1781
Κινηματογραφώντας. «Είχα την τύχη -και δεν το λέω κατά λάθος- να ζήσω τέσσερα χρόνια στο Μακρονήσι. Εκεί έμαθα ένα σωρό πράγματα και θέατρο. Εκεί μου πρωτοδημιουργήθηκε η ιδέα του κινηματογράφου» είχε πει | YouTube

Νίκος Κούνδουρος: Ενας «Δράκος» και τι δράκος!

Μιχάλης Ηλιάδης Μιχάλης Ηλιάδης 22 Φεβρουαρίου 2017, 23:20
Κινηματογραφώντας. «Είχα την τύχη -και δεν το λέω κατά λάθος- να ζήσω τέσσερα χρόνια στο Μακρονήσι. Εκεί έμαθα ένα σωρό πράγματα και θέατρο. Εκεί μου πρωτοδημιουργήθηκε η ιδέα του κινηματογράφου» είχε πει
|YouTube

Νίκος Κούνδουρος: Ενας «Δράκος» και τι δράκος!

Μιχάλης Ηλιάδης Μιχάλης Ηλιάδης 22 Φεβρουαρίου 2017, 23:20

Ο Γουόλτερ και η Πάτι. Μέσα από τα μάτια τους, στη δεκαετία του ’70, σκιαγραφείται ο πολιτισμικός χάρτης της Αμερικής. Και σχολιάζεται. Και μάλιστα ύστερα από μία νύχτα στην σκοτεινή κινηματογραφική αίθουσα, με το Ντίνο Ηλιόπουλο στο κεντρικό – ασπρόμαυρο – πλάνο σε ρόλο «Δράκου». Ο Γουόλτερ και η Πάτι με τον σχολιασμό και την ακόλουθη συζήτησή τους, ανατρέχοντας σε σκηνές από την ταινία του 1956 και του Νίκου Κούνδουρου καυτηριάζουν το πολιτικό αμερικανικό πνεύμα, όχι μόνον της εποχής αλλά και των επόμενων δεκαετιών…

Αν δεν το καταλάβατε, αναφερόμαστε στον κορμό της «Ελευθερίας», του μπεστ σέλερ του Τζόναθαν Φράνζεν. Στο οποίο κεντρικό ρόλο, ως μοχλός… αναμόχλευσης της αμερικανικής πολιτικής παθογένειας, λειτουργεί ο κινηματογραφικός «Δράκος» του Νίκου Κούνδουρου (που άφησε την τελευταία του πνοή στα 90 του χρόνια, πλήρης ημερών και εμπειριών). Μια ταινία που περιλαμβάνεται στις λίστες με τις 100 καλύτερες δημιουργίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου και ο μεγάλος Φρανσουά Τριφό είχε χαρακτηρίσει -στο Arts Magazine- «συναρπαστική, με ποιητική έμπνευση και στιγμές αληθινής έκστασης».

drakos1
Ο υπαλληλίσκος Θωμάς (Ντίνος Ηλιόπουλος), που μοιάζει με το «Δράκο», βρίσκει στην ταινία του Νίκου Κούνδουρου τον έρωτα σε ένα καμπαρέ. Ο έρωτας είναι «το μωρό», η φρέσκια Μαργαρίτα Παπαγεωργίου

Στο πολυβραβευμένο νουάρ του Κούνδουρου – εφαλτήριο και σταθμό στη σταδιοδρομία του – ένας άφιλος τραπεζικός υπάλληλος, ο Θωμάς, ετοιμάζεται να περάσει την Πρωτοχρονιά μόνος και φτάνει να καταζητείται από την Αστυνομία επειδή μοιάζει με τον εγκληματία «Δράκο», αλλά καταλήγει να παριστάνει το «Δράκο» σε μια συμμορία αρχαιοκαπήλων (που γίνονται αδελφοποιτοί πίνοντας το αίμα αλλήλων!). Χάρη σε αυτή την παρεξήγηση γνωρίζει τον έρωτα σε ένα καμπαρέ, συλλαμβάνεται, αποκαλύπτεται ότι δεν είναι ο πραγματικός «Δράκος» και αφήνεται ελεύθερος για να δολοφονηθεί τελικά από τη συμμορία που του ουρλιάζει την εμβληματική φράση «Παίζεις με τον καημό μας!». Και αυτό με τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και το μπουζούκι του Βασίλη Τσιτσάνη, εμβληματικά όσο και η σκηνοθεσία του Κούνδουρου (που γι’ αυτό χρίστηκε «πατριάρχης του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου), η αφαιρετική και αλλοιωτική των μορφών νουάρ ατμόσφαιρα, η καθηλωτική δραματική ερμηνεία του Ντίνου Ηλιόπουλου.

Στην (μετεμφυλιακή) εποχή της η ταινία είχε χαρακτηρισθεί από την κριτική ως «κομμουνιστική», με αιτιολογία την εξορία (μεταπολεμικά) του Νίκου Κούνδουρου στη Μακρόνησο – όπου γνώρισε το Θανάση Βέγγο και του έδωσε αργότερα την πρώτη του κινηματογραφική ώθηση – για τη δράση του στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ, αν και ο ίδιος δήλωνε «ανήκω στους πρώτους Κουκουέδες που απαρνήθηκαν τον Στάλιν».

«Ο συλληφθείς ως ύποπτος δι’ εκτελέσεις υιός του μακαρίτου Ιωσήφ Κούνδουρου, Νικόλαος, προσαχθείς ενώπιον του ανακριτού, αφέθη ελεύθερος, αποδειχθείσης ψευδούς της κατηγορίας», ανέφερε ένα ειδησάκι, στις 23 Νοεμβρίου 1945, στην εφημερίδα «Κήρυξ Χανίων».

Μετά την πρεμιέρα του «Δράκου», στις 5 Μαρτίου 1956, στην εφημερίδα «Εστία» ο Άδωνις Κύρου αποφαινόταν: «Η ταινία, απίθανος και τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά, καθίσταται εντελώς γελοία, και δεν ηξεύρει κανείς τι πρώτον και τι ύστερον να οικτήρη εκεί μέσα. Τας μωράς γελοιότητας των λαθρεμπόρων; Τον οικτρόν και πανάθλιον χορόν των χασικλήδων; Την οικτράν εμφάνισιν και κατασυκοφάντησιν της Αστυνομίας; (σ.σ.: για την αστυνομία όλοι οι πολίτες είναι εν δυνάμει εγκληματίες και πρέπει να καταδιώκονται) Ή τους αθλιεστέρους και βρωμεροτέρους συνοικισμούς των Αθηνών και του Πειραιώς, όπου εγυρίσθη το ελεεινόν αυτό κατασκεύασμα;»

unnamed
«Ελεεινόν κατασκεύασμα» είχε χαρακτηρίσει η κριτική της εποχής του (1956) τον εμβληματικό «Δράκο» του Νίκου Κούνδουρου, με τον Ντίνο Ηλιόπουλο, που σήμερα περιλαμβάνεται στις περισσότερες λίστες με τις 100 καλύτερες δημιουργίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου

Ακόμη και αριστερές εφημερίδες, όπως η «Αυγή», είχαν γράψει «Δεν υπάρχει ένας εισαγγελέας να απαγορεύσει αυτή την αθλιότητα;» Ο Νίκος Κούνδουρος θυμόταν: «Πήρα ένα πανό, έγραψα πάνω αυτή τη φράση και το κρέμασα έξω από τον κινηματογράφο. Ο κόσμος το χάζευε, αλλά δεν έμπαινε να δει την ταινία. Ο Δρακος ανέβηκε τη Δευτέρα και την Τρίτη κατέβηκε. Ο κόσμος ούρλιαζε “Τα λεφτά μας πίσω”. Τους είπα “κατεβάστε την”».

Η αποκατάσταση ή δικαίωση, αν θέλετε, του «Δράκου», αλλά και του Νίκου Κούνδουρου, ήρθε 55 χρόνια μετά, το 2011, με ένα άρθρο του βρετανικού Guardian που επισήμαινε πως τούτο το ελληνικό νουάρ επηρέασε, αν όχι έδωσε τη βασική του έμπνευση, στην «Ελευθερία» του Φράνζεν. Στην πιο χαρακτηριστική σκηνή, το ζευγάρι αφού βλέπει μια προβολή του «Δράκου», επιδίδεται σε αποτιμήσεις που αφορούν εν γένει την Αμερική και τη στάση της απέναντι στην Ευρώπη και τον κόσμο (είπαμε: η δράση του βιβλίου τοποθετείται στη δεκαετία του ΄70 και ενώ μαίνεται ο πόλεμος στο Βιετνάμ). Ο Γουόλτερ επιχειρηματολογεί για το νουάρ του Κούνδουρου ως «πολιτική αλληγορία της πάλης ενάντια στη μετεμφυλιακή δεξιά καταπίεση», στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο και υπέρ της ανάγκης αυτής της πάλης των λαών, ενώ η Πάτι θεωρεί την ταινία ως μία «ιστορία για την αρρενωπότητα και την έμφυτη τάση της για δράση», υπονοώντας το άλλοθι των Ηνωμένων Πολιτειών για την «αρρενωπή» και επιθετική στάση απέναντι στον κόσμο. Δίνοντας φωνή, και οι δύο ήρωες, στις σκέψεις και το στοχασμό του μπεστσελερίστα συγγραφέα Τζόναθαν Φράνζεν.

Ο ίδιος ο Νίκος Κούνδουρος είχε ταχθεί υπέρ της πρώτης, πολιτικής, εκδοχής, όταν είχε ερωτηθεί μετά την μεγάλη εκδοτική επιτυχία της «Ελευθερίας»: «Ο Δράκος ξεκίνησε σαν πολιτική ταινία – να ‘ναι καλά και το σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Το κοινό σημείο του βιβλίου με την ταινία είναι η κριτική της αμερικανικής πολιτικής, τότε και τώρα. Ο Δράκος καταγγέλλει την Αμερική, που με τον όγκο της έπεσε πάνω στην πατριδούλα μας σαν να ήταν για τα σκουπίδια. Να αγοράσουν μια κολόνα από το ναό του Ολυμπίου Διός δεν θέλουν στην ταινία;» Την δε επιτυχία της την απέδιδε στον «αντιαμερικανισμό» που απέπνεε η ταινία του, πράγμα σπάνιο εκείνη την εποχή: «Η Ελλάδα σούρωνε μπροστά στη δύναμη της Αμερικής και η Αμερική μέσα από αυτή την ταινία καταγγέλλεται».

Ο Νίκος Κούνδουρος, άλλωστε, είχε τολμήσει να αποτυπώσει, μόλις δύο χρόνια πριν το «Δράκο» και μετά την εκτέλεση του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ Νίκου Πλουμπίδη, με κινηματογραφική πρόθεση πολιτική, την «αστική εγκατάλειψη» της μετεμφυλιακής Ελλάδας, με το πρωτόλειό του, τη «Μαγική Πόλη» – σε σενάριο Μαργαρίτας Λυμπεράκη – στην οποία έκανε το ντεμπούτο του ο Θανάσης Βέγγος, υπό τους ήχους της μουσικής του Μάνου Χατζιδάκι.

Thanasis Beggos
Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του Θανάση Βέγγου στη «Μαγική πόλη» του Κούνδουρου το 1954

Σε εκείνο το τοπίο της «Μαγικής πόλης», που άφησε πίσω του ο εμφύλιος σπαραγμός (ανάλογο με το τοπίο στον μνημειακό για τον κινηματογράφο «Τρίτο άνθρωπο» του Κάρολ Ριντ και του 1949, σε σενάριο του Γκράχαμ Γκριν, με φόντο την «αστική εγκατάλειψη» στη μεταπολεμική Βιέννη), έδωσε φωνή ο Νίκος Κούνδουρος στον «Δράκο» του, μέσα από τα λόγια του αφεντικού: «Δεν είναι κρίμα οι Ελληνες να σκοτωνόμαστε μεταξύ μας;». Την ώρα μάλιστα που ένας χορός γυναικών τραγουδά «Ω μάνα, κοίταξε, οι άντρες πώς πεθαίνουν». Με το αφεντικό και τον ήρωα, Θωμά, να εκπροσωπούν τους νεόπλουτους της Κατοχής και την πολιτικά διεφθαρμένη και αδιάφορη απέναντι σε εγκλήματα και τεκταινόμενα μεσαία τάξη.

Festibal Kinimatografou - kritiki epittropi 1961
Πόσο ταλέντο σε ένα κάδρο; Ο Νίκος Κούνδουρος (πάνω αριστερά) στην κοινή φωτογραφία των μελών της Κριτικής Επιτροπής για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του 1961. Κάτω αριστερά, ο Αλέκος Αλεξανδράκης. Επάνω, μεταξύ άλλων, οι Μιχάλης Κακογιάννης, Ηλίας Βενέζης, Μάριος Πλωρίτης, Μάνος Κατράκης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Ειρήνη Παππά, Μίκης Θεοδωράκης…

Αυτόν τον καημό του (από τον αρχαιοελληνικό αόριστο του ρήματος καίομαι), αυτό το «κάψιμο ψυχής» όπως το έλεγε ο Νίκος Κούνδουρος, τον μετέφερε – πολιτικά πάντα, αλλά αυτή τη φορά ερωτικά – και στις επίσης πολυβρεβευμένες του «Μικρές Αφροδίτες» (ή «Το σημάδι της Αφροδίτης»), του 1963, σε σενάριο Βασίλη Βασιλικού και Κώστα Σφήκα, ταινία – με μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου και ελάχιστο διάλογο – η οποία τιμήθηκε με την Αργυρή Αρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου και με το βραβείο της FIPRESCI, της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου. Με άξονα τον έρωτα ενός δεκάχρονου βοσκού του 200 π.Χ., του Σκύμνου, για την 12χρονη Χλόη και με τον δημιουργό Νίκο Κούνδουρο αδιάλλακτο απέναντι στην ταξική διαφορά και τον καημό, που όλα τα καίει… Χώρια ότι οι γυμνές ερωτικές σκηνές συνέπεσαν με το σύνθημα των χίπις «Κάντε έρωτα, όχι πόλεμο».

mikres afrodites
Γυμνή σκηνή από τις «Μικρές Αφροδίτες» του, που απέσπασαν Αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1963 και βραβείο της FIPRESCI

Την πυρκαγιά και την Καταστροφή της Σμύρνης, που όλα τα έκαψε κι έγινε καημός, μαζί με έναν αλυτρωτισμό, που σταμπιλάρησε στην κινηματογραφική γραφή του, παρέδωσε στο κοινό της Μεταπολίτευσης, το 1978, με την ταινία του «1922» (μόλις τέσσερα χρόνια πριν από τη γέννησή του στην Αθήνα, αλλά με την καταχώρησή του ως βρέφος στο Μητρώο Αρρένων Αγίου Νικολάου Κρήτης). Βασισμένη στο βιβλίο του Ηλία Βενέζη «Το νούμερο 31328», που ετοιμάζεται στη φετινή σεζόν να ανεβαστεί και στη θεατρική σκηνή.

1922
Η καταστροφή και ο καημός στο βλέμμα τους. Φιγούρες από το «1922» του Νίκου Κούνδουρου

Ακόμη και η ύστατη ταινία του, το 2012, ύστερα από 14 χρόνια κινηματογραφικής σιωπής, «Το πλοίο» βαθιά πολιτική ήταν. «Αφορούσε σε ένα αίσθημα που το έχω κληρονομήσει από τους παππούδες μου, το αίσθημα της δικαιοσύνης», έλεγε τελευταία στο maga.gr. «Εβγαλα το άχτι μου σε μία ταινία που δεν ήταν ελληνική, μιλούσε αγγλικά και αραβικά. Ο καημός των Παλαιστινίων με είχε αγγίξει έντονα. Οι Ευρωπαίοι βλέπουν το μαρτύριο ενός λαού και κάθονται βουβοί χωρίς να λένε τίποτα. Σκέφτονται “δεν πειράζει, ασ’ τους να σκοτώνονται”. Εγώ εκείνη την ώρα λέω “εγώ δεν τους αφήνω, θα μπήξω μία φωνή”. Και έμπηξα μία φωνή».

Είχε «μία αίσθηση κινδύνου» με «Το πλοίο». Ελεγε «κάπου θα την πληρώσω άσχημα. Γιατί παρόλο που προσπάθησα να μην καταγγέλλω το Ισραήλ υπερβολικά, η προσπάθειά μου να ουρλιάξω για το άδικο σε βάρος των Παλαιστινίων, είναι τελικά τόσο μεγάλη, ώστε μοιραία το Ισραήλ κάθεται στη μπάντα. Λέω, θα τη βρω από τους Χρυσαυγίτες, από κάπου θα το βρω και αυτός είναι ένας και από τους λόγους που έχω μαντρώσει το σπίτι μου με σίδερα και συναγερμούς. Ο λόγος είναι το πάθος. Ο φιλελευθερισμός μου με τον οποίον έχω ανατραφεί με κάνει να μη θέλω αυτή την εξουσία, αυτή τη σκληράδα».

«Οι ταινίες μου είναι όλες πολιτικές», επέμενε ο Νίκος Κούνδουρος. «Στη Μακρόνησο έκανα τέσσερα χρόνια. Εκεί έμαθα για το θέατρο και για τη δύναμη του λόγου. Όταν οι πολιτικές ανατροπές με γύρισαν πάλι στην “κανονική” ζωή, – που δεν ήταν κανονική στην πραγματικότητα γιατί, της δεξιάς αρχούσης, εμείς ήμασταν πάντοτε τα σκουπίδια της κοινωνίας, οι παράσιτοι, οι επικίνδυνοι έχοντας αποκτήσει πια θεατρική αγωγή και έχοντας ανακαλύψει τη δύναμη του λόγου, σκέφτηκα “Θα κάνω κινηματογράφο”. Και έκανα. Ο κινηματογράφος έχει τεράστια δύναμη».

Ιδεολόγος και «ωραίος σαν Έλληνας» (φράση από το ποίημα «Μπολιβάρ» του Νίκου Εγγονόπουλου, που ο κινηματογραφιστής χρησιμοποιούσε συχνά), ο Νίκος Κούνδουρος πίστευε στους ανθρώπους. Στο ρωμέικο. Στους Ελληνες. «Οι ωραιότεροι Ελληνες», διαλαλούσε, «ζουν αυτή τη στιγμή στα υπόγεια των σπιτιών τους δίχως να ξέρουμε ποιοι είναι».