849
Μαρφίν, Κωστής Χατζηδάκης και ένας αστυνομικός τυλιγμένος στις φλόγες στο Σύνταγμα: η βία, εξόχως παρούσα όλη την προηγούμενη δεκαετία, δεν χωράει σε καλούπια | Reuters/YouTube/CreativeProtagon

Τι αστυνομία θέλουμε;

Ανδρέας Στασινός Ανδρέας Στασινός 3 Ιανουαρίου 2020, 20:00
Μαρφίν, Κωστής Χατζηδάκης και ένας αστυνομικός τυλιγμένος στις φλόγες στο Σύνταγμα: η βία, εξόχως παρούσα όλη την προηγούμενη δεκαετία, δεν χωράει σε καλούπια
|Reuters/YouTube/CreativeProtagon

Τι αστυνομία θέλουμε;

Ανδρέας Στασινός Ανδρέας Στασινός 3 Ιανουαρίου 2020, 20:00

Είναι χρόνια τώρα που η βία, οι λεγόμενοι μπαχαλάκηδες, τα Εξάρχεια, οι καταλήψεις και οι μολότοφ διεκδικούν μεγάλο κομμάτι από την πίτα της επικαιρότητας. Μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, τα Μνημόνια και τους Αγανακτισμένους, είδαμε πολλά στους δρόμους. Πάρα πολλά. Εναν κύκλο επαναλαμβανόμενης βίας που κάποιοι αιτιολογούσαν –«η βία των μνημονίων είναι χειρότερη»–, αλλά ακόμα και τώρα σαν να επιμένουν να μη θέλουν να κλείσει.

Μην πάτε μακριά. Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας, αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατά τα άλλα, αφιέρωσε πρωτοχρονιάτικα χώρο και χρόνο στο μήνυμα του για να πει ότι στο «όνομα δήθεν της επιβολής της τάξης, ολοένα και περισσότερο γίναμε μάρτυρες ξανά, κρουσμάτων αυθαιρεσίας και έλλειψης σεβασμού απέναντι στους πολίτες, στα δικαιώματά τους, στα κεκτημένα τους». Είναι σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί τώρα να εργαλειοποιήσει πολιτικά τα περιστατικά της εκκένωσης καταλήψεων και τα τετ α τετ της Αστυνομίας με ημίγυμνους διαδηλωτές, για να εξυπηρετήσει την αριστερή φαντασίωση της Αστυνομίας ως τέρατος. Της κρατικής «καταστολής» ως απολειφάδι του παρελθόντος, που ερεθίζει ευαίσθητα ανακλαστικά –δεν θα μπορούσε να είναι κι αλλιώς σε μια χώρα που αθροίζει ήττες, έναν Εμφύλιο και μια Χούντα, στον αγώνα για τη Δημοκρατία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει να ορθώνει διλήμματα παρωχημένα: «Νόμος και Τάξη» έναντι «Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». Τραβάει όμως μια διελκυστίνδα που έχει το σχοινί κομμένο. Διότι η βία, εξόχως παρούσα καθ’ όλη την προηγούμενη δεκαετία, δεν χωράει σε καλούπια.

Πάρτε το ανάποδα… Δείτε το βίντεο με τον αστυνομικό στο έδαφος, να του ουρλιάζουν «σκοτώστε τον». Θυμηθείτε τη Marfin, και τους νεκρούς της, από μια «αθώα» μολότοφ. Από κείνες που κάνουν τον Τσίπρα να διερωτάται «και τι κακό έχουν οι μολότοφ;» (εδώ). Φέρτε στο νου σας αιμόφυρτο τον Κωστή Χατζηδάκη, στα γεγονότα του 2010. Παρατηρήστε ξανά τη λεκτική επιθετικότητα, το ανελέητο «ξύλο» που πέφτει στα social media κάθε φορά που ένα ζήτημα «πολιτικό» φουντώνει τους καβγάδες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ στρεβλώνει συνειδητά. Γνωρίζει πολύ καλά ότι το 2020 δεν λάμπει το άστρο του ΕΑΜ, ότι ο Δημοκρατικός Στρατός έχει πεθάνει, τα κολαστήρια και οι εξορίες της Δικτατορίας έχουν ενταφιαστεί –μόνο η Ιστορία συνδιαλέγεται μαζί τους και αυτό πρέπει να κάνει. Η αγωνιώδης προσπάθεια να μη μαραθούν τα ιδεολογικά δίπολα, με ένταση υπαρξιακή –«ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν»–, μόνο τους σκοπούς ενός επικίνδυνου λαϊκισμού εξυπηρετούν πια.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα θα ήθελε να στρέφεται σε καινούργια εποχή, κατευθυνόμενη στη νέα δεκαετία, δεν μπορεί να ανοίγουν σε κάθε επιχείρηση της Αστυνομίας σκουριασμένες βαλβίδες για να εκτονώνεται το μένος της «άλλης πλευράς». Διότι αυτό γίνεται. Κάθε φορά που οι ένστολοι νταραβερίζονται με αντεξουσιαστές και καταληψίες, καναλιζάρεται η κοινή γνώμη ενάντια στην «απειλή» της καταστολής, που στη χώρα μας αρκεί να κινητοποιήσει υπαρκτά αλλά και διαρκώς καλλιεργούμενα αντανακλαστικά.

Είναι αλήθεια, η Ελλάδα δεν είναι Γερμανία, ούτε καν Βρετανία. Εδώ ο πολίτης δεν συμμαχεί εύκολα με το κράτος, το κοιτάζει καχύποπτα, διαχρονικά. Μέχρι και πριν από πέντε- δέκα χρόνια τα ποσοστά ανοχής στη βία ήταν ιδιαιτέρως υψηλά. Υπάρχει τμήμα, μικρό έστω, του κόσμου που χαίρεται όταν ο Δημήτρης Κουφοντίνας βολτάρει στη Βουκουρεστίου. Υπάρχει ρεύμα πολιτικού εξτρεμισμού που αντιμετωπίζει τη βία ως τοτέμ, και κομμάτι του πολιτικού κόσμου που κλείνει το μάτι στα «παιδιά». Υπάρχει ιδεολογικός μανδύας και άπειρα άλλοθι στη δράση τους.

Βλέπετε, η Αστυνομία δεν είναι και Κατηχητικό. Η επίκληση στη «ζαρντινιέρα» αρκεί να κάνει κάποιον σκεπτικό. Οπως και το γεγονός ότι το πρόσφατο καταδικαστέο περιστατικό με τη μάνικα και τη γυναίκα σε αναπηρικό αμαξίδιο στο ΑΤ Ομόνοιας δεν δημοσιοποιήθηκε ποτέ από την ΕΛ.ΑΣ, και μόνο όταν έφτασε στα ΜΜΕ μάθαμε ότι τελικά είχε ήδη διαταχθεί ΕΔΕ. Υπάρχουν εγγενή προβλήματα στη δομή και λειτουργία της Αστυνομίας. Η πάταξη της διαφθοράς στους κόλπους της, η ενίσχυση των μηχανισμών αυτοκάθαρσης, οι μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της θα πρέπει να είναι προτεραιότητα για τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και ίσως να είναι.

Πρέπει όμως να αποφασίσουμε τι θέλουμε. Θέλουμε τον δημόσιο θεσμό της Αστυνομίας, αλλά τον προτιμούμε παρατηρητή; Τι ύφος αστυνόμευσης θα μας άφηνε ικανοποιημένους; Μήπως αυτό που θα θώπευε τους μπαχαλάκηδες, θα άφηνε τον Ρουβίκωνα γενικό κουμανταδόρο, δεν θα επέτρεπε να ανοίξει ρουθούνι όταν καίγεται η Αθήνα, θα ενίσχυε το αίσθημα ατιμωρησίας; Θέλουμε ή όχι η Αστυνομία να υπερασπίζεται τη ζωή, την περιουσία και την ελευθερία του λόγου και της έκφρασης; Επιβάλλεται ο επαναπροσδιορισμός του ρόλου και της λειτουργίας της ΕΛ.ΑΣ ως κατεξοχήν φορέα παροχής ασφάλειας στους πολίτες. Τώρα είναι η ώρα.

Τώρα που η ελληνική κοινωνία δείχνει να εμφανίζει –στην πλειοψηφία της τουλάχιστον– διαφοροποιημένη κουλτούρα, λέγοντας «ναι» στην κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, στην επαναφορά των Εξαρχείων από «άβατο» σε γειτονιά, «ναι» σε ένα κράτος που δεν απεμπολεί τη θεμελιώδη ευθύνη του να παρέχει ασφάλεια – αυτά, είναι ζητήματα που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες θεωρούνται λυμένα, αλλά εδώ έχουμε πάντα μια δυσανεξία στα αυτονόητα.

Δεν είναι ώρα για παλινδρομήσεις και κάθε είδους καθηλώσεις. Αυτές ίσως αποδειχθούν όχι μόνο αναχρονιστικές, αλλά και μοιραίες για το μέλλον μιας κοινωνίας που κατά τα άλλα έχει όλα τα εχέγγυα για να πάει μπροστά.