Το μεγαλύτερο ερώτημα για τη Βενεζουέλα
Το μεγαλύτερο ερώτημα για τη Βενεζουέλα
Μετά την αιφνιδιαστική σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από τις ΗΠA μέσα στο προεδρικό του μέγαρο, ανακύπτουν καίρια ερωτήματα για το μέλλον της Βενεζουέλας. Θα οδηγήσει αυτή η εξέλιξη σε αποκατάσταση της δημοκρατικής τάξης; Θα γεννηθεί μια νέα, διαφορετική δικτατορία; Ή θα βυθιστεί η χώρα σε χάος;
Ταυτόχρονα, τίθενται σοβαρά ερωτήματα και για τις ίδιες τις ΗΠΑ: επρόκειτο για μια αντισυνταγματική πράξη πολέμου; Θα προκαλέσει νέο κύκλο βίας στο δυτικό ημισφαίριο; Θα διαρρήξει τη συναίνεση της βάσης του κινήματος MAGA γύρω από την εξωτερική πολιτική; Είναι νωρίς για οριστικές απαντήσεις, γράφει ο Ελιοτ Κοέν στο Atlantic. Ωστόσο, υπάρχει ένα άλλο ερώτημα που μπορεί ήδη να εξεταστεί.
Το βασικό στρατηγικό ερώτημα, σημειώνει στο άρθρο του, δεν είναι «τι προσπαθούμε να κάνουμε» ή καν «ποιος είναι ο εχθρός μας». Είναι «τι άλλο συμβαίνει γύρω μας».
Οσοι χαράσσουν στρατηγική χωρίς να κατανοούν το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο δρουν, συχνά αποτυγχάνουν. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, το πλαίσιο είναι κρίσιμο, διότι η χώρα αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου συνόλου αποτυχημένων δικτατοριών, ενώ η αμερικανική επέμβαση αναπόφευκτα θα προκαλέσει αντιδράσεις σε πολλές άλλες χώρες.
Παραφράζοντας τον Τολστόι, θα μπορούσε να πει κανείς ότι όλες οι σταθερές φιλελεύθερες δημοκρατίες μοιάζουν μεταξύ τους, ενώ κάθε αποτυχημένη δικτατορία καταρρέει με τον δικό της τρόπο. Η γεωγραφία, η κουλτούρα, η ιστορία και οι προσωπικότητες των ηγετών καθορίζουν την πορεία κάθε καθεστώτος. Ωστόσο, οι ομοιότητες ανάμεσα σε καθεστώτα που καταρρέουν ή έχουν ήδη καταρρεύσει είναι εντυπωσιακές: Ιράκ, Λιβύη, Συρία, Κούβα, Ιράν, Ρωσία, αλλά και παλαιότερα τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης, είχαν παρόμοια χαρακτηριστικά.
Ολα αυτά τα καθεστώτα είχαν μακρά διάρκεια ζωής, γράφει το Atlantic. Ο αρχικός επαναστατικός ενθουσιασμός αντικαταστάθηκε από τη διακυβέρνηση μιας βαθιά διεφθαρμένης και βίαιης νομενκλατούρας. Οι οικονομίες τους αποσυντέθηκαν κάτω από το βάρος του κρατικοδίαιτου καπιταλισμού ή των στρεβλώσεων και της αναποτελεσματικότητας του σοσιαλισμού, εκτός αν στηρίζονταν προσωρινά σε εξωτερική βοήθεια ή σε πετρελαϊκά έσοδα. Η πρώτη γενιά ηγετών, όπως ο Ούγκο Τσάβες, ο Ρουχολάχ Χομεϊνί ή ο Χαφέζ αλ Ασαντ, ήταν αιμοσταγής αλλά πολιτικά ικανή και ευέλικτη. Η επόμενη γενιά, ο Μαδούρο, ο Αλί Χαμενεΐ, ο Μπασάρ αλ Ασαντ, αποδείχθηκε λιγότερο επιδέξια ή απλώς αποδυναμωμένη από την πολύχρονη άσκηση ανεξέλεγκτης εξουσίας.
Οι αρχαίοι Ελληνες ονόμαζαν αυτό το φαινόμενο «ανακύκλωση των πολιτευμάτων», σημειώνει το άρθρο του Atlantic. Αυτό που διαφέρει σήμερα είναι το πόσο ανθεκτικές μπορούν να αποδειχθούν οι σύγχρονες δικτατορίες, ακόμη κι όταν η οικονομία καταρρέει, οι ηγέτες χάνουν τη διαύγειά τους και οι κοινωνίες παύουν να πιστεύουν την επίσημη προπαγάνδα.
Στο παρελθόν, μια λαϊκή εξέγερση ή ένα στρατιωτικό πραξικόπημα αρκούσε για να ανατρέψει μια τυραννία. Ετσι κατέρρευσαν τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης, όταν οι δυνάμεις ασφαλείας αρνήθηκαν να καταστείλουν τη λαϊκή αντίδραση. Σήμερα όμως, η ανατροπή μιας αποτυχημένης δικτατορίας είναι πολύ δυσκολότερη. Οι μηχανισμοί καταστολής έχουν εξελιχθεί: αποτελεσματικός έλεγχος του πλήθους, στοχευμένες συλλήψεις και δολοφονίες, καθώς και συστηματική «θωράκιση» απέναντι σε πραξικοπήματα, είναι ο κανόνας.
Οι σύγχρονοι αυταρχικοί ηγέτες υποστηρίζονται επίσης από ένα άτυπο διεθνές «δίκτυο τυραννιών». Η Κούβα, σύμφωνα με το Atlantic, έχει παράσχει συμβούλους στη Βενεζουέλα, ενώ το Ιράν έχει αξιοποιήσει κινεζική τεχνολογία επιτήρησης. Ελάχιστοι δικτάτορες είναι, πλέον, αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν μόνοι τους τους λαούς τους.
Παρότι τα καθεστώτα αυτά παραμένουν εύθραυστα, όπως έδειξε η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του Πριγκόζιν στη Ρωσία, στις περισσότερες περιπτώσεις μόνο μια εξωτερική επέμβαση οδηγεί στην πτώση τους. Ο Καντάφι κατέρρευσε μετά από τις δυτικές αεροπορικές επιθέσεις, ο Σαντάμ Χουσεΐν ανατράπηκε από αμερικανικά στρατεύματα και τώρα φαίνεται ότι αμερικανικές ειδικές δυνάμεις έβαλαν τέλος στην κυριαρχία του Μαδούρο, όχι όμως κατ’ ανάγκη και στο καθεστώς του.
Το πρόβλημα είναι, σημειώνει το Atlantic, ότι μια δικτατορία που ανατρέπεται από ξένη δύναμη αφήνει πίσω της πολύ πιο ασταθές έδαφος. Η νέα εξουσία συχνά θεωρείται μη νομιμοποιημένη, ιδιαίτερα σε κοινωνίες με έντονο εθνικισμό. Πάντα θα υπάρχει ένα τμήμα του πληθυσμού που ωφελήθηκε από το προηγούμενο καθεστώς και είναι έτοιμο να αντιδράσει βίαια στην αλλαγή. Επιπλέον, οι παραστρατιωτικές πολιτοφυλακές που στήριζαν τη δικτατορία δεν εξαφανίζονται ως δια μαγείας.
Οταν πέφτει μια μακρόχρονη δικτατορία, αφήνει πίσω της μια κοινωνία βαθιά διαλυμένη και βίαιη. Στο Ιράκ, οι Αμερικανοί πίστεψαν λανθασμένα ότι θα συναντούσαν τη μορφωμένη και θεσμικά οργανωμένη κοινωνία της δεκαετίας του 1970. Οταν έφτασαν στη χώρα, διαπίστωσαν ότι αυτή είχε διαλυθεί. Αντίστοιχα, και στη Βενεζουέλα, παρά τη δημοκρατική της παράδοση, μεγάλο μέρος του κοινωνικού ιστού έχει διαβρωθεί.
Οι διεθνείς συνέπειες της επιχείρησης κατά του Μαδούρο αποτελούν το δεύτερο κρίσιμο πλαίσιο. Ορισμένοι στη Λατινική Αμερική ανακουφίστηκαν, επισημαίνει το Atlantic, όμως κάποιοι άλλοι εξοργίστηκαν από την αμερικανική επέμβαση. Πιο ουσιαστικές θα είναι, μακροπρόθεσμα, οι αντιδράσεις χωρών όπως η Κούβα, η Κίνα, η Ρωσία και το Ιράν, αλλά και των εγκληματικών δικτύων που δρουν στη χώρα και νιώθουν ότι απειλούνται άμεσα.
Η απαγωγή του Μαδούρο συνοδεύτηκε από βομβαρδισμούς στρατιωτικών στόχων και δεκάδες θύματα. Ηταν πράξη πολέμου, όχι αστυνομική επιχείρηση. Είναι λογικό να αναμένονται ασύμμετρες αλλά εχθρικές απαντήσεις. Είναι αρκετοί εκείνοι που έχουν συμφέρον να μετατρέψουν αυτή την εμπειρία σε μακρόχρονο και επώδυνο πρόβλημα για τις ΗΠΑ.
Ισως όλα εξελιχθούν ομαλά και θετικά, καταλήγει το Atlantic: να αναδυθεί μια ελεύθερη, ευημερούσα και φιλοαμερικανική Βενεζουέλα. Ομως, τα όχι τόσο ευοίωνα εναλλακτικά σενάρια θα έπρεπε να έχουν μελετηθεί σοβαρότερα πριν δοθεί η εντολή για την απομάκρυνση του Μαδούρο. Εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι η μελέτη αυτή δεν έγινε με τη δέουσα προσοχή.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
