1290
Ο νεαρός Γιάννης Τσεκλένης με εντυπωσιακή δημιουργία του | Facebook / Yannis Tseklenis

O Τσεκλένης του Μade in Greece

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 31 Ιανουαρίου 2020, 07:30
Ο νεαρός Γιάννης Τσεκλένης με εντυπωσιακή δημιουργία του
|Facebook / Yannis Tseklenis

O Τσεκλένης του Μade in Greece

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 31 Ιανουαρίου 2020, 07:30

Αν εξαιρέσουμε μια μεγάλη αναδρομική έκθεση που ετοίμαζε, ακόμα μεγαλύτερη από την έκθεση «TSEKLENIS, τα χρόνια της μόδας» του 2018 στο Φουγάρο του Ναυπλίου, και η οποία θα πραγματοποιηθεί τελικά προς τιμήν του στα τέλη του 2020 στο Μουσείο Μπενάκη από τους φορείς που την είχαν αναλάβει, ο Γιάννης Τσεκλένης είχε αφήσει στην άκρη τη μόδα προ πολλού. (Δείτε το βίντεο από την έκθεση στο Φουγάρο στο τέλος του κειμένου)

Ομως δεν τον άφηνε εκείνη, και πολύ σωστά, αφού το όνομά του, «Tseklenis», ταυτίστηκε με την ελληνική μόδα το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και έγινε το όχημα που θα την έβγαζε από τα στενά σύνορα της χώρας μας, κάνοντάς τη διάσημη σε όλο τον κόσμο.

Με τον Γιάννη Γαΐτη το 1982, έξω από βιτρίνα της 5ης Λεωφόρου στη Νέα Υόρκη με τη συλλογή του Τσεκλένη, εμπνευσμένη από το έργο του ζωγράφου

Το 1997 δώρισε το σύνολο των πρωτότυπων σχεδίων και ενδυμάτων του στο Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ιδρυμα «Β. Παπαντωνίου» στο Ναύπλιο. Το Ιδρυμα εξάλλου δημοσίευσε τη δυσάρεστη είδηση του θανάτου του: «Με μεγάλη μας θλίψη, σας ανακοινώνουμε ότι ένας μεγάλος Ελληνας, ένας άνθρωπος της μόδας, ο δικός μας άνθρωπος, ο διάσημος σχεδιαστής Γιάννης Τσεκλένης, έφυγε από τη ζωή την Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020 σε ηλικία 82 ετών».

Στο μυαλό του είχε ανέκαθεν το brand name «Made in Greece», αυτό προσπαθούσε με μεγάλο πάθος και κάθε τρόπο να επιβάλει. Ο ίδιος εξάλλου δεν περιοριζόταν σε στενά όρια. Ηταν ένας designer με ευρύτητα πνεύματος, κοσμοπολίτης, καλλιτέχνης που δεν έμπαινε σε καλούπια, άνθρωπος αναγεννησιακός στο πνεύμα, ευαίσθητος, τρυφερός και ευγενής στην ψυχή, όπως αναγνωρίζουν όλοι όσοι τον γνώρισαν από κοντά.

Συρμός του Προαστιακού σχεδιασμένος από τον Γιάννη Τσεκλένη

Τα τελευταία χρόνια ο Τσεκλένης αναλάμβανε τον εσωτερικό σχεδιασμό πολυτελών ξενοδοχείων και resorts, όπως τα «Vedema», «Zannos Melathron» και «Καστέλλι Resort» και το «La Maltese Restaurant» στη Σαντορίνη, το «Danai Beach Resort & Villas» στη Χαλκιδική, και τα «Κελιά» στο Εξώμβουργο της Τήνου (που σχεδίασε μαζί με τους Αργύρη και Βαγγέλη Φόρτωμα), ενώ και αρκετές πολυτελείς ιδιωτικές κατοικίες στα προάστια της Αθήνας, τη Σαντορίνη, τη Μύκονο και την Τήνο φέρουν την υπογραφή του.

Παλαιότερα, το 1998, είχε σχεδιάσει τις εσωτερικές και εξωτερικές επιφάνειες των δημόσιων μέσων μαζικής μεταφοράς της Αθήνας (λεωφορεία, τρόλεϊ) και ένα χρόνο αργότερα όλους τους συρμούς του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος για τον νέο προαστιακό σιδηρόδρομο. Τα μεταφορικά μέσα τον συγκινούσαν ανέκαθεν, μία δεκαετία νωρίτερα, εξάλλου, το 1979, είχε σχεδιάσει τους εσωτερικούς χώρους και την ανακαίνιση του Fiat 126, αλλά ακόμη και εσωτερικά αεροπλάνων της Ολυμπιακής.

Αεροσυνοδοί της Ολυμπιακής με στολές του Γιάννη Τσεκλένη (1971)

Τη δεκαετία του 1980, όταν εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη και άνοιξε τον προσωπικό του εκθεσιακό χώρο στην 5η Λεωφόρο, φρόντισε να επεκτείνει τη δραστηριότητά του στον σχεδιασμό λευκών ειδών, και οικιακών σκευών (κεραμικά, επιτραπέζια σκεύη, κηροπήγια κ.λπ.) ενώ επίσης αναλάμβανε την καλλιτεχνική διεύθυνση κινηματογραφικών ταινιών.

Ομως το μεγάλο ταλέντο του Γιάννη Τσεκλένη αναδείχθηκε όταν παρουσίασε τα φορέματα με τις λιτές γραμμές, αλλά και τα εκρηκτικά χρώματα και σχέδια των υφασμάτων του. Φυσικά από τις συλλογές του δεν έλειψαν τα ανδρικά ρούχα και αξεσουάρ.

Η φαντασία και η δημιουργικότητά του ήταν αστείρευτες και όπως ο ίδιος έχει πει σε συνεντεύξεις του, ο έρωτάς του με την Εφη Μελά υπήρξε καταλυτικός για τη δουλειά του: η «Μις Ελλάς» του 1954 και θρυλικό σούπερ μόντελ μέχρι το 1972 οπότε αποφάσισε να εγκαταλείψει την πασαρέλα, υπήρξε η απόλυτη μούσα του, σύμβουλος και κριτής του.

Με τον μεγάλο του έρωτα, μούσα, σύμβουλο και κριτή του, Εφη Μελά

Ερωτεύτηκαν το καλοκαίρι του 1965 κατά τη διάρκεια ενός φεστιβάλ ελληνικής μόδας που διοργάνωσε ο Οργανισμός Λαμπράκη για να στηρίξει το περιοδικό «Μόδα» που μόλις είχε εκδώσει. Ξεκίνησαν από τη Θεσσαλονίκη, ταξίδεψαν στη Βηρυτό, στην Αλεξάνδρεια και στη Βενετία, όπου παρουσίασαν τα πρώτα του υφάσματα, ραμμένα από τον Ντίμη Κρίτσα.

Και όταν η περιοδεία ολοκληρώθηκε και γύρισαν στην Αθήνα, ήταν πλέον ζευγάρι, αν και παράνομο, αφού και οι δύο ήταν παντρεμένοι και εκείνη την εποχή η μοιχεία εξακολουθούσε να είναι ποινικό αδίκημα.

Λίγους μήνες αργότερα εγκατέλειψαν τις οικογένειές τους για να μείνουν μαζί και έκτοτε δεν χώρισαν ποτέ. Μόνο όταν αρρώστησε ο Γιάννης από μελάνωμα και η θεραπεία για την υποτροπή της ασθένειας απαίτησε τον ακρωτηριασμό του χεριού του, αποφάσισε ότι ήθελε να ζήσει για ένα διάστημα μόνος του για να μάθει να είναι αυτόνομος…

Η Εφη Μελά και η Ελενα Ναθαναήλ με μοντέλα του Τσεκλένη στο Ηρώδειο

Ο γάμος τους έγινε πολύ αργότερα, το 1976, όταν βγήκαν τα διαζύγια και των δύο (η Εφη Μελά ήταν παντρεμένη με τον αθλητικό δημοσιογράφο Χάρη Λυμπερόπουλο) και ο Γιάννης είχε ήδη κάνει την πρώτη του εγχείρηση. Παντρεύτηκαν σε ένα ξωκκλήσι με καλεσμένους λίγους φίλους και ο γάμος είχε concept το safari look, για το οποίο είχε φροντίσει φυσικά ο Τσεκλένης.

Μαθητής του Κολεγίου, από όπου όμως τον έδιωξαν γιατί δεν ήταν πρότυπο μαθητή, και στη συνέχεια του Μωραΐτη, όπου σχεδίαζε το σχολικό περιοδικό, αντί να σπουδάσει προτίμησε να δουλέψει στο κατάστημα υφασμάτων που διατηρούσε ο πατέρας του, όπου απέκτησε πολύτιμη εμπειρία, και παράλληλα να ασχοληθεί με τη διαφήμιση.

Παντρεύτηκε νωρίς, το 1960, σε ηλικία μόλις 23 ετών, την Ασπα Πεσμαζόγλου, την πρώτη γυναίκα που κυκλοφορούσε με μηχανή μεγάλου κυβισμού στην Αθήνα, μια εποχή που στους δρόμους δεν έβλεπες καν γυναίκες οδηγούς αυτοκινήτων. Και τρία χρόνια αργότερα απέκτησαν τον γιο τους, Κωνσταντίνο Τσεκλένη.

Εξοχική κατοικία με καθαρές γραμμές και θέα στο Αιγαίο, με την υπογραφή του Γιάννη Τσεκλένη

Πηγή έμπνευσης για τα σχέδια των υφασμάτων του υπήρξαν αρχαία ελληνικά αγγεία, βυζαντινά χειρόγραφα, ελληνικά παραδοσιακά ξυλόγλυπτα και έργα ζωγραφικής, ακόμα και εκκλησιαστικά μοτίβα, αφρικανικά, κινεζικά, ινδονησιακά, ρωσικά και ισπανικά έργα τέχνης, εραλδικά σύμβολα, έντομα, κινούμενα σχέδια, περσικά χαλιά, ταπισερί («The Lady and the Unicorn»).

Η τέχνη τον ενδιέφερε πάντα, στοιχεία δανείστηκε και από πίνακες ιμπρεσιονιστών ζωγράφων, έργα του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου, του Ανρί Ρουσό και του Γιάννη Γαΐτη (από τον οποίο εμπνεύστηκε τη μοναδική ασπρόμαυρη συλλογή του και μια ολόασπρη), αλλά και τα έντονα χρώματα του Gucci. Γιατί ο Γιάννης Τσεκλένης μπορεί να αγάπησε το λιτό κυκλαδίτικο τοπίο, ήταν όμως επίσης «εραστής του χρώματος» και το δήλωνε με κάθε τρόπο.

Η συνεργασία και η φιλία του με τον Ντίμη Κρίτσα, που έκανε ήδη μεγάλη καριέρα στις ΗΠΑ, άνοιξε και για τον Τσεκλένη την πόρτα της Αμερικής. Το 1966, η Ελίζαμπεθ Αρντεν ζήτησε να δει τη συλλογή των υφασμάτων του «Κύματα – Waves» και την αγόρασε ολόκληρη, όπως και τα πατρόν του Κρίτσα. Και με την ευκαιρία αυτή έκαναν μαζί με τον διάσημο μόδιστρο μια μεγάλη ελληνική καμπάνια, με την οποία θα άνοιγε και ο δικός του θριαμβευτικός δρόμος της επιτυχίας.

Διαφήμιση εποχής για τις πιο κομψές σχολικές ποδιές που φορέθηκαν πριν καταργηθούν

Στην Αμερική, εξάλλου, άκουσε τη συμβουλή να αποστασιοποιηθεί από τον Κρίτσα και τα πολύπλοκα πατρόν του, πράγμα που έκανε για να αναπτύξει στη συνέχεια το ανεπανάληπτο προσωπικό στυλ του με τα εκρηκτικά χρώματα και σχέδια των υφασμάτων του, που άρχισε πλέον να τα κόβει και να τα ράβει σε πατρόν μινιμαλιστικά.

Οι σχολικές ποδιές του, σε συνεργασία με το Μινιόν, έγιναν pop culture, κόντεψαν όμως και να τον καταστρέψουν ολοσχερώς: είχε ήδη αγοράσει 350.000 μέτρα μπλε υφάσματος όταν η φωτιά αφάνισε ολοκληρωτικά το πολυκατάστημα το 1980 και ταυτόχρονα η κυβέρνηση αποφάσισε να τις καταργήσει.

Διάσημες, τέλος, έγιναν και οι στολές των αεροσυνοδών της Ολυμπιακής που σχεδίασε ο Τσεκλένης, αρχικά για την πρώτη θέση και στη συνέχεια, με προσωπική εντολή του Αριστοτέλη Ωνάση, τις ανέλαβε όλες, παραμερίζοντας τον Πιερ Καρντέν, αφού το μεγάλο αφεντικό προτιμούσε να πάρει τη δουλειά «ο δικός μας»…