ΗΠΑ εναντίον Κίνας: Η αναμέτρηση για τα ελληνικά λιμάνια
ΗΠΑ εναντίον Κίνας: Η αναμέτρηση για τα ελληνικά λιμάνια
Ελληνας διπλωμάτης με μακρά πείρα στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις παρατηρούσε, με περίσκεψη, στον γράφοντα, αρκετές εβδομάδες πριν από την έλευση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ στην Αθήνα, ότι «ο φάκελος που θα φέρει μαζί της είναι πολύ πιο “βαρύς” από όσο ορισμένοι νομίζουν. Θα αφορά δε τόσο την εξωτερική όσο και την εσωτερική πολιτική της χώρας». Η υπόθεση του Κάθετου Διαδρόμου Αερίου με σκοπό την ενίσχυση της Ουκρανίας, αλλά κυρίως την αντικατάσταση του ρωσικού αερίου με αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) ήταν το πρώτο επεισόδιο. Το ζήτημα όμως του ελέγχου των ελληνικών λιμένων, το οποίο άνοιξε αμέσως μετά, φέρνει καθαρά στο προσκήνιο τη σινοαμερικανική αντιπαράθεση και μάλιστα επί ελληνικού εδάφους.
Η Ελευσίνα ως αντίβαρο στον Πειραιά
Στην πρώτη τηλεοπτική συνέντευξή της, στον ΑΝΤ1, μετά την έλευσή της, η κυρία Γκίλφοϊλ χαρακτήρισε «ατυχές» το γεγονός ότι ο έλεγχος του λιμανιού του Πειραιά πέρασε στα χέρια της COSCO, αλλά αμέσως έσπευσε να επισημάνει ότι «υπάρχουν τρόποι να παρακαμφθεί» η κινεζική επιρροή. Η δήλωσή της προκάλεσε τη σκληρή απάντηση της πρεσβείας της Κίνας που αναφέρθηκε σε πρακτικές ηγεμονισμού, αλλά ο… τρόπος φάνηκε λίγες ημέρες αργότερα: θα είναι η μετατροπή του λιμανιού της Ελευσίνας σε ένα σύγχρονο λιμάνι πολλαπλών χρήσεων –τόσο για εμπορικούς όσο και για στρατιωτικούς σκοπούς, κατά το πρότυπο της Αλεξανδρούπολης– με την προσφορά στην ONEX (που ήδη έχει αναλάβει τα Ναυπηγεία Ελευσίνας και έχει επίσης λάβει χρηματοδότηση ύψους 125 εκατ. δολαρίων από την αμερικανική αναπτυξιακή τράπεζα DFC) της δυνατότητας να επεκτείνει τις δραστηριότητές της.
Το πέρασμα του Πειραιά στον έλεγχο της κινεζικής COSCO δεν έγινε εν μια νυκτί. Ούτε και οι αντιδράσεις για την εξέλιξη αυτή είναι κάτι καινούργιο. Γνωστό είναι επίσης το γεγονός ότι ουδεμία εταιρεία δυτικών (ιδιαίτερα ευρωπαϊκών) συμφερόντων αποφάσισε να επενδύσει σε ένα από τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά λιμάνια όταν αυτό βρέθηκε στη λίστα των ιδιωτικοποιήσεων υπό την ασφυκτική πίεση της μνημονιακής τρόικας και κυρίως της Γερμανίας.
Βέβαια, ο Πειραιάς δεν είναι το μόνο «πετράδι» που έχει αποκτήσει η εταιρεία που αποτελεί τον πέμπτο μεγαλύτερο διαχειριστή λιμένων παγκοσμίως. Σε μία από τις τελευταίες κινήσεις της απέκτησε, το 2022, το 24,9% του τερματικού σταθμού Tollerort στο λιμάνι του Αμβούργου, που μαζί με το Ρότερνταμ και την Αμβέρσα αποτελούν τα τρία μεγαλύτερα ευρωπαϊκά λιμάνια.
Ωστόσο, η είσοδος της COSCO στον Πειραιά ξεκίνησε προ τρόικας, όταν το 2008 και επί πρωθυπουργίας Κώστα Καραμανλή, έλαβε συμβόλαιο διαρκείας 35 ετών για την εκμετάλλευση δύο προβλητών. Ακολούθως εν μέσω οικονομικής κρίσης, η COSCO απέκτησε το 51% των μετοχών του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ) και μάλιστα το 2021 αύξησε το ποσοστό της στο 67%! Οι Κινέζοι πάντοτε έβλεπαν τον Πειραιά ως κομβικό κρίκο της Πρωτοβουλίας «Belt and Road Initiative» (BRI), την οποία προωθούσαν συνδυαστικά με τη –μάλλον παγωμένη πλέον– πρωτοβουλία «17+1» που είχε σκοπό να διευρύνει την κινεζική επιρροή στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και στην οποία προσχώρησε η Ελλάδα επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ. Σήμερα, πάντως, το Πεκίνο έχει επικεντρώσει την προσοχή του σε δύο χώρες αυτής της περιοχής: στη Σερβία και στην Ουγγαρία.
Ο απόμακρος Κόλμπι και ο σινοαμερικανικός ανταγωνισμός
Η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει κρύψει ότι ο βασικός γεωπολιτικός στόχος της είναι η ανάσχεση της επιρροής του Πεκίνου σε παγκόσμιο επίπεδο. Η διαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής στο ζήτημα της Κίνας (και όχι μόνο) περνάει καθημερινά από το γραφείο του Ελμπριτζ Κόλμπι. Ο συγγραφέας του βιβλίου «Η Στρατηγική της Αρνησης» (The Strategy of Denial) είναι σήμερα υφυπουργός Αμυνας (ή Πολέμου, σύμφωνα με την πρόσφατη μετονομασία του υπουργείου) με αρμοδιότητα τον αμυντικό σχεδιασμό και ο άνθρωπος που συγγράφει την πολυαναμενόμενη Εθνική Αμυντική Στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών.
Πρόσωπο που αποφεύγει επιμελώς τη δημοσιότητα, ο Κόλμπι, συνιδρυτής τo 2019 μαζί με τον επίσης γνωστό στην Ελλάδα Γουές Μίτσελ (υφυπουργού Εξωτερικών στην πρώτη κυβέρνηση Τραμπ) της δεξαμενής σκέψης «Marathon Initiative», αυτοχαρακτηρίζεται ως «συντηρητικός ρεαλιστής» και επιμένει ότι η Ουάσιγκτον οφείλει να εστιάσει τη στρατηγική της στην ανάσχεση του Πεκίνου. Η πρόσβαση σε αυτόν δεν είναι εύκολη. Ωστόσο, σε μια κίνηση που από πολλούς στην Αθήνα πέρασε απαρατήρητη, η υφυπουργός Εξωτερικών Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου συνάντησε τον Ελμπριτζ Κόλμπι στο γραφείο του στις 20 Σεπτεμβρίου και, μάλιστα, ο αμερικανός υφυπουργός δημοσιοποίησε στο Χ αυτή την επαφή, στοιχείο που αναμφίβολα αποδεικνύει ότι οι δίαυλοι Αθηνών – Ουάσιγκτον λειτουργούν αρκετά καλά.
Η μάχη για τα ελληνικά λιμάνια δεν θα περιοριστεί στον Πειραιά, όπως σημειώνουν πηγές που γνωρίζουν το παρασκήνιο. Αλλωστε, και το Νο 2 της αμερικανικής πρεσβείας, ο Τζος Χακ, έχει μακρά πείρα σε κινεζικές και ασιατικές υποθέσεις, οπότε γνωρίζει άριστα το διακύβευμα. Στο τραπέζι θα βρεθεί, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ο έλεγχος έτερων κρίσιμων λιμενικών εγκαταστάσεων στον ελληνικό χώρο, όπως αυτές της Θεσσαλονίκης και του Βόλου. Και όλα αυτά για δύο λόγους.
Ο πρώτος λόγος είναι ότι η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου έχει μεγάλη γεωπολιτική και γεωστρατηγική σημασία ως χώρος διέλευσης εμπορικών, ενεργειακών και αμυντικών διαδρόμων, σε μια περίοδο που και η θαλάσσιος δίοδος από το Σουέζ δεν κρίνεται ασφαλής. Σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί η ευόδωση του μεγαλόπνοου σχεδίου του Διαδρόμου Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης (IMEC) να μην είναι άμεση, πόσο μάλλον δεδομένη, ωστόσο οι μεγάλοι διεθνείς παίκτες σχεδιάζουν μακροπρόθεσμα. Η δε πρόθεση του προέδρου Τραμπ να επιβάλει ειρήνευση στη Μέση Ανατολή συνδέεται με τα σχέδια αυτά.
Η Ελλάδα επιθυμεί να είναι η ευρωπαϊκή απόληξη αυτού του διαδρόμου, αλλά έχει ανταγωνιστή, ο οποίος ακούει στο όνομα «Ιταλία». Η παρουσία της Κίνας στον Πειραιά λειτουργεί αποπροσανατολιστικά, διότι ο έλεγχος των λιμανιών συνδυάζεται με έλεγχο εφοδιαστικών αλυσίδων, αλλά και πληροφοριών. Και δεν είναι λίγοι όσοι εκτιμούν ότι η Ρώμη θα διεκδικήσει για εκείνη τον ρόλο της απόληξης του IMEC.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό ενεργειακό και στρατιωτικό (πέραν της αεροναυτικής βάσης της Σούδας) πρόσημο για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Δύση ευρύτερα. Στο ενεργειακό σκέλος, έπειτα από όλα όσα συνέβησαν τις τελευταίες εβδομάδες σχετικά με τον Κάθετο Διάδρομο Αερίου, την επίσκεψη του Βολοντίμιρ Ζελένσκι στην Αθήνα και την τροφοδοσία της Ουκρανίας αλλά και της ευρύτερης Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης με αμερικανικό LNG (μελλοντικά ενδεχομένως και με αέριο από τις ελληνικές θάλασσες λόγω δραστηριοποίησης αμερικανικών εταιρειών), γίνεται σαφές ότι η ύπαρξη σημαντικών λιμενικών εγκαταστάσεων υπό άμεσο ή έμμεσο αμερικανικό έλεγχο καθίσταται κρίσιμη. Και αν ο έλεγχος της Αλεξανδρούπολης βρίσκεται σε καλό δρόμο, στα μάτια των Αμερικανών μάλλον δεν συμβαίνει το ίδιο με τη Θεσσαλονίκη και τον Βόλο, όπως αποδεικνύουν οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών.
Το παιχνίδι με ΟΛΘ και ΟΛΒ
Σε σχέση με την Ελευσίνα, σημειώνεται ότι ένας νέος πλωτός τερματικός σταθμός για επαναεριοποίηση (FSRU) σχεδιάζεται από τη Motor Oil στην περιοχή. Μετά την εξέλιξη με το λιμάνι της Ελευσίνας και την ONEX, σχέδιο που αναμένεται σύντομα να προωθηθεί με νομοθετική ρύθμιση, η λύση έχει λογικά βρεθεί. Παράλληλα όμως έχει ήδη αρχίσει να συζητείται το ενδεχόμενο δημιουργίας δεύτερου FSRU στη Βόρεια Ελλάδα, με άγνωστη προς το παρόν την τοποθεσία του, ενώ ακόμη ένα FSRU προετοιμάζεται στην περιοχή του Βόλου. Αυτές οι εξελίξεις επηρεάζουν και όσα συμβαίνουν με τον Οργανισμό Λιμένος Θεσσαλονίκης (ΟΛΘ) και τον Οργανισμό Λιμένος Βόλου (ΟΛΒ).
Τον περασμένο Φεβρουάριο, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να ακυρώσει τον διαγωνισμό για την πώληση του 67% των μετοχών του ΟΛΒ, τον οποίο είχε αρχικά κερδίσει (το 2023) ο ΟΛΘ, που ελέγχεται (σε ποσοστό 72%) από τον ρωσοπόντιο επιχειρηματία Ιβάν Σαββίδη. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι η επίσης κινεζική China Merchants Port Holding (CMP), ο έκτος μεγαλύτερος διαχειριστής λιμένων παγκοσμίως, διαθέτει μειοψηφικό πακέτο στον ΟΛΘ – με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Την ίδια στιγμή, η γαλλοελβετική οικογένεια Ντρέιφους έχει καταστήσει ξεκάθαρο το ενδιαφέρον της να εμπλακεί τόσο στον ΟΛΘ όσο και στον ΟΛΒ. Φέρεται δε διατεθειμένη να αγοράσει ως και ποσοστό 21% στον ΟΛΘ αλλά χωρίς επιτυχία μέχρι στιγμής. Της προσπάθειας ηγείται ο 28χρονος Σιρίλ-Λουί Ντρέιφους, η οικογένεια του οποίου αποεπένδυσε από τη Ρωσία μετά την εισβολή στην Ουκρανία, ενώ ελέγχει και την αγγλική ποδοσφαιρική ομάδα Σάντερλαντ.
Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι τόσο ο Βόλος όσο και η Θεσσαλονίκη έχουν μεγάλη σημασία και από στρατιωτικής απόψεως, λόγω και αμερικανικής παρουσίας. Αυτό, δε, που συνέβη με τον ΟΛΒ εμφανίζει αρκετές ομοιότητες με αυτό που συνέβη πριν από μερικά χρόνια με τον Οργανισμό Λιμένος Αλεξανδρουπόλεως, όταν λόγοι δημοσίου συμφέροντος οδήγησαν σε ακύρωση τον διαγωνισμό. Η ίδια ακριβώς επίκληση λόγων δημοσίου συμφέροντος έγινε και στην περίπτωση του ΟΛΒ.
Σήμερα μάλιστα, η Αλεξανδρούπολη είναι κομμάτι της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA) Ελλάδος – ΗΠΑ. Οσο για τη Θεσσαλονίκη, η στρατιωτική σημασία της για το ΝΑΤΟ και τις ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνάμεις είναι πολύ κομβική σε επίπεδο ελλιμενισμού πλοίων, ασκήσεων και ανεφοδιασμού, ενώ τα σχέδια της Ευρωπαϊκής Ενωσης για διαμόρφωση διαδρόμων στρατιωτικής κινητικότητας θα ενισχύσουν τη σημασία της Βόρειας Ελλάδας.
Μάλιστα, το τελευταίο διάστημα, έχουν κυκλοφορήσει πληροφορίες ότι η κοινοπραξία BlackRock και Mediterranean Shipping Co. (MSC) εξετάζει κάποια κίνηση για τον ΟΛΘ. Η εν λόγω κοινοπραξία προχώρησε πρόσφατα σε μια στρατηγική κίνηση που περιλαμβάνει την αγορά πλειοψηφικού μεριδίου σε λιμάνια που διαχειρίζεται η κινεζική CK Hutchison Holdings (με έδρα στο Χονγκ Κονγκ), όπως π.χ. στον Παναμά και σε άλλες σημαντικές τοποθεσίες παγκοσμίως.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
