918
| Creative Protagon

Η Ευρώπη ετοιμάζεται για τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες

Protagon Team Protagon Team 2 Δεκεμβρίου 2025, 14:31
|Creative Protagon

Η Ευρώπη ετοιμάζεται για τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες

Protagon Team Protagon Team 2 Δεκεμβρίου 2025, 14:31

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή αμυντική κρίση: από τη μία η κλιμακούμενη ρωσική επιθετικότητα και από την άλλη η μειούμενη αξιοπιστία των ΗΠΑ ως εγγυητή ασφάλειας. Ωστόσο, τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αρχίζουν επιτέλους να αντιμετωπίζουν σοβαρά το πρόβλημα και να επενδύουν σε μια ριζική ενίσχυση της άμυνάς τους. Το ερώτημα, σύμφωνα με τον Economist, είναι εάν αυτή η ενίσχυση θα επιτευχθεί εγκαίρως, με δεδομένη την αμερικανική απομάκρυνση.

Τον Μάιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε το πρόγραμμα SAFE (Security Action for Europe), ένα ταμείο 150 δισ. ευρώ που προσφέρει στα κράτη-μέλη χαμηλότοκα δάνεια για αμυντικές επενδύσεις. Στόχος του είναι να καλύψει κρίσιμα επιχειρησιακά κενά και να ενισχύσει την αμυντική βιομηχανική παραγωγή μέσω κοινών προμηθειών. Παρά τις αρχικές ανησυχίες ότι λίγες χώρες θα συμμετείχαν, η προθεσμία της 30ής Νοεμβρίου έκλεισε με 19 αιτήσεις και πλήρη απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων· η Πολωνία από μόνη της ζητά 43,7 δισ. ευρώ.

Το SAFE αποτελεί έναν από τους δύο βασικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής στρατηγικής «Readiness 2030» (που αρχικά ονομάστηκε «ReArm Europe»). Ο δεύτερος είναι η ρήτρα National Escape Clause, που επιτρέπει στα κράτη να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες έως και κατά 1,5% του ΑΕΠ στη διάρκεια της επόμενης τετραετίας κατ’ εξαίρεση των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων. Ηδη 16 χώρες, μεταξύ των οποίων και η Γερμανία, έχουν προσχωρήσει στη ρήτρα, απελευθερώνοντας έτσι δαπάνες που μπορεί να φτάσουν συνολικά τα 650 δισ. ευρώ.

Στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ τον Ιούνιο, οι ευρωπαϊκές χώρες δεσμεύτηκαν να αυξήσουν μέχρι το 2035 τις αμυντικές τους δαπάνες από 2% σε 3,5% του ΑΕΠ τους, καθώς και να διαθέσουν επιπλέον 1,5% σε στρατηγικές υποδομές. Αυτή η φιλοδοξία, γράφει ο Economist, αντικατοπτρίζει την αυξανόμενη ανησυχία για την αμερικανική στάση: η επερχόμενη Global Posture Review του Πενταγώνου (η έκθεση για τη στάση που θα τηρήσουν οι ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή) αναμένεται να εισηγηθεί μεταφορά δυνάμεων προς την Ασία, ενώ οι ΗΠΑ πλέον ζητούν από την Ευρώπη να καλύψει το κόστος των όπλων που αποστέλλονται ως βοήθεια στην Ουκρανία. Παράλληλα, οι ειρηνευτικές συζητήσεις των τελευταίων μηνών ενίσχυσαν τον φόβο ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να επιδιώξει λήξη του πολέμου στην Ουκρανία με όρους επικίνδυνους για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Την ίδια στιγμή, η Ρωσία έχει μεταβεί πλήρως σε πολεμική οικονομία, μειώνοντας τον χρόνο που την χωρίζει από το να αποτελέσει άμεση απειλή για την Ευρώπη. Το Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Σπουδών (IISS) εκτιμά ότι αυτό μπορεί να συμβεί το 2027. Οπως σημειώνει ο γενικός διευθυντής του, Μπαστιάν Γκίγκεριχ, η Ρωσία, αν και οικονομικά πολύ μικρότερη, σε όρους ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης θα δαπανήσει φέτος στην Αμυνα όσα το σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών μελών του ΝΑΤΟ. «Η αντίσταση της Ουκρανίας», λέει στον Economist, «έχει δώσει στην Ευρώπη ένα παράθυρο ευκαιρίας για να προετοιμαστεί». Ομως αυτό το παράθυρο μπορεί να κλείσει γρήγορα αν ο πόλεμος λήξει με αμφιλεγόμενους όρους.

Η Ευρώπη πρέπει τώρα να καλύψει ταχύτατα τις κολοσσιαίες ελλείψεις της: από εναέρια και γεωχωρική αναγνώριση, μέχρι στρατηγικές αερομεταφορές, πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς και υποδομές υπολογιστικής ισχύος. Σύμφωνα με το IISS, το κόστος αντικατάστασης των μη πυρηνικών αμερικανικών δυνατοτήτων που διατίθενται στο ΝΑΤΟ αγγίζει το 1 τρισ. δολάρια.

Ο Καμίγ Γκραν, πρώην βοηθός γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, υπογραμμίζει τρεις άμεσες προτεραιότητες: πρώτον, την ενίσχυση της Ουκρανίας τώρα που η αμερικανική στήριξη αποδυναμώνεται, ιδίως με συστήματα αντιαεράμυνας και πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς. Δεύτερον, την ανασυγκρότηση των ευρωπαϊκών σχηματισμών μάχης και την οικοδόμηση μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αντιαεροπορικής ομπρέλας, ικανής να αντιμετωπίσει από υπερηχητικούς πυραύλους έως drones.

Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, έχει ήδη μιλήσει για την ανάγκη αύξησης κατά 400% των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων αεράμυνας. Τρίτον, την αντικατάσταση όλων των κρίσιμων συστημάτων για τα οποία η Ευρώπη εξαρτάται ακόμη από τις ΗΠΑ.

Παρά την πρόοδο που γίνεται, πολλά εξαρτώνται από τη ταχύτητα υλοποίησης, σύμφωνα με τον Economist. Χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία πιθανότατα θα μείνουν πίσω, ενώ η Βρετανία και η Γαλλία δυσκολεύονται να φτάσουν το 3% του ΑΕΠ για την άμυνά τους. Αντίθετα, η Πολωνία αναμένεται να αγγίξει το 4,8%, και τα σκανδιναβικά κράτη προχωρούν ταχύτατα προς το 3,5%. Η Γερμανία, με αμυντικό προϋπολογισμό που έχει σχεδόν διπλασιαστεί από το 2021, στοχεύει στο 3,5% έως το 2029, με τον καγκελάριο Μερτς να υπόσχεται ότι η Μπούντεσβερ θα γίνει «ο ισχυρότερος συμβατικός στρατός στην Ευρώπη».

Το μεγάλο ερώτημα πλέον αφορά την ικανότητα των ευρωπαϊκών αμυντικών βιομηχανιών να αυξήσουν την παραγωγή τους. Επειτα από δεκαετίες συρρίκνωσης, πρέπει να περάσουν στη μαζική κλίμακα παραγωγής. Ολο και περισσότερες ευρωπαϊκές εταιρείες κερδίζουν αμυντικά συμβόλαια, όμως το ποσοστό πρέπει να αυξηθεί σημαντικά, σημειώνει ο Economist, καθώς οι πολυεθνικές συμπαραγωγές, όπως το πρόγραμμα ELSA για νέους ευρωπαϊκούς πυραύλους cruise, κρίνονται αναγκαίες, αλλά παραμένουν δυσκίνητες.

Τα εθνικά υπουργεία Αμυνας πλέον μιλούν για επιτάχυνση της παραγωγής, εξορθολογισμό των προμηθειών και υιοθέτηση «σπειροειδούς ανάπτυξης», στην οποία στόχος είναι η μαζική παραγωγή καλών συστημάτων έναντι της προσπάθειας για τελειότητα. Τελικός στόχος είναι η γρήγορη υποβολή παραγγελιών και η παροχή μακροπρόθεσμων συμβάσεων στη βιομηχανία. Ομως, η υπέρβαση των δημοσιονομικών και συνταγματικών κανόνων είναι αργή δουλειά. Η Γερμανία απαιτεί την έγκριση συμβάσεων αξίας άνω των 25 εκατομμυρίων ευρώ από την επιτροπή προϋπολογισμού της Βουλής της. Οι Ολλανδοί και οι Ιταλοί έχουν παρόμοιους περιορισμούς. Η γραφειοκρατία παραμένει σύνθετη.

Το διακύβευμα είναι μεγάλο, καταλήγει ο Economist: η Ευρώπη πρέπει να αυξήσει δραστικά τις δαπάνες, να μεταρρυθμίσει τις διαδικασίες προμηθειών, να μειώσει την εξάρτηση από τις ΗΠΑ και να ενισχύσει τη συνεργασία μεταξύ των χωρών της. Αν και διαθέτει τα οικονομικά και τεχνολογικά μέσα, παραμένει αβέβαιο αν διαθέτει και την απαιτούμενη πολιτική βούληση, ιδίως σε μια περίοδο ανόδου της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, που συχνά τρέφει φιλορωσικές συμπάθειες. Το αν η ήπειρος θα κινηθεί εγκαίρως, είναι το κρίσιμο ερώτημα της εποχής.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Διαβάστε ακόμη...

Διαβάστε ακόμη...