Ευρώπη, φτώχεια και φιλότιμο: η διάγνωση Στουρνάρα
Ευρώπη, φτώχεια και φιλότιμο: η διάγνωση Στουρνάρα
Σε ένα περιβάλλον που γίνεται μέρα με τη μέρα πιο σύνθετο και αβέβαιο βρέθηκε η ευρωπαϊκή (και η ελληνική) οικονομία από τις πρώτες κιόλας ημέρες του νέου χρόνου.
Οσοι αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει στο «Δυτικό ημισφαίριο» και πόσο διαλυτικά για την οικονομική σταθερότητα της Ευρωπαϊκής Ενωσης λειτουργούν οι αποφάσεις του Ντόναλντ Τραμπ δεν κρύβουν την ανησυχία τους – αντιθέτως, μάλιστα,την εκφράζουν δημόσια.
Πριν από τις γιορτές η ισπανική El Pais απευθύνθηκε στον κεντρικό τραπεζίτη Γιάννη Στουρνάρα θέτοντας το εξής ερώτημα: «Η ζώνη του ευρώ μόλις μετά βίας καταγράφει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον αξιόπιστες. Ο Εμανουέλ Μακρόν όταν επέστρεψε από την Κίνα είπε πως απαιτούνται περισσότερες επενδύσεις. Τι συμβαίνει στην Ευρώπη»;
Η απάντησή του ήταν η εξής: «Οι ευρωπαϊκές χώρες με δημοσιονομικά και διαρθρωτικά προβλήματα πρέπει να λάβουν δύσκολες αποφάσεις για την επίλυσή τους. Και η ΕΕ πρέπει να ενεργήσει τώρα. Θα πρέπει να ολοκληρώσουμε την τραπεζική ένωση και την ενιαία αγορά και να προχωρήσουμε στην έκδοση ευρωομολόγων (σ.σ.: θέση με την οποία η Γερμανία είναι αντίθετη), διαφορετικά τα μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια δεν επενδύουν στην Ευρώπη, επειδή δεν διαθέτουμε ένα ασφαλές περιουσιακό στοιχείο».
Το δεύτερο ερώτημα: «Ο πληθωρισμός θα μειωθεί κάτω από το 2% το 2026. Δεν θα έπρεπε να μειωθούν και τα επιτόκια;»
Η απάντηση Στουρνάρα: «Υπάρχουν δυνάμεις που ενεργούν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Μετά την επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ, η Κίνα προσπαθεί να αυξήσει τις πωλήσεις αγαθών της στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα να μειώνονται οι τιμές. Ταυτόχρονα, όμως, απαιτούνται επενδύσεις για την κλιματική αλλαγή και την άμυνα, με αποτέλεσμα να ανεβαίνουν οι τιμές. Βρισκόμαστε σε επισφαλή ισορροπία, με επιτόκια 2% και πληθωρισμό 2%.
»Η συμβουλή προς τους Ευρωπαίους είναι να τηρήσουμε στάση αναμονής. Το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι τόσο η Κίνα όσο οι δασμοί των ΗΠΑ και τα δικά μας λάθη, καθώς έχουμε μια ενιαία αγορά που εξακολουθεί να είναι πολύ κατακερματισμένη».
Από τις πράσινες επενδύσεις στη στρατιωτική οικονομία
Οι συνθήκες αυτές, της επενδυτικής άπνοιας και την αμηχανίας της ΕΚΤ για το πώς θα κινήσει τον μηχανισμό των επιτοκίων το 2026 προκειμένου να επιστρέψει η ανάπτυξη στην ΕΕ, επιδεινώθηκαν, καθώς η ρωσική επιθετικότητα στην Ουκρανία, αλλά και ο κίνδυνος εξουδετέρωσης του ΝΑΤΟ αν και εφόσον ο Τραμπ συνεχίσει να απειλεί και να διεκδικεί τη Γροιλανδία, οδηγούν υποχρεωτικά σε ένα ευρωπαϊκό αμυντικό δόγμα, το οποίο θα πρέπει να χρηματοδοτήσει η ίδια η ΕΕ (με επενδύσεις στην άμυνα, σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς, και ό,τι άλλο απαιτηθεί).
Υπάρχει δηλαδή μια αναγκαστική στροφή από τις «πράσινες επενδύσεις» και την καινοτομία (Τεχνητή Νοημοσύνη) στη στρατιωτική οικονομία και στους εξοπλισμούς. Και αυτό δεν το περίμενε (ούτε το ήθελε) κανένας Ευρωπαίος…
Οι Ελληνες και η υποκειμενική αίσθηση της φτώχειας
Στα καθ’ ημάς η ατμόσφαιρα στο οικονομικό περιβάλλον βαραίνει. Διότι την ίδια ώρα που η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί και να τοποθετηθεί στην ευρωπαϊκή θεσμική και οικονομική κρίση, όλες οι έρευνες της Eurostat δείχνουν πως η χώρα μας έχει (πέραν του υψηλότερου πληθωρισμού) τις χειρότερες επιδόσεις ως προς την υποκειμενική αίσθηση φτώχειας.
Σχολιάζοντας αυτό το γεγονός, ο κ. Στουρνάρας εξηγεί τι σημαίνει και τονίζει τα εξής: «Η υποκειμενική φτώχεια αποτελεί έναν σχετικά νέο δείκτη που δημοσιεύει η EUROSTAT, ο οποίος συμπληρώνει τον πλέον παραδοσιακό δείκτη φτώχειας –τον κίνδυνο φτώχειας–, που μετράει τη μερίδα του πληθυσμού με διαθέσιμο εισόδημα κάτω του 60% του εθνικού διαμέσου διαθέσιμου εισοδήματος.
»Ο σκοπός του δείκτη υποκειμενικής φτώχειας είναι να αξιολογήσει την αντίληψη των ερωτώμενων σχετικά με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το νοικοκυριό για να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Συνεπώς, συνδέει το εισόδημα πιο άμεσα με το κόστος διαβίωσης.
»Η εξέλιξη του δείκτη υποκειμενικής φτώχειας συνδέεται και με την εμπειρία της οικονομικής κρίσης. Για παράδειγμα, την περίοδο 2010-2012 ο δείκτης κινδύνου φτώχειας επιδεινώθηκε, ενώ τα νοικοκυριά βίωσαν μια μεγάλη πτώση στο εισόδημα και απώλειες σε μισθούς, απασχόληση και κοινωνικές παροχές, γεγονός που οδήγησε σε αύξηση της υποκειμενικής φτώχειας (από 58,4% για τα εισοδήματα του 2009 σε 78,3% για εκείνα του 2012).
»Ομως η σταδιακή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, ειδικά τα τελευταία χρόνια, συνοδεύθηκε από αύξηση της απασχόλησης και των αμοιβών, βελτιώνοντας τις συνθήκες διαβίωσης για πολλά νοικοκυριά. Αυτό αποτυπώνεται και στον δείκτη υποκειμενικής φτώχειας, ο οποίος υποχώρησε σε 66,8% το 2024».
Φταίει ο πληθωρισμός και οι «πληγές των μνημονίων»
Ωστόσο, το υψηλό αίσθημα φτώχειας στην Ελλάδα μπορεί να δικαιολογηθεί λόγω του υψηλού και επίμονου πληθωρισμού μετά την πανδημία. Το κόστος διαβίωσης (ενέργεια, στέγαση, διατροφή, υπηρεσίες) ανέβηκε γρήγορα, με αποτέλεσμα ακόμα και οι παρατηρούμενες αυξήσεις στους μισθούς να μην επαρκούν.
Ταυτόχρονα, η ανασφάλεια και οι οικονομικές πιέσεις παραμένουν ακόμη και για όσους έχουν σταθερή εργασία. Η εμπειρία της κρίσης δημιούργησε μια συλλογική ψυχολογική πληγή που δεν αντιμετωπίζεται εύκολα: η καχυποψία, η αβεβαιότητα για το μέλλον και οι αναμνήσεις των περικοπών και των δυσκολιών διατηρούνται.
Το ερώτημα, όμως, που τίθεται είναι πώς μπορεί θα βελτιωθεί η οικονομική κατάσταση, καθώς ο πολιτικός χρόνος κυλάει αντίστροφα για τις εκλογές. Οπως σημειώνει ο κ. Στουρνάρας, «ο υψηλός πληθωρισμός των τελευταίων χρόνων και το συνεπαγόμενο υψηλό κόστος διαβίωσης έχουν δημιουργήσει πίεση σε πολλά νοικοκυριά, περισσότερο δε στα οικονομικά ασθενέστερα.
»Ηδη από το 2022 υιοθετήθηκε ένα ευρύ και γενναιόδωρο δημοσιονομικό πακέτο μέτρων για τη στήριξη του εισοδήματος των πιο ευάλωτων νοικοκυριών, αλλά και για τη συγκράτηση των τιμών. Ωστόσο η επιμονή του πληθωρισμού σίγουρα προβληματίζει και επιβάλλει την εξέταση πρόσθετων πολιτικών».
Η πρόσφατη φορολογική μεταρρύθμιση, για παράδειγμα, σχεδιάστηκε εν μέρει και με γνώμονα την προστασία του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Η αύξηση των μισθών προβάλλει, φυσικά, ως δελεαστική επιλογή, αλλά είναι βιώσιμη μόνο αν συνοδεύεται με αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας.
«Αλλιώς», συνέχισε ο κεντρικός τραπεζίτης, «για να διατηρηθούν σταθερά τα κέρδη των επιχειρήσεων, δημιουργείται πίεση για αύξηση των τιμών, η οποία οδηγεί με τη σειρά της σε πληθωρισμό ή, αν δεν υλοποιηθεί, σε μείωση της απασχόλησης. Συνεπώς, το προαπαιτούμενο για την αύξηση των μισθών είναι η αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία μπορεί να επιτευχθεί μέσω επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων.
»Επιπλέον, πρέπει να γίνει προσπάθεια για μείωση του κόστους ζωής, για παράδειγμα με πολιτικές στέγασης (όπως ενίσχυση της κοινωνικής κατοικίας), ιδίως για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, δηλαδή νέους, άνεργους, χαμηλόμισθους. Χρειάζονται όμως συμπληρωματικά και μεταρρυθμίσεις. Πολιτικές που ενισχύουν τον ανταγωνισμό ή μειώνουν το κόστος παραγωγής, όπως η υιοθέτηση τεχνολογίας και αυτοματισμών, θα μειώσουν τις τελικές τιμές για τον καταναλωτή».
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
