675
|

Η δική σας Κατερίνα

Αύγουστος Κορτώ Αύγουστος Κορτώ 28 Φεβρουαρίου 2014, 00:19

Η δική σας Κατερίνα

Αύγουστος Κορτώ Αύγουστος Κορτώ 28 Φεβρουαρίου 2014, 00:19

Διπλής κατεύθυνσης ο δρόμος της αγάπης.

Κι όπως ο γονιός μεριμνά για την ευτυχία του παιδιού του, και θέλει ο κόσμος να γίνει ένας καθρέφτης της δικής του απέραντης λατρείας, έτσι και το παιδί λαχταρά έναν γονιό ευτυχή κι αγαπητό, που η πορεία του στη ζωή και η θέση του στον κόσμο να του παρέχει τη σιγουριά που τόσο έχει ανάγκη.

Ένα απ’ τα πιο μεγάλα μου παράπονα τα χρόνια που μεγάλωνα μαζί του, ήταν πως το Κατερινάκι, πέρα απ’ την αντανάκλαση της δικής μου ευτυχίας, δεν ήταν ποτέ πραγματικά ευτυχισμένο – το πιθανότερο διότι δεν μπόρεσε ποτέ να αντιμετωπίσει με το πνεύμα αποδοχής κι επιείκειας που τη διέκρινε τον ίδιο τον εαυτό της –, κι ότι με την ολοένα πιο περίκλειστη ζωή της δεν έδειχνε παρά σε ελάχιστους ανθρώπους το υπέροχο, αξιολάτρευτο πλάσμα που είχα μπροστά μου, και που θεωρούσα άξιο, στον νου και την καρδιά χιλιάδων ανθρώπων, όλης της στοργής που προξενούσε εντός μου.

Έτσι, ιδίως αφότου μ’ άφησε κι εντεύθεν, τα χρόνια που έμαθα να ζω μακριά της, η μάνα μου ήταν συχνά-πυκνά στη σκέψη και στα χείλη μου, διανθίζοντας τις αφηγήσεις μου και χρωματίζοντας μερικές απ’ τις πιο μύχιες στιγμές που μοιραζόμουν με φίλους και με τον Μεγάλο Έρωτα της ζωής μου, καθώς παρ’ όλη την υποτιθέμενη ωριμότητα της ενηλικίωσής μου, εξακολουθούσε να με υποκινεί η ίδια αλλοτινή επιθυμία: να διαλαλήσω στον κόσμο το μεγαλείο ψυχής της σπάνιας και σπουδαίας γυναίκας που με ανέθρεψε.

Ωστόσο, όταν, για τις ανάγκες του φερώνυμου βιβλίου της, παραχώρησα στην Κατερίνα τον λόγο, μιμούμενος τη σκέψη και τη φωνή της όσο πιστότερα μπορούσα, η τζαναμπέτισσα η μάνα μου, πεισματάρα όπως πάντα, δεν μου επέτρεψε να την αγιογραφήσω, συνθέτοντας για τον εαυτό της την εικόνα ενός ανθρώπου θλιβερού, πονεμένου και μόνου, που όσο κι αν αγωνιζόταν να φτάσει στο φως βούλιαζε με κάθε του κίνηση σ’ ένα ολοένα πηχτότερο σκοτάδι.

Και τους μήνες που ακολούθησαν την πυρετώδη γραφή του βιβλίου, κυριευμένος από μια πρωτόγνωρη παγωμάρα που δεν μ’ άφηνε να μοιραστώ το ταπεινό μου πόνημα παρά με λιγοστούς ανθρώπους της καρδιάς μου, ήταν σαν ν’ άκουγα κάθε τόσο τη φωνή της να με ψέγει, λέγοντας, «Για τον Θεό, ποιος θα ενδιαφερθεί για τη ζωή ενός μηδενικού όπως εγώ;» (Κι όπως γνωρίζουμε πολλοί, ήταν ακατόρθωτο να της αλλάξω γνώμη, διότι αυτό το κακό έχουν οι νεκροί – δεν σου επιτρέπουν ούτε καν να τσακωθείς μαζί τους για να τους μεταπείσεις).

Μολαταύτα, παρακινούμενος απ’ τα γλυκόλογα των λιγοστών του αναγνωστών, κάποια στιγμή αποφάσισα να κάνω το επόμενο βήμα, και το «Βιβλίο της Κατερίνας» έφυγε απ’ τα χέρια μου. Κι απ’ την πρώτη στιγμή που το αντίκρισα έτοιμο πια, παρά την εύλογη χαρά μου, κρατούσα μια πισινή, υπαγορευμένη και πάλι απ’ το στοιχειό της εκλιπούσης: την πεποίθηση πως το βιβλιαράκι μου, υπερβολικά ζοφερό και δυσάρεστο για να διαβαστεί από πολλούς, μπορεί να περνούσε ολότελα απαρατήρητο απ’ τον κόσμο, όπως και η αφηγήτρια και ηρωίδα του.

Έτσι, όταν το είδα αίφνης να αγκαλιάζεται από αναπάντεχο πλήθος αναγνωστών (απολογούμαι για το κλισέ, μα δεν βρίσκω ορθότερο χαρακτηρισμό για την αγάπη και τη θέρμη που έλαβε και συνεχίζει να λαβαίνει το τελευταίο μου χάρτινο «μωρό), η κατάπληξή μου ήταν απερίγραπτη. Κι εξόν απ’ τη συγκίνηση και την ευγνωμοσύνη – που καμιά τους δεν χωρά σε λέξεις – ένιωσα, κι αισθάνομαι ακόμα κάθε φορά που μ’ ένα μήνυμα ή μια κουβέντα εκ του σύνεγγυς ένας πρώην άγνωστος μου μιλά για την Κατερίνα σαν να ’τανε δικός του άνθρωπος, χρησιμοποιώντας το υποκοριστικό της για να αναφερθεί στη δική του λατρεμένη μάνα, ότι το παιδικό μου όνειρο (να γίνω κάτοπτρο της ψυχικής ωραιότητας που μόνο εγώ διέκρινα θαρρείς) είχε επιτέλους εκπληρωθεί.

Γιατί και τα βιβλία που αγαπούμε μοιάζουν με τις εγκάρδιες σχέσεις μας: ακόμα κι όταν φύγουν απ’ τα χέρια μας, πάντα θα μας ενώνει με τους χαρακτήρες και τους συγγραφείς τους ένας δεσμός οιωνεί αμφίδρομος, που καθιστά κάθε γεγονός και συναίσθημα των τυπωμένων σελίδων προσωπική μας περιουσία.

Ευχαριστώ με κεκλιμένη κεφαλή για τη χαρά λοιπόν – καθώς και για την ευκαιρία, που όλα τα παιδιά-αλεπουδάκια λαχταράμε, να γυρίσω προς το πνεύμα της μητέρας μου, και να της πω με ύφος θριαμβικό: «Άρπα την, Κατερινάκι!»

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News