1152
|

Αντιστροφή ρόλων στην ΕΕ: Οι «προβληματικές» οικονομίες είναι πλέον στον Βορρά

Protagon Team Protagon Team 3 Νοεμβρίου 2025, 13:20

Αντιστροφή ρόλων στην ΕΕ: Οι «προβληματικές» οικονομίες είναι πλέον στον Βορρά

Protagon Team Protagon Team 3 Νοεμβρίου 2025, 13:20

Τα τελευταία χρόνια, η ευρωπαϊκή οικονομική ισορροπία έχει ανατραπεί: οι παραδοσιακά ισχυρές χώρες του Βορρά αντιμετωπίζουν αυξανόμενα ελλείμματα και ασθενή ανάπτυξη, ενώ ο Νότος παρουσιάζει δημοσιονομική σταθερότητα και αναπτυξιακή ανθεκτικότητα. Το φαινόμενο αυτό σηματοδοτεί μια εντυπωσιακή «αντιστροφή ρόλων» στην οικονομική γεωγραφία της Ευρώπης.

Η ευρωπαϊκή κρίση χρέους στις αρχές της δεκαετίας του 2010 δημιούργησε την εικόνα μιας διχασμένης ηπείρου: από τη μία, οι δημοσιονομικά πειθαρχημένες χώρες του «πυρήνα», με ηγέτιδα τη Γερμανία, και από την άλλη η «απείθαρχη» νότια περιφέρεια: Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία, οι επονομαζόμενες απαξιωτικά PIGS (από τα αρχικά των χωρών).

Σήμερα, όμως, ο ρόλος αυτός έχει αντιστραφεί, γράφει η Wall Street Journal. Οι τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης, η Γερμανία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, έχουν εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο «αναιμικής» ανάπτυξης και αυξανόμενων ελλειμμάτων.

Η Γαλλία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της μεταστροφής, βυθισμένη σε δημοσιονομική και πολιτική κρίση, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο προετοιμάζει αυξήσεις φόρων για να περιορίσει το έλλειμμα και να αποφύγει νέα αναταραχή στις αγορές. Ακόμη και οι παραδοσιακά «φειδωλές» Γερμανία και Ολλανδία αναγκάζονται να δανείζονται περισσότερο.

Αντίθετα, οι χώρες του Νότου, όπως η Ισπανία και η Ελλάδα, παρουσιάζουν αξιοσημείωτη σταθερότητα και ανάπτυξη· οικονομίες που πριν δεκαπέντε χρόνια κινδύνευαν με χρεοκοπία σήμερα διατηρούν σχεδόν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς.

«Το δημοσιονομικό συμμάζεμα στις χώρες του Νότου έγινε μετά την κρίση χρέους», εξηγεί στην WSJ ο οικονομολόγος της Goldman Sachs, Φιλίππο Ταντέι. «Η δημοσιονομική τους προοπτική είναι σήμερα αισθητά πιο συγκρατημένη σε σχέση με τη Γαλλία ή ακόμη και τη Γερμανία και την Ολλανδία».

Η αντιστροφή αυτή αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, ένα παράδοξο αποτέλεσμα της ίδιας της κρίσης. Οι χώρες που δέχτηκαν τα πιο σκληρά προγράμματα λιτότητας, όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία, αναγκάστηκαν να εφαρμόσουν βαθιές μεταρρυθμίσεις: αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, περιορισμό της γραφειοκρατίας, ιδιωτικοποιήσεις και αναθεώρηση των εργασιακών νόμων.

Η λιτότητα άφησε, βέβαια, βαθιές πληγές. Η ελληνική οικονομία παραμένει περίπου 20% «μικρότερη» απ’ ό,τι ήταν πριν από την κρίση, σύμφωνα με το ΔΝΤ, και η ανεργία εξακολουθεί να είναι υψηλή. Ωστόσο, αυτές οι μεταρρυθμίσεις άλλαξαν ριζικά τη δομή των οικονομιών αυτών. «Οι χώρες που τα πηγαίνουν καλύτερα στην Ευρώπη σήμερα είναι ακριβώς εκείνες που πέρασαν από προγράμματα επιτήρησης», σημειώνει ο Φρανκ Γκιλ, αναλυτής της S&P Global Ratings. «Βγήκαν από την κρίση πιο ανθεκτικές απ’ ό,τι ήταν πριν από 15 χρόνια».

Η Ισπανία είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: η οικονομία της αναπτύχθηκε κατά 3,5% πέρυσι, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στον ανεπτυγμένο κόσμο. Η Ελλάδα, σύμφωνα με την WSJ, σημείωσε ανάπτυξη 2,3%, υπερδιπλάσια από της Γαλλίας ή του Ηνωμένου Βασιλείου. Η οικονομία της Γερμανίας, αντίθετα, συρρικνώθηκε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά.

Τι συνέβη

Μέρος της επιτυχίας οφείλεται στην έκρηξη του τουρισμού, όμως τα θεμέλια είναι βαθύτερα. Οι χώρες του Νότου επωφελήθηκαν από εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια της ΕΕ, τα οποία χρηματοδοτούν υποθαλάσσια καλώδια στην Ιταλία, εκσυγχρονισμό του ηλεκτρικού δικτύου στην Ελλάδα και υποδομές ταχύτατου διαδικτύου στην Ισπανία.

Κατά τον Ταντέι, ωστόσο, οι πραγματικές αλλαγές είναι διαρθρωτικές. Πόλεις όπως το Μιλάνο, η Λισαβόνα και η Σεβίλλη εξελίσσονται σε κέντρα καινοτομίας, τεχνολογίας και χρηματοοικονομικών. Οι αγορές εργασίας δημιουργούν πλέον περισσότερες εξειδικευμένες θέσεις εργασίας, αυξάνοντας την παραγωγικότητα.

Επιπλέον, οι κυβερνήσεις του Νότου είναι σήμερα πολύ πιο προσεκτικές με τα όρια των δαπανών τους. Η ιταλίδα πρωθυπουργός, Τζόρτζια Μελόνι, που εξελέγη το 2022 υποσχόμενη φοροελαφρύνσεις και αυξήσεις συντάξεων, έθεσε τελικά την δημοσιονομική σταθερότητα πάνω απ’ όλα, καθησυχάζοντας τις αγορές. Το ιταλικό έλλειμμα αναμένεται να πέσει κάτω από 3% του ΑΕΠ το 2026, εξέλιξη που οδήγησε το ΔΝΤ να χαρακτηρίσει την επίδοσή της «πολύ εντυπωσιακή».

Την ίδια ώρα, τα προβλήματα μεταφέρονται στον ευρωπαϊκό πυρήνα, γράφει η WSJ. Το μοντέλο ανάπτυξης της Δυτικής Ευρώπης, βασισμένο στο εμπόριο και τη βιομηχανία, έχει κλονιστεί από τους αμερικανικούς δασμούς, τον ανταγωνισμό της Κίνας και το τέλος της φτηνής ρωσικής ενέργειας.

Οι περισσότερες κυβερνήσεις, που δανείστηκαν μαζικά κατά την πανδημία και την ενεργειακή κρίση, προσπαθούν τώρα να επαναφέρουν τα οικονομικά τους σε τάξη. Οι χώρες του Νότου έχουν σχεδόν επιστρέψει στα προ πανδημίας επίπεδα ελλείμματος· όμως οι βόρειες, με χαμηλή ανάπτυξη και περιορισμένα έσοδα, βλέπουν τα ελλείμματά τους να εκτοξεύονται.

Η Γαλλία αναμένεται φέτος να καταγράψει έλλειμμα 5,4% του ΑΕΠ, έναντι 2,4% πριν από την πανδημία. Το ίδιο συμβαίνει στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστρία και το Βέλγιο, όπου τα ελλείμματα υπερβαίνουν το 4%. Η Γερμανία, από την πλευρά της, σχεδιάζει επενδύσεις ύψους 1 τρισ. ευρώ σε υποδομές και άμυνα, ένα σχέδιο που θα αυξήσει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, αλλά θα υπερβεί σαφώς το ευρωπαϊκό όριο ελλείμματος του 3%.

Οι δημοσιονομικές πιέσεις θα ενταθούν τα επόμενα χρόνια: η γήρανση του πληθυσμού, οι αμυντικές δαπάνες, η πράσινη μετάβαση και η άνοδος των τόκων του χρέους θα διογκώσουν τις ανάγκες. Ωστόσο, οι προσπάθειες να μειωθούν οι κοινωνικές δαπάνες συναντούν σθεναρή αντίσταση.

Στη Γαλλία, τρεις κυβερνήσεις κατέρρευσαν μέσα σε έναν χρόνο λόγω της προσπάθειας περικοπών. Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιέν Λεκονρί, που παραιτήθηκε τον Οκτώβριο και επανήλθε λίγες ημέρες μετά, ανακοίνωσε το πάγωμα της μεταρρύθμισης συντάξεων του Εμανουέλ Μακρόν, που αύξανε σταδιακά το όριο συνταξιοδότησης.

«Ολοι κατανοούν ότι κάτι πρέπει να γίνει», λέει στην WSJ ο Γκιλ. «Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν συμφωνεί στο τι ακριβώς». Η πολιτική στασιμότητα οδήγησε την S&P να υποβαθμίσει απρόσμενα την πιστοληπτική ικανότητα της Γαλλίας.

Προς τα άκρα

Η έλλειψη ανάπτυξης τροφοδοτεί τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων, που στρέφονται προς την Ακρα Δεξιά και την Ακρα Αριστερά, καθιστώντας ακόμη πιο δύσκολες τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. «Δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος ανάμεσα στη δύσκολη δημοσιονομική πολιτική και την πολιτική αστάθεια», εξηγεί ο Μουτζτάμπα Ραχμάν του Eurasia Group. «Στη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και πιθανώς στη Γερμανία, οι δημοσιονομικές πιέσεις ενισχύουν την πολιτική αστάθεια, καθιστώντας τις μεταρρυθμίσεις ακόμη πιο αδύνατες».

Κάποιοι οικονομολόγοι θεωρούν ότι ευθύνονται εν μέρει και τα προγράμματα μαζικής αγοράς ομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μετά την κρίση και την πανδημία. Αυτά κράτησαν χαμηλά τα επιτόκια και στήριξαν την οικονομία, αλλά δημιούργησαν και ένα είδος «ηθικού κινδύνου»: οι κυβερνήσεις αισθάνονται ασφαλείς να δανείζονται περισσότερο, γνωρίζοντας ότι η ΕΚΤ θα στηρίξει τις αγορές.

«Καμία χώρα δεν έχει φτάσει ακόμη στο σημείο καμπής, εν μέρει χάρη στην παρουσία της ΕΚΤ στο παρασκήνιο», λέει ο Ραχμάν στην WSJ. «Ισως, όμως, το να φτάσουμε σε αυτό το σημείο να είναι απαραίτητο, αν θέλουμε πραγματικά να αντιμετωπίσουμε τις χρόνιες αδυναμίες». Διαφορετικά, προειδοποιεί, η Ευρώπη κινδυνεύει από μια άτακτη κρίση με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις.

Το Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετωπίζει παρόμοιες δυσκολίες: το χρέος και οι δημόσιες δαπάνες αυξάνονται, ενώ ο βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ αναγκάστηκε να αποσύρει σχέδιο περικοπών στα επιδόματα αναπηρίας μετά από εσωκομματική αντίδραση. Το Λονδίνο ετοιμάζεται να παρουσιάσει νέο προϋπολογισμό που θα βασίζεται κυρίως σε αυξήσεις φόρων αντί για περικοπές δαπανών, με στόχο τη μείωση του χρέους έως το τέλος της δεκαετίας, αν και οι περισσότεροι οικονομολόγοι παραμένουν δύσπιστοι.

Ο αναλυτής Μαχμούντ Πράνταν εκτιμά ότι δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος κρίσης χρέους στην Ευρώπη. Η Γερμανία, με χρέος στο 64% του ΑΕΠ, διατηρεί υγιή ισορροπία, ενώ η Γαλλία, παρά την αύξηση του κόστους δανεισμού, συνεχίζει να βρίσκει εύκολα επενδυτές για τα ομόλογά της.

Ωστόσο, προειδοποιεί: «Ο πραγματικός κίνδυνος είναι ότι η Ευρώπη δεν θα διαθέτει στο μέλλον το δημοσιονομικό περιθώριο για να αντιδράσει σε νέες κρίσεις. Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να μείνουν αδρανείς και θα χρειαστεί να κάνουν δύσκολες επιλογές».

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Διαβάστε ακόμη...

Διαβάστε ακόμη...