Ανταγωνιστικότητα: το νέο όραμα
Ανταγωνιστικότητα: το νέο όραμα
Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του '70 η Δανία βρέθηκε να έχει περίπου ανάλογα προβλήματα με αυτά που έχει η Ελλάδα σήμερα. Μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, πληθωρισμό, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων να έχουν φτάσει το 20% και με ανεργία να έχει περάσει το 12%. Μέσα σε μια περίοδο 3 ετών όλα αυτά αποτελούσαν μια κακή ανάμνηση. Η χώρα είχε επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης και ο πληθωρισμός,τα επιτόκια και η ανεργία είχαν μειωθεί κατακόρυφα ενώ τα ελλείμματα άρχισαν να δίνουν την θέση τους σε πλεονάσματα.
Ένα από τα πράγματα που ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακό ήταν η αλλαγή που είχε συντελεσθεί στο επίπεδο του δημόσιου λόγου και των οραμάτων της κοινωνίας. Ενώ κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 70, την περίοδο της κρίσης, κυριαρχούσε ο αναδιανεμητικός λόγος και η «προάσπιση των κεκτημένων», την επόμενη δεκαετία όλα αυτά είχαν αντικατασταθεί από ένα νέο όραμα: Την ανταγωνιστικότητα της χώρας. Απ’ άκρη σε άκρη της μικρής αυτής χώρας ένα ήταν το θέμα συζήτησης, ένα ήταν το κριτήριο αξιολόγησης οποιουδήποτε μέτρου ή θεσμού: Η συμβολή του στην βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Κάθε πανεπιστημιακό τμήμα θα έπρεπε να δικαιώσει την ύπαρξή του με αναφορά την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας και το ίδιο ίσχυε και για κάθε νέο νόμο που προτεινόταν στην Βουλή. Παράλληλα από την πλευρά τους οι αρχές επιδοτούσαν παντού προγράμματα μετεκπαίδευσης που είχαν ως στόχο να δώσουν στους εργαζόμενους τις πρόσθετες γνώσεις που απαιτούνται για να μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.
Είναι ενδιαφέρον πόσο θετικά ανταποκρίθηκαν στην διατύπωσης του νέου οράματος τα κόμματα της αριστεράς – θέτοντας ως καίριο θέμα της ατζέντας τους όχι την άρνηση της κατάργησης των εμποδίων που εμποδίζουν της βελτίωση της ανταγωνιστικότητας αλλά την επιμονή στο ότι οι καρποί της θα πρέπει να μοιρασθούν ακριβοδίκαια. Ακόμη και στο ατομικό επίπεδο οι περισσότεροι από τους φοιτητές που δραστηριοποιούνταν στον χώρο της μαρξιστικής αριστεράς- ίσως λόγω της διεθνιστικής τους παιδείας – προσαρμόσθηκαν πολύ εύκολα στο νέο όραμα. Κλασσική περίπτωση ο φίλος μου ο Καρστεν, προεξέχων μέλος του Μαοϊκού κινήματος στο Πανεπιστήμιο του Αρχους. Άρχισε μελετώντας τα κείμενα του Μάο και μετά συνέχισε μελετώντας την ιστορία της Κίνας για να καταλήξει να μάθει Κινέζικα.
Όλα αυτά τα έκανε φυσικά τότε προετοιμαζόμενος για την μεγάλη στιγμή όπου οι Δανοί αγρότες, ακολουθώντας την στρατηγική του Μεγάλου Τιμονιέρη, θα «περικύκλωναν" τις πόλεις και θα τερμάτιζαν την «αστική διαφθορά». Φυσικά τίποτα απo αυτά δεν έγινε: Σήμερα ο Καρστεν είναι εμπορικός ακόλουθος της Δανικής πρεσβείας στο Πεκίνο όπου είμαι σίγουρος ότι κάνει θαυμάσια δουλειά προωθώντας τα προϊόντα της χώρας του.
Υπάρχουν φυσικά τεράστιες διαφορές μεταξύ της Ελλάδας και της Δανίας. Όμως δεν υπάρχει τίποτα που να εμποδίζει ώστε το όραμα της ανταγωνιστικότητας να γίνει το κυρίαρχο όραμα πάνω στο οποίο θα μπορέσουν να συμφωνήσουν όλες οι πολιτικές συνδικαλιστικές και επιχειρηματικές δυνάμεις της χώρας. Η ανταγωνιστικότητα θα πρέπει να γίνει το κυρίαρχο στοιχείο που θα μας ενώνει και ο απαγγελτικός λόγος θα πρέπει να δώσει την θέση του στο δημιουργικό λόγο, στον λόγο που προτείνει λύσεις και προσθέτει νέες διαστάσεις στις προοπτικές της χώρας. Το ένα και μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης οποιουδήποτε προτεινόμενου μέτρου ή νομοσχεδίου θα πρέπει να είναι και εδώ στο κατά πόσον συμβάλλει στην ενίσχυση της διεθνούς οικονομικής παρουσίας της χώρας και στην δυνατότητα των ελληνικών επιχειρήσεων να προωθούνται στις παγκόσμιες αγορές.
Φυσικά το κοινό όραμα δεν σημαίνει ότι οι διαφωνίες θα εκλείψουν. Θα υπάρχουν πάντα διαφωνίες σχετικά με το αν το α η το β μέτρο προωθεί η ζημιώνει την ανταγωνιστικότητα όπως και για την ακριβοδίκαιη κατανομή των καρπών της οικονομικής βελτίωσης. Όμως για πρώτη φορά ίσως στην ιστορία της Ελλάδας οι διαφωνίες θα παίζουν ένα εποικοδομητικό και όχι καταστροφικό ρόλο.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
