπάνω από επιθυμητό. Το πρόβλημα όμως εδώ είναι ότι όσοι εκφέρουν αυτή την άποψη είτε δεν αντιπροτείνουν τίποτα, είτε αυτά που προτείνουν είναι μη ρεαλιστικά ή μακροπρόθεσμα. Συγκεκριμένα, προβάλλονται τρεις εναλλακτικές:

α) Να δοθεί περισσότερη έμφαση σε μαθήματα σαν την Αγωγή του Πολίτη ή την Κοινωνιολογία. Μια τέτοια πρόταση δεν είναι αποτελεσματική, διότι απαιτεί πολύ χρόνο. Και εμείς δεν έχουμε χρόνο. Η λύση πρέπει να δοθεί άμεσα. Οταν ο άλλος θα έρθει να σε δείρει ή να σε βιάσει εντός του Πανεπιστημίου, δεν θα του δώσεις να διαβάσει την Αγωγή του Πολίτη ούτε θα σε σώσει η Κοινωνιολογία. Θα σε σώσει η αστυνομία – κι αυτή αν προλάβει.

β) Ιδιωτική φύλαξη. Αυτό δοκιμάστηκε και φάνηκε αναποτελεσματικό, κυρίως επειδή οι ιδιωτικοί φύλακες δεν επιτρέπεται να έχουν αστυνομικές αρμοδιότητες. Στην καλύτερη περίπτωση, η φύλαξη των Πανεπιστημίων έφερε ένα αποτέλεσμα ως προς το εμπόριο ναρκωτικών αλλά δεν άλλαξε τίποτε σε ζητήματα άλλου είδους βίας. Στη χειρότερη, οι φύλακες έγιναν απλώς θυρωροί.

γ) «Είναι δουλειά των φοιτητών να περιφρουρούν τους χώρους τους». Βρίσκω ανησυχητική την ευκολία με την οποία πάνε να μας φορτώσουν μια τέτοια ευθύνη. Οσοι γίναμε φοιτητές και φοιτήτριες, γίναμε για να σπουδάσουμε και για να μπορέσουμε να βρούμε μια εργασία με ίσως καλύτερο μισθό. Δεν γίναμε φοιτητές για να το παίζουμε σεκιουριτάδες που θα περιφρουρούν πανεπιστημιακούς χώρους, ούτε δηλώσαμε συμμετοχή σε μια expedition in a foreign land.

Συμπερασματικά, κανένα από τα παραπάνω αντεπιχειρήματα δεν φαίνεται να αντέχει στην κριτική. Άλλωστε, αν θέλει να υποψιαστεί κανείς ποιες θέσεις κλίνουν προς τη σοβαρότητα και ποιες όχι, αρκεί να συλλογιστεί ποιες από αυτές θα μπορούσαν να ακουστούν σε ένα ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο και ποιες όχι. Το κατά πόσο θα είναι αποτελεσματική η πανεπιστημιακή αστυνομία, θα φανεί στην πορεία. Αλλά το δίλημμα που τίθεται αυτή τη στιγμή ενώπιόν μας είναι το εξής:

Θέλουμε να είμαστε σε ένα Πανεπιστήμιο με ακραίες ομάδες, ναρκέμπορους, βιαστές και κλέφτες; Ή θέλουμε να είμαστε σε ένα Πανεπιστήμιο με αστυνόμευση που θα προσπαθεί να εμποδίσει όλους αυτούς; Εγώ επιλέγω σίγουρα το δεύτερο.


*Ο Αστέρης Κεχαγιάς είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ και στο Ινστιτούτο Αρχαιολογίας του Εβραϊκού Πανεπιστημίου Ιεροσολύμων