1110
O Κώστας Μήτρογλου πανηγυρίζει το πρώτο γκολ κόντρα στην Ολλανδία | REUTERS/Michael Kooren

Ετυχε ή πέτυχε αυτή η Εθνική Ελλάδος;

Sportscaster Sportscaster 2 Σεπτεμβρίου 2016, 12:54
O Κώστας Μήτρογλου πανηγυρίζει το πρώτο γκολ κόντρα στην Ολλανδία
|REUTERS/Michael Kooren

Ετυχε ή πέτυχε αυτή η Εθνική Ελλάδος;

Sportscaster Sportscaster 2 Σεπτεμβρίου 2016, 12:54

Ηταν μια νίκη (2-1) σε φιλικό ματς, με αντίπαλο τη «μισή» Ολλανδία, που βιώνει τη χειρότερη αγωνιστική κρίση της μετά τον Πόλεμο. Πέντε διαδοχικές ήττες στα εδάφη της, είχε να κάνει από το 1933. Ας μην… τρελαινόμαστε, λοιπόν.

Από την άλλη, ακόμη κι αν το βράδυ της Πέμπτης χάναμε πάλι από τους Ολλανδούς (δεν τους είχαμε νικήσει ποτέ – σε οκτώ παιχνίδια μάς είχαν ρίξει 19 γκολ και τους είχαμε βάλει μόνον ένα, το 1987 με τον Δημήτρη Σαραβάκο), η εμφάνιση της Εθνικής Ελλάδος ήταν μια μεγάλη -ευχάριστη- έκπληξη. Πάνω στην ώρα. Την προσεχή Τρίτη, στο Φάρο της Πορτογαλίας,  απέναντι στους ερασιτέχνες του Γιβραλτάρ, αρχίζει το ταξίδι με προορισμό τη Ρωσία: το Μουντιάλ του 2018.

Αυτό το «τα παιδιά θα τα δώσουν όλα – όποιος δεν θέλει ν’ ακολουθήσει, πρέπει να φύγει», που είπε ο Μίχαελ Σκίμπε στη συνέντευξη Τύπου μετά τον αγώνα στο «Φίλιπς Στάντιον» του Αϊντχόφεν, είχαμε πολύ καιρό να το ακούσουμε από χείλη ομοσπονδιακού τεχνικού. Από την εποχή του Οτο Ρεχάγκελ. Κυρίως, είχαμε καιρό να το δούμε στο χορτάρι. Από την εποχή του Φερνάντο Σάντος.

2016-09-01T203311Z_1810677960_S1AETYVXZZAA_RTRMADP_3_SOCCER-FRIENDLY-NLD-GRC
Οι έλληνες ποδοσφαιριστές πανηγυρίζουν το δεύτερο γκολ του Γιάννη Γιαννιώτα (REUTERS/Michael Kooren)

Μόλις δυο χρόνια έχουν περάσει από τις τελευταίες περήφανες στιγμές της Εθνικής Ελλάδος, στο Μουντιάλ του 2014, όμως φάνηκαν αιώνας. Ισως επειδή -μέσα σ’ αυτή τη διετία- ζήσαμε κάθε πιθανό και απίθανο εξευτελισμό, με αποκορύφωμα τις δυο ήττες από τις Νήσους Φερόες. Δεν είναι ντροπή να χάνεις. Ούτε το να λείπεις από ένα Euro – πλατιά ολομέλεια, στο οποίο εμφανίστηκαν ακόμη και η Αλβανία με την Ισλανδία (με μεγάλη επιτυχία). Ντροπή ήταν, αυτό το συνοθύλευμα ποδοσφαιριστών που παρίστανε την ομάδα. Χωρίς την παραμικρή διάθεση -ή τη δυνατότητα- να παίξει τα στοιχειώδη.

Χθες, λοιπόν, το «μπουλούκι» εμφανίστηκε -ξανά- ως ομάδα. Με πλάνο -κι ας μην ήταν καθόλου πρωτότυπο-, με συγκέντρωση (με εξαίρεση τα παιδαριώδη λάθη της άμυνας στο γκολ με το οποίο ο Βαϊνάλντουμ άνοιξε το σκορ), με πίεση στον αντίπαλο, με πολλά τρεξίματα, και με τους έλληνες διεθνείς να φτάνουν πρώτοι στην μπάλα σχεδόν σε όλες τις προσωπικές «μάχες». Πράγμα που δεν έχει να κάνει τόσο με την ταχύτητα, όσο με την επιθυμία του παίκτη να διακριθεί – και να νικήσει. Τα γκολ του Μήτρογλου (29′) και του Γιαννιώτα (74′), απλώς στόλισαν αυτή τη νέα έκδοση της Εθνικής όπως της άξιζε.

Εμοιαζε αρκετά με τις παλιές, εξαιρετικά επιτυχημένες, εκδόσεις των ομάδων του Ρεχάγκελ και του Σάντος. Στο πιο θεαματικό τους, μάλιστα. Ο γερμανός τεχνικός φαίνεται πως θέλει μια Εθνική λίγο πιο επιθετική από τις προηγούμενες, με κατοχή μπάλας όταν οι περιστάσεις το επιτρέπουν. Το ζήτημα είναι άλλο: έτυχε ή πέτυχε; Αυτό το -βγαλμένο από τις καλές εποχές- χθεσινό 90λεπτο, ήταν αποτέλεσμα συστηματικής δουλειάς ή φωτογραφία της στιγμής;

2016-09-01T203312Z_283257021_S1AETYVYAAAB_RTRMADP_3_SOCCER-FRIENDLY-NLD-GRC
Ο Γιάννης Γιαννιώτας πέτυχε το νικητήριο γκολ για την Εθνική μας (REUTERS/Michael Kooren)

Κακά τα ψέματα. Ο Σκίμπε είναι ένας «προπονητής της σειράς». Τουλάχιστον ήταν, μέχρι να μπει στη ζωή της εθνικής μας ομάδας. Γι’ αυτό, άλλωστε, δέχτηκε με τέτοια ευκολία τις πενιχρές -για την αγορά- ετήσιες αποδοχές των 600.000 ευρώ. Δεν έχει να παρουσιάσει κάποια αξιόλογη επιτυχία, ούτε κανενός είδους καινοτομία – σε τακτική ή σε μεθόδους προπόνησης. Αντιθέτως με τον Ρεχάγκελ, ο οποίος -προτού έρθει στην Ελλάδα, πριν από 15 χρόνια- είχε κάνει όνομα στη Γερμανία, κατακτώντας το Πρωτάθλημα με τη νεοφώτιστη Καϊζερλάουτερν, που ο ίδιος είχε μόλις προβιβάσει στην Μπουντεσλίγκα. Αλλά και με τον Σάντος, ο οποίος είχε ιδρύσει τη δική του «σχολή» της κυνικής νίκης.

Ως πρώτος προπονητής, ο Σκίμπε απέτυχε παντού: στους τέσσερις γερμανικούς συλλόγους στους οποίους εργάστηκε (Λεβερκούζεν, Ντόρτμουντ, Αϊντραχτ Φρανκφούρτης, Χέρτα Βερολίνου), σε τρεις ομάδες της Τουρκίας (Γαλατά, Εσκισεχίρσπορ και Καραμπούκσπορ), ακόμη και στην Ελβετία (Γκρασχόπερς). Ποτέ και πουθενά δεν έγινε δημοφιλής. Ισως να φταίει και αυτή η ψυχρότητα, αυτή η (φαινομενική;) απάθεια που βγάζει προς τα έξω… Σε κάθε περίπτωση, στα 51 του, η Εθνική Ελλάδος είναι -μάλλον- η τελευταία του ευκαιρία να διακριθεί. Να καθίσει στην άκρη του πάγκου σε ένα Μουντιάλ, για να ‘χει να λέει οτι κάτι έκανε κι αυτός στην καριέρα του. Το κίνητρο υπάρχει, εργατικός είναι (περισσότερο από τον Ρεχάγκελ και λιγότερο από τον Σάντος), όμως δεν είναι ο τεχνικός που θα κάνει «μαγικά». Σε καμία περίπτωση.

Αλλά, είναι ένας σοβαρός άνθρωπος, με εμπειρία εθνικής ομάδας (της Γερμανίας), ο οποίος ευτύχησε να έχει μπροστά του σχεδόν δέκα μήνες (η πρόσληψή του ανακοινώθηκε στις 29 του περασμένου Οκτωβρίου) για να δουλέψει, πριν από τον πρώτο επίσημο αγώνα της νέας του ομάδας. Σε αυτό το χρονικό διάστημα, δεν άφησε γήπεδο για γήπεδο. Σε αντίθεση με τον Ρεχάγκελ, που έστελνε τον Τοπαλίδη, ο Σκίμπε παρακολούθησε από κοντά δεκάδες έλληνες ποδοσφαιριστές, για να καταλήξει σε αυτούς που διάλεξε.

Δεν θεωρείται μάστορας της πειθαρχίας, όπως ήταν ο Ρεχάγκελ, όμως το παρουσιαστικό του διώχνει κάθε πιθανή σκέψη για «χαβαλέ». Και η μαύρη αλήθεια είναι, οτι -από το 2014 κι έπειτα- η Εθνική είχε ξανακυλήσει στα π.Ρ. (προ Ρεχάγκελ) χρόνια. Οι αποστολές της θύμιζαν πενθήμερες σχολικές εκδρομές, και οι διεθνείς μας -ιδίως οι ξενιτεμένοι- περίμεναν με ανυπομονησία τις συγκεντρώσεις της. Λίγη προπόνηση, λίγη τακτική και το βράδυ στα μπουζούκια.

Αυτόπτες μάρτυρες αναφέρουν οτι, τους τελευταίους οκτώ μήνες, η εικόνα έχει αλλάξει. Μπορεί το ξενοδοχείο της Εθνικής να μη θυμίζει γερμανικό οικοτροφείο -όπως συνέβαινε επί Ρεχάγκελ, όμως τουλάχιστον έπαψε να είναι ξέφραγο αμπέλι. Ο Σκίμπε έβαλε κάποιους στοιχειώδεις κανόνες, τα στελέχη της Ομοσπονδίας βαρέθηκαν (ευτυχώς) να ασχολούνται με μια απαξιωμένη ομάδα και -το κυριότερο- οι διεθνείς μας αποφάσισαν να σοβαρευτούν, επειδή κουράστηκαν να χάνουν. Σιχάθηκαν την «καζούρα» που τους περίμενε έπειτα από κάθε ήττα.

Εκτός από τον «χαβαλέ», έκοψαν και τις συλλογικές κόντρες μεταξύ τους. Τη σκηνή που ακολούθησε (χθες) το γκολ του Γιαννιώτα, με τον Τζαβέλλα (του ΠΑΟΚ) να διαμαρτύρεται στον τούρκο διαιτητή για ένα σκληρό φάουλ στον Μάνδαλο (της ΑΕΚ), που είχε προηγηθεί, είχαμε πολύ καιρό να τη δούμε στην «Εθνική των καταναγκαστικών έργων». Λεπτομέρεια, αλλά διόλου ασήμαντη.

Εχει δίκιο ο Σκίμπε, που λέει οτι η Ελλάδα διαθέτει μερικούς παίκτες παγκόσμιας κλάσης. Αλλά, ο λόγος που δεν καταφέρναμε να νικήσουμε τις Φερόες, τη Φινλανδία ή τη Ρουμανία, δεν ήταν η απουσία καλών παικτών. Ηταν η έλλειψη της ολόψυχης συστράτευσής τους σε έναν κοινό σκοπό. Με όλα όσα έβλεπαν να συμβαίνουν γύρω τους, είχαν πάψει να «γουστάρουν».

Τώρα, αυτός ο μέτριος προπονητής, έχει αρχίσει -πάλι- να τους «ψήνει». Να τους εμπνέει σεβασμό. Να τους πείθει οτι, μαζί του, μπορούν να κάνουν μια νέα αρχή. Χρειάζεται, όμως, και λίγη τύχη. Μερικά καλά αποτελέσματα στην αρχή: με το Γιβραλτάρ (την ερχόμενη Τρίτη), με την Κύπρο (7/10), με την Εσθονία (10/10), με τη Βοσνία (13/11). Αυτή την τύχη που είχε στο ξεκίνημά του και ο Ρεχάγκελ. Αυτή την τύχη που τον βοήθησε να υποτάξει τα «εγώ» των διεθνών του στο «εμείς» μιας ομάδας που μεγαλούργησε.