Κορσική: Κολόμβος, Μανιάτες, Πάτερ ημών
Κορσική: Κολόμβος, Μανιάτες, Πάτερ ημών
Ωραιοτάτη μου κυρία, χωρίς τα λούσα των Παρισίων, αλλά με τη γοητεία της τσαχπίνας επαρχιώτισσας, αρκεί μόνο μια σπιθαμή σάρκας για να κολάσεις και τον Θεό τον ίδιο. Καλλίστη σε είχαν βαφτίσει οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, η ομορφότερη απ΄ όλες. Είχαν καλό γούστο.
Κορσική. Μπαστιά, μέσα Ιουνίου. Ουρανός ντυμένος με αέρινο μπλε φόρεμα. Ήλιος ηλιάτορας, καυτός, πατρικός. Η κεντρική πλατεία του Αγίου Νικόλα στο λιμάνι της πόλης σφύζει από ζωή. Κυριακή μεσημέρι και η καθιερωμένη ανοιχτή αγορά έχει βγάλει τα καλύτερά της στη φόρα. Αντίκες, γκραβούρες, βινύλια, πορσελάνινα βάζα, παλιά κιτρινισμένα βιβλία, όλα προς πώληση. Στους πάγκους όλοι οι καρποί της κορσικανικής γης απλώνονται μπροστά σου. Πανδαισία αρωμάτων και γεύσεων, σωστός οισοφαγικός οργασμός.
Πιο κάτω, το άγαλμα του Ναπολέοντα, του πιο διάσημου (από)παιδιού της Κορσικής, ημίγυμνος, σε στάση Ρωμαίου αυτοκράτορα, με βλέμμα αιωνίως στραμμένο στο νησί του Έλβα, εκεί όπου έζησε εξόριστος για τριακόσιες μέρες, λυσσασμένος να επιστρέψει και να διεκδικήσει όσα είχε κερδίσει και χάσει μέσα σε δέκα χρόνια.
Προχωράμε προς την παλιά πόλη ανάμεσα σε κτίρια βαμμένα με την πιο φίνα απόχρωση της ώχρας, πόρτες μισάνοιχτες, σκιασμένα κλιμακοστάσια. Χανόμαστε στα σοκάκια της, στενές αρτηρίες ζωής στην πόλη. Χρώματα κατακλύζουν το φακό του ματιού, απαλό ροζ, ξεπλυμένο πράσινο, ηρεμιστικό κίτρινο, οργιαστικό πορτοκαλί, ανάμεσα στο μπλε της θάλασσας και το γαλάζιο του καθρέφτη της. Η ζωή ξεχειλίζει σαν χυμός μέσα στα στενοσόκακα. Απλωμένες μπουγάδες σε σχοινί τροχαλίας, φωνές παιδιών από τις πίσω αυλές, πληθωρικά γέλια εφήβων Κορσικανών, όλα μπερδεύονται μέσα στους δρομίσκους της Μπαστιά.
Χωμένη ανάμεσα στα σπίτια, με τα περίτεχνα δίδυμα καμπαναριά της να δεσπόζουν πάνω από τα κεφάλια μας, η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή σε υποδέχεται στα ενδότερά της προσφέροντάς σου μια ανείπωτη αίσθηση δροσιάς. Ο διάκοσμος, η αρχιτεκτονική, όλα είναι στα μέτρα του ανθρώπου, θαρρείς κι έρχεται ο Θεός να σε αγγίξει, σηκώνεσαι στις μύτες της ψυχής σου να τον συναντήσεις σαν άλλος Αδάμ του Μιχαήλ Άγγελου.
Το παλιό λιμάνι με τις βάρκες και τα κότερα, μια μικρή αγκαλιά νωχελικής θάλασσας. Συνεχίζουμε προς τη Citadelle, το φρούριο στην άκρη του λιμανιού, απομεινάρι της μακραίωνης γενοβέζικης κυριαρχίας στο νησί. Πιο πίσω το Palais des Gouverneurs, στιβαρό κτίριο, πάλαι ποτέ έδρα του Γενοβέζου κυβερνήτη.
Με το αμάξι συνεχίζουμε για το Cap Corse, το βόρειο κομμάτι της Κορσικής, μια στενή λωρίδα γης που εισχωρεί σαν αγκάθι στη θάλασσα. Πρώτη στάση Erbalunga. Ένα μικρό ψαροχώρι σωστή καρτ ποστάλ. Ο πύργος του χωριού, χτισμένος πάνω σε μια φλούδα γης, μέρος της αμυντικής θωράκισης των Γενοβέζων, στέκει εκεί, μισογκρεμισμένος πια, για πάνω από πέντε αιώνες, ένας από τους εξήντα γενοβέζικους πύργους που στεφανώνουν τη βόρεια Κορσική.
Κατεύθυνση Βορράς. Μπλε στο δεξί μάτι, πράσινο στο αριστερό. Τραβάω το πόδι από το γκάζι, κατεβάζω ταχύτητα και σταματώ σε μια εσοχή, ενώ στα αριστερά, οι ορεινοί όγκοι της ενδοχώρας, καταπράσινοι, κατεβαίνουν μέχρι και την ακτή. Βότσαλο, πατούσες να σφίγγονται κι επιτέλους το νερό να σε αγκαλιάζει. Κολυμπάμε σε μια παλέτα χρωμάτων. Παράδεισος επί γης.
Με τη γεύση της αλμύρας να πλημμυρίζει το κάθισμα του αμαξιού φτάνουμε στο Macinaggio, μια πιο σοφιστικέ εκδοχή της Κορσικής, το Φισκάρδο της περιοχής. Ο D80 στρίβει αριστερά, ανεβαίνουμε επίπεδο και υψόμετρο, ξεχνάς την τετάρτη, δευτέρα, άντε τρίτη στις σύντομες ευθείες, σε πνίγει το πράσινο, πλημμυρίζει ο πνεύμονας αγνό παρθένο οξυγόνο.
Η δυτική πλευρά του Cap Corse είναι πιο άγρια, οξύτερη. Τα χωριά ξεπηδάνε σαν τούφες ανάμεσα στα δέντρα, αμφιθεατρικά χτισμένα, βλέπουν θάλασσα. Centuri, Morsiglio, Pino, Canari, Nonza. Μας βρίσκει το ηλιοβασίλεμα με το τιμόνι στο χέρι. Βυθίζεται νωχελικά ο ήλιος, κοκκινίζει η κόρη του ματιού. Δε γίνεται να μη νιώσεις την ανάγκη να φιλήσεις εκείνη τη στιγμή, να αγκαλιάσεις, να ταρακουνηθεί συθέμελα η καρδιά σου.
Με αναμμένα φώτα πλέον αποχαιρετούμε το Cap Corse. Οι δυτικές ακτές του νησιού μας προ(σ)καλούν.
Το Καλβί μάς υποδέχεται με τους ήχους παραδοσιακών πολυφωνικών τραγουδιών, θαρρείς κι η Ήπειρος μεταφέρθηκε στη δυτική Μεσόγειο. Λαρυγγικοί ακροβατισμοί a cappella, ατόφια, πρωτόγονη μουσική. Στο φρούριο της πόλης, γραπωμένο σε βράχο, η ώχρα δένει αρμονικά με το μπλε της θάλασσας, ενώ τα τείχη σωστοί καμβάδες ζώσας ιστορίας. Πόσο αίμα θα χύθηκε σε αυτά τα καλντερίμια για τ’ αφέντη του φαΐ, Άγγλοι, Γάλλοι, Τούρκοι, Γενοβέζοι, όλοι περάσανε από δω. Υπάρχουν ακόμα αφέντες και μισθοφόροι, αφού στην κεντρική πλατεία δεσπόζει το αρχηγείο της περιώνυμης Λεγεώνας των Ξένων. «Εδώ γεννήθηκε ο Κολόμβος», υπερηφανεύονται οι ντόπιοι. «Να και το σπίτι του», όπως δείχνει μια μαρμάρινη πλάκα στη βόρεια πλευρά του φρουρίου. Κι η ζωή συνεχίζεται έξω από το φρούριο.
Με τον ήλιο να μας ζεσταίνει μέσα-έξω, ο D81b ανοίγεται -όχι και πολύ, είναι η αλήθεια- μπροστά μας. Σαν βελόνα σε δαντέλα, ο στενός αυτός δρόμος διασχίζει τη δυτική πλευρά του νησιού μέχρι το Πόρτο. Η θάλασσα στα δεξιά μας βάζει και βγάζει κοστούμια με όλες τις αποχρώσεις του μπλε, οι βράχοι βάφονται κόκκινοι κι ερωτοτροπούν με το βαθύ πράσινο, ενώ οι στροφές προκαλούν το στομάχι σου. Το μάτι σφίγγεται να καταγράψει απανωτά στοπ καρέ. Κι όμως, δεν έχουμε δει ακόμα τίποτα.
Μετά το Πόρτο, ξεκινούν τα Calanches, θεόρατοι άλικοι βράχοι, άλλοτε κομμένοι με μαχαίρι κι άλλοτε άμορφες πέτρινες μάζες, άλλοτε να ανυψώνονται σαν γίγαντες στον ουρανό κι άλλοτε να βυθίζονται στη θάλασσα, σε κάνουν να αισθάνεσαι τόσο μικρός, τόσο άνθρωπος μπροστά στη φύση. Ο δρόμος ακόμα πιο στενός, σκαμμένος μέσα στο βράχο, με το ζόρι χωράνε δυο αμάξια, κόρνα κι άγιος ο Θεός.
Επόμενος σταθμός Carghese, χωριό με ελληνικό αίμα στις φλέβες του. Εδώ βρήκαν καταφύγιο 700 Μανιάτες εκδιωγμένοι από τους Οθωμανούς το 17ο αιώνα. Οι δεσμοί με το Οίτυλο της Μάνης είναι ακόμα στενοί, αδελφές πόλεις, όπως μαρτυρά κι η επιγραφή στο κτίριο της κοινότητας. Στο λόφο με θέα το λιμάνι, οι δυο εκκλησίες του χωριού, η καθολική κι η ελληνική, η μια αντίκρυ στην άλλη, λες κι έχουν ανοίξει κουβέντα περί Θεού κι ανθρώπων, αιώνες τώρα. «Πάτερ ημών» με βαριά προφορά ακούγεται από μέσα. Μειδιώ. «Κι εδώ φυτρώσαμε», σκέφτoμαι.
Τελικός προορισμός το Αζαξιό, Αιάκειον κατά το ελληνικότερον, αφού ο Αίας ο Τελαμώνιος φέρεται ως ιδρυτής της. Πολύβουη πόλη για τα στάνταρ της Κορσικής, με κοσμοπολίτικο αέρα, φινετσάτο κόσμο και διαολεμένη κίνηση, σε παρόμοιο μοτίβο με την Μπαστιά, αλλά με πρωτευουσιάνικη υπεροψία. Εδώ είδε το πρώτο φως ο Βοναπάρτης, σε μια δίπατη οικία, που τώρα λειτουργεί ως μουσείο. Άξιο μνημόνευσης είναι πως το πιστοποιητικό βάπτισης του πιο δοξασμένου τέκνου της Γαλλίας είναι καθ’ όλα συνταγμένο στα ιταλικά! Κατεβαίνουμε την οδό Fesch, την αορτή της πόλης, δεξιά αριστερά εστιατόρια και τουριστικά μαγαζιά, ενώ τα κάθετα στενά κρύβουν μικρά μαργαριτάρια, φροντισμένα cafes και bars à vin με εκλεπτυσμένο γούστο. Το βράδυ ένα κύμα ευφορίας μας συνεπαίρνει, ήχοι από μπάντες, νεανικά χαμόγελα, η πόλη να πάλλεται, νιώθεις το αίμα σου να κυλάει πιο γρήγορα στις φλέβες σου. Η τελευταία δόνηση πριν την αναχώρηση.
Με τα μάτια νυσταγμένα και βαριά αποχαιρετούμε την Κορσική, τη μισή τουλάχιστον. Το δεύτερο μέρος, θα γραφτεί σύντομα.
*Ο Γιώργος Μάλος, ανταποκριτής του protagon στη Λευκωσία, επισκέφτηκε την Κορσική λίγες μέρες πριν την έναρξη του ποδηλατικού Γύρου της Γαλλίας που ξεκίνησε εκεί και περιγράφει αυτά που οι αγωνιζόμενοι δεν πρόλαβαν να δουν.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
