Ανάλυση: Oταν μπίζνες και δημοκρατία δεν συμβαδίζουν
Ανάλυση: Oταν μπίζνες και δημοκρατία δεν συμβαδίζουν
Ενα από τα βασικά ερωτήματα που αφήνει πίσω του το 2025 είναι γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες δείχνουν πλέον να προτιμούν τη Ρωσία από τη δημοκρατική Ευρώπη. Υπάρχουν διάφορες θεωρίες που επιχειρούν να εξηγήσουν τη στάση του Ντόναλντ Τραμπ, άλλες πιο προφανείς και επιφανειακές και άλλες, όπως αυτή που υιοθετεί ο Τζανάν Γκανές στους Financial Times, πιο σύνθετες και ουσιαστικές.
Μια εξήγηση, που έχει συζητηθεί ευρέως, είναι ότι οι συντηρητικοί Αμερικανοί έλκονται από τον χριστιανικό εθνικισμό της Ρωσίας. Αυτή η θεωρία ισχύει περισσότερο για το ευρύτερο κίνημα MAGA παρά για τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ, σημειώνουν οι Financial Times, ο οποίος δεν φημίζεται για την προσήλωσή του σε αφηρημένες ιδέες, πολλώ δε μάλλον σε πνευματικές αξίες. Μια δεύτερη εξήγηση είναι γεωπολιτική: ότι ο αμερικανός πρόεδρος επιδιώκει να απομακρύνει τη Ρωσία από την Κίνα. Ωστόσο, ο Τραμπ δεν είναι σταθερά εχθρικός προς την Κίνα.
Επέτρεψε, για παράδειγμα, στην Nvidia να εξάγει εκεί προηγμένα τσιπ, ενώ εμφανίζεται πολύ λιγότερο πρόθυμος από τον Τζο Μπάιντεν να δεσμευτεί για την υπεράσπιση της Ταϊβάν. Μέσα στον «θόρυβο» που δημιουργήθηκε γύρω από την ευρωπαϊκή διάσταση της αμερικανικής στρατηγικής, πέρασε σχεδόν απαρατήρητη η ήπια στάση του απέναντι στο Πεκίνο. Ο Τραμπ μοιάζει να βλέπει την Κίνα πρωτίστως μέσα από το πρίσμα των εμπορικών ισοζυγίων, γεγονός που εκνευρίζει αρκετούς συνεργάτες του, οι οποίοι αντιλαμβάνονται τη σύγκρουση ως στρατηγική και πολιτισμική.
Υπάρχει, όμως, μια πιο απλή και ίσως πιο πειστική εξήγηση, γράφουν οι Financial Times: ο Τραμπ είναι, πάνω απ’ όλα, ένας άνθρωπος των επιχειρήσεων, ένας μπίζνεσμαν. Το ίδιο και ο ειδικός απεσταλμένος του, Στιβ Γουίτκοφ. Ο όρος αυτός δεν σημαίνει απλώς κάποιον που προέρχεται από τον ιδιωτικό τομέα, αλλά κάποιον που αντιλαμβάνεται ολόκληρο τον κόσμο ως μια αλληλουχία συναλλαγών. Μέσα από αυτό το πρίσμα, η φιλορωσική του στάση γίνεται πιο κατανοητή. Μια γρήγορη ειρήνη, ευνοϊκή για το Κρεμλίνο, θα άνοιγε τον δρόμο για κερδοφόρες επενδύσεις σε μια χώρα πλούσια σε φυσικούς πόρους. «Υπάρχουν (στην ειρήνη) οφέλη για όλους», δήλωσε πρόσφατα ο Γουίτκοφ.
Πέρα από αυτό, ο πόλεμος, και γενικότερα η ίδια η έννοια της σύγκρουσης, είναι ακατανόητος για ένα τέτοιο επιχειρηματικό μυαλό. Η ιδέα ότι άνθρωποι πολεμούν για τις αρχές τους ή από πίστη είναι ξένη προς τον «homo economicus». Δεν είναι τυχαία η περιφρονητική στάση του Τραμπ ακόμη και απέναντι στους αμερικανούς βετεράνους. Οι στρατοί λειτουργούν με αξιακά συστήματα που ένας άνθρωπος αποκλειστικά προσανατολισμένος στο προσωπικό όφελος δεν μπορεί να συλλάβει. Από το 2022 και μετά, πολλοί επιχειρηματίες μιλούν για «αυτόν τον ανόητο πόλεμο», σαν να πρόκειται για μια παρεξήγηση και όχι για συνειδητή επιλογή ενός αμείλικτου κράτους.
Ετσι εξηγείται, σύμφωνα με τους Financial Times, και η στάση του Τραμπ. Πιστεύει ειλικρινά ότι ο πόλεμος είναι παράλογος και ότι ένας «λογικός» τρίτος μπορεί να τον τερματίσει. Αν μεταφέρει την πίεση στην Ουκρανία, αυτό συμβαίνει επειδή η στήριξή της κοστίζει στις ΗΠΑ, ενώ η στήριξη στη Ρωσία όχι· μια ακόμη καθαρά εμπορική εξίσωση.
Η επαφή με ανθρώπους των επιχειρήσεων είναι χρήσιμη για έναν πολιτικό αναλυτή: προσφέρουν πρωτότυπες οπτικές, διεθνείς εμπειρίες και συχνά ευχάριστη συντροφιά. Ταυτόχρονα, όμως, αποκαλύπτουν και ένα σοβαρό, πνευματικά «τυφλό» σημείο: την αδυναμία κατανόησης του φανατισμού. Οχι απλώς τον υποτιμούν, αλλά αρνούνται να πιστέψουν ότι υπάρχει πραγματικά. Οι πρακτικοί άνθρωποι τείνουν να θεωρούν ότι όλοι λειτουργούν με βάση το συμφέρον και ότι η ιδεολογία είναι απλώς πρόσχημα. Ετσι, όποιος μιλά για «Μεγάλη Ρωσία», στο μυαλό τους μάλλον υπερβάλλει.
Αυτή η στάση φαίνεται κυνική και ρεαλιστική, αλλά στην πραγματικότητα είναι βαθιά αφελής. Παρά τη φήμη του Τραμπ ως θαυμαστή ισχυρών ηγετών, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι κατανοεί, όπως και ο Γουίτκοφ, όσο βαθιές και σχεδόν μυστικιστικές είναι οι ιδέες που κινούν τον Πούτιν ή τον Σι Τζινπίνγκ. Είναι, επομένως, εξαιρετικά ακατάλληλος για να τους αντιμετωπίσει.
Γι’ αυτό και η επιχειρηματική νοοτροπία πρέπει να κρατιέται σε απόσταση ασφαλείας από το κράτος, ισχυρίζονται οι Financial Times. Αυτή η άποψη μοιάζει αιρετική για τον φιλελευθερισμό, που θεωρεί την οικονομική και την πολιτική ελευθερία αχώριστες. Πράγματι, οι αγορές χρειάζονται κράτος δικαίου και η δημοκρατία στηρίζεται σε μια μεσαία τάξη ιδιοκτητών. Ωστόσο, σε κάποιο σημείο οι δύο λογικές συγκρούονται. Η δημοκρατία, άρα, δεν είναι φυσικός σύμμαχος του καπιταλισμού, αλλά πρέπει να τον επιτηρεί αυστηρά.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η επιρροή των μεγάλων περιουσιών στην πολιτική ζωή, κάτι γνωστό ήδη από τον 19ο αιώνα. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι η νοοτροπία που καλλιεργεί ο κόσμος των επιχειρήσεων: ότι όλα είναι διαπραγματεύσιμα και ότι ακόμη και ο πιο ακραίος αντίπαλος απλώς μπλοφάρει. Σε έναν κόσμο γεμάτο ιδεολογικούς εχθρούς της Δύσης, αυτή είναι ίσως η χειρότερη δυνατή οπτική.
Η εμμονή της Γερμανίας με τον ρωσικό αγωγό φυσικού αερίου, μέχρι σχεδόν την έναρξη του πολέμου, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αφέλειας, καταλήγουν οι Financial Times. Στο χώρο των επιχειρήσεων, το εμπορικό ένστικτο μπορεί να κάνει θαύματα. Οταν, όμως, διαποτίζει την εξωτερική πολιτική ενός κράτους, το αφήνει απροστάτευτο απέναντι σε αντιπάλους που δρουν καθαρά ιδεολογικά. Ο Τόμας Τζέφερσον μιλούσε για το «τείχος» ανάμεσα στην Εκκλησία και το Κράτος. Σήμερα, το κράτος χρειάζεται ένα αντίστοιχο τείχος· όχι απέναντι στη θρησκεία, αλλά απέναντι στην ανεξέλεγκτη λογική της αγοράς.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
