1137
Η «Φραγκογιαννού» προσεύχεται λίγο πριν επιχειρήσει κολυμπώντας να φτάσει στον ιερέα για να εξολογηθεί. Θα πνιγεί μεταξύ θεού και ανθρώπων... | Βασίλης Μακρής

Οπερα/ Τα δαιμόνια της «Φόνισσας» είναι και πάλι ελεύθερα

Κατερίνα I. Ανέστη Κατερίνα I. Ανέστη 23 Μαρτίου 2016, 12:35
Η «Φραγκογιαννού» προσεύχεται λίγο πριν επιχειρήσει κολυμπώντας να φτάσει στον ιερέα για να εξολογηθεί. Θα πνιγεί μεταξύ θεού και ανθρώπων...
|Βασίλης Μακρής

Οπερα/ Τα δαιμόνια της «Φόνισσας» είναι και πάλι ελεύθερα

Κατερίνα I. Ανέστη Κατερίνα I. Ανέστη 23 Μαρτίου 2016, 12:35

«Aυτό θέλω οπωσδήποτε να το δω!» είπε αποφασιστικά ο διευθυντής της Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης. Είχε μόλις σταματήσει το ξεφύλλισμα του αγγλικού έντυπου υλικού της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στις σελίδες με την παρουσίαση της «Φόνισσας», της όπερας που συνέθεσε ο Γιώργος Κουμεντάκης ορμώντας από τα σκοτεινά βάθη του εμβληματικού κειμένου του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.  Ηταν λίγους μήνες πριν, σε μια διεθνή συνάντηση για την όπερα, όταν το εκμυστηρεύτηκε στον Μύρωνα Μιχαηλίδη. Και τώρα, η παράσταση που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 2014 και έγινε sold out με το κοινό να χειροκροτεί όρθιο κάθε βράδυ, επιστρέφει στις 15, 16, 17 και 20 Απριλίου στο Μέγαρο Μουσικής.

Untitled2
Η Φραγκογιαννού, που σκοτώνει μικρά κορίτσια για να τα λυτρώσει, στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής

Ο σημαντικός έλληνας συνθέτης Γιώργος Κουμεντάκης έγραψε ένα έργο-ορόσημο για τη σύγχρονη όπερα (και δεν αναφέρομαι μόνο στην ελληνική σκηνή, αλλά στη διεθνή). Μια ορμητική σύνθεση που γεννήθηκε μέσα από «ιερό» κείμενο του αποκαλούμενου κοσμοκαλόγερου της λογοτεχνίας μας, με την πρώτη ελληνίδα σίριαλ κίλερ, όπως πολλοί αγαπούν να χαρακτηρίζουν την Φραγκογιαννού.

«Εχω βρει έναν προσωπικό τρόπο που μου επιτρέπει τη δυσκολία που έβαζε παλιά η σύγχρονη μουσική –η avant garde– στον θεατή για να τον πάει πιο ψηλά πνευματικά, να το κάνω μέσα από ένα τονικό ιδίωμα και οικεία στοιχεία που συνδέονται με την παράδοση», εξηγεί ο Γιώργος Κουμεντάκης για τη σύνθεσή του. Ενα τονικό ιδίωμα που επιτρέπει στα ηπειρώτικα μοιρολόγια που χρησιμοποιεί να αναδύονται ξαφνικά (σαν νησί) στη λουσμένη στο μπλε του κοβάλτιου σκηνή. Ξεγυμνώνουν στη σκηνή τη ψυχή της Φόνισσας, την φονική της αγριότητα, καθώς η Σκιάθος περιστρέφεται γύρω της και τα μικρά κορίτσια σβήνουν στα χέρια της. Ο θεατής  περνά από όλες τις διακυμάνσεις: Από το πολύ πιανίσιμο στο πιο φόρτε, από το πολύπλοκο στο απλό.

Σύμφωνα με την υπόθεση του έργου, η Φραγκογιαννού σκοτώνει μικρά κορίτσια, ακόμα και την εγγονή της, για να τα «λυτρώσει» από την ζωή που θα ζήσουν ως γυναίκες σε αυτόν τον κόσμο. Το μυαλό της ψηλώνει, λέει ο Παπαδιαμάντης. Το μυαλό της ψηλώνει και σκοτώνει . Πόσο ιδανική οπερατική ηρωίδα! «Το μυαλό της ψηλώνει σε μια φάση ανθρωποφαγική, δεν ψηλώνει σε μια φάση πνευματική» μου έλεγε πριν την πρεμιέρα ο Γιώργος Κουμεντάκης. Και βέβαια δεν μπορείς να μην συλλογιστείς πόσο αυτό το ψήλωμα του μυαλού, η ανάγκη του άλλου να αφανίσει είναι σήμερα η συνθήκη που ζούμε. Γι’ αυτό είναι σημαντικός ο τρόπος που ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί τη φράση «ψηλώνει το μυαλό της». Ο Γιώργος Κουμεντάκης το ερμηνεύει ως εξής: «Γιατί θέλει [ο Παπαδιαμάντης] να ξεπερνάει τα όρια. Φτιάχνει έναν ρόλο υπερβατικό. Για αυτό την παρομοιάζουν με πρόσωπο από αρχαία τραγωδία. Φτάνει συνεχώς στην ύβρη. Αυτά είναι θέματα που μπορούν να σε απασχολήσουν σε σχέση με τη Φόνισσα».

Untitled3
Αφανισμένα τα κορίτσια του νησιού, καθώς το μυαλό της Φόνισσας «ψηλώνει» όπως έγραφε ο Παπαδιαμάντης

Θα το βιώσει αυτό από τα πρώτα λεπτά το κοινό που θα δει ξανά ή για πρώτη φορά τη «Φόνισσα». Θα ανοίξει η αυλαία στην αίθουσα Τριάντη και θα αντικρύσει μια μετα-εικόνα του Νικηφόρου Λύτρα, θα δει θραύσματα εσωτερικά χωριών, θα ακούσει το νανούρισμα της Φραγκογιαννούς, θα ανατριχιάσει με τους ήχους από την ορχήστρα που βρίσκεται στα σπλάχνα της αίθουσας. Ηχοι που προϊδεάζουν: κάτι ανείπωτο, αποτρόπαιο θα συμβεί.  Η μουσική ξεδιπλώνεται, νομίζεις πως ακούς τα φύλλα να θροΐζουν στο σκοτάδι, πουλιά να κρώζουν ενώ το ευρηματικό σκηνικό του Πέτρου Τουλούδη σε «ρουφάει» μέσα στη σκηνική δράση.

Ο γνωστός εικαστικός, δημιουργεί τη δική του αφήγηση που νιώθεις να φέρει αναφορές από τον Νικηφόρο Λύτρα ως τον σύγχρονο εικαστικό καλλιτέχνη Bill Viola. Aναφορές που αποδομεί εν τέλει για να δημιουργήσει το δικό του ιδιοσυγκρασιακό σύμπαν, που σε καμία στιγμή δεν ανταγωνίζεται όσα διαδραματίζονται στη σκηνή. Και είναι αυτό το σκηνικό, η ίδια Σκιάθος, που αρχίζει να περιστρέφεται γύρω από τη Φραγκογιαννού. Αντί να τρέχει να σωθεί από τους χωροφύλακες και τους κατοίκους του νησιού μένει σταθερή και το νησί γυρίζει γύρω της, σύμφωνα με την ευρηματική σύλληψη.

Και αν κάτι διαπερνά αυτό το σκηνικό γεγονός, την όπερα που βαθιά ταράζει το κοινό, είναι ο ιδιοφυής και ταυτόχρονα τόσο έντιμος και απροσποίητος τρόπος που οι δημιουργοί καταπιάστηκαν με το τολμηρό, ακραίο θέμα της «Φόνισσας». Ο Αλέξανδρος Ευκλείδης στη σκηνοθεσία, ο Γιάννης Σβώλος στην συγγραφή του ποιητικού κειμένου, ο Πέτρος Τουλούδης στα σκηνικά και στα κοστούμια (αυτά μαζί με την Ιωάννα Τσάμη), ο Βινίτσιο Κέλι στους φωτισμούς. Και φυσικά ο Βασίλης Χριστόπουλος στη διεύθυνση της ορχήστρας σε αυτό το έργο που ουσιαστικά άνοιξε νέα αχαρτογράφητα νερά στο χώρο της σύνθεσης.

Untitled4
H παιδική χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής είναι πραγματική αποκάλυψη

Αλλά δεν μπορείς να μη σταθείς  με ιδιαίτερη προσοχή στους ερμηνευτές και τις χορωδίες που εκλήθησαν να ακολουθήσουν τον τρόπο του Κουμεντάκη. Να ερμηνεύσουν μια ιστορία για μια γυναίκα ύαινα, ένα αγρίμι, που όμως ώρες-ώρες ο συνθέτης δεν μπορεί να μην δει την απόγνωσή της, σχεδόν να σκύψει με στοργή πάνω της. Αυτό το στόχο υπηρετούν οι 97 μουσικοί, η αντρική, η γυναικεία και η παιδική χορωδία που αριθμουν 95 άτομα συνολικά, αλλά και το εκπληκτικό πολυφωνικό των τεσσάρων γυναικών που ερμηνεύουν τα μοιρολόγια. Πλάι τους οι λυρικοί τραγουδιστές που ερμηνεύουν τους βασικούς ρόλους. Τον «σχεδόν αθλητικό ρόλο» της Φόνισσας – όπως τον χαρακτηρίζει ο Αλέξανδρος Ευκλείδης-  που ερμηνεύουν στη διπλή διανομή η Ειρήνη Τσιρακίδου και η Τζούλια Σουγκλάκου, τη Μαρουσώ της Ελενας Κελεσίδη και της Γεωργίας Ηλιοπούλου, τον Ιωάσαφ του Τάσου Αποστόλου.

Για δυο ώρες μέχρι να τελειώσει η όπερα υπάρχει μια συνεχής ροή χωρίς να βλέπεις ποτέ έναν τοίχο μπροστά σου, βλέπεις πάντα έναν άλλο ορίζοντα. «Δεν είναι ένας λαβύρινθος που αισθάνεσαι αποκλεισμένος, αλλά ένα ανοιχτό τοπίο που έχει κάτι συμπαντικό. Τη “Φόνισσα” τη βάζω στην κορυφή, τη βάζω ψηλά. Σκέψου μια μεγάλη σκάλα που ανεβαίνει συνεχώς μέχρι να φτάσεις στο τελευταίο σκαλί. Εκεί έχω βάλει τη Φόνισσα», λέει ο συνθέτης.

Ο Κουμεντάκης στη «Φόνισσα» του, στην οπερατική απόδοση αυτού του στοιχείου-ταυτότητας της ελληνικής λογοτεχνίας, δεν εκβιάζει τη συγκίνηση, αποφεύγει εντατικά οτιδήποτε το εκκωφαντικό. Ο πόνος δεν ουρλιάζει –γι’ αυτό επέλεξε άλλωστε τα συγκεκριμένα μοιρολόγια. Ο πόνος είναι τόσο βαθύς, πνιγηρός, βγαίνει από τα σπλάχνα και γι’ αυτό κάνει τον θεατή σχεδόν να μουδιάζει. Μια σύγχρονη δημιουργία, για τον αφανισμό και το κίνητρό του, την παράνοια,  τον πόνο. Σε μια στιγμή που ο πόνος μας κάνει διάτρητους, που το βρισκόμαστε υπό το έλεος του ανεξήγητου, του ξεριζωμού, του φονικού. Ενα σπουδαίο έργο που αυτό τον Απρίλη θα το δει το κοινό με νέα φόρτιση.

_mg_8191
Η συγκλονιστική στιγμή λίγο πριν το τέλος με τον Ιωσαφάτ

Ιnfo

Γιώργος Κουμεντάκης

Η Φόνισσα

Όπερα σε δύο πράξεις, σε ποιητικό κείμενο Γιάννη Σβώλου, βασισμένο στο ομώνυμο “κοινωνικόν μυθιστόρημα” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ – ΑΙΘΟΥΣΑ Α. ΤΡΙΑΝΤΗ

15, 16, 17, 20 Απριλίου 2016 / ώρα έναρξης 20.00

Μουσική διεύθυνση/ Βασίλης Χριστόπουλος

Σκηνοθεσία/ Αλέξανδρος Ευκλείδης