832
Ο Λούις Αρμστρονγκ το 1955 | Herbert Behrens/Anefo/Nationaal Archief/Wikipedia

Ο όχι και τόσο «υπέροχος κόσμος» του Λούις Αρμστρονγκ

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 16 Ιανουαρίου 2021, 14:15
Ο Λούις Αρμστρονγκ το 1955
|Herbert Behrens/Anefo/Nationaal Archief/Wikipedia

Ο όχι και τόσο «υπέροχος κόσμος» του Λούις Αρμστρονγκ

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 16 Ιανουαρίου 2021, 14:15

«Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον αμερικανό καλλιτέχνη με το δικό του ταλέντο που να το χαράμισε τόσο πολύ. Τι πήγε στραβά;», αναρωτιέται ένας βιογράφος του Λούις Αρμστρονγκ. Φταίει «το απόλυτο βάρος της επιτυχίας του και οι συνακόλουθες εμπορικές πιέσεις», απαντάει ένας άλλος.

Η δημοφιλής άποψη για τον εκπληκτικό τρομπετίστα και τραγουδιστή με την βραχνή «μαύρη» φωνή του «What a Wonderful World» («Τι Υπέροχος Κόσμος») είναι ότι πρόκειται για τη φωνή – θεμέλιο της τζαζ. Ωστόσο το κατεστημένο της τζαζ – όπως και πολλοί Αφροαμερικανοί- τον κατηγόρησαν για προδότη και πουλημένο (στους λευκούς) «Μπαρμπά Θωμά», όπως ο ήρωας της Χάριετ Μπίτσερ Στόου. (Το βιβλίο της «Η Καλύβα του μπάρμπα-Θωμά» εκδόθηκε το 1852 και πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα σε όλον τον κόσμο, ξεπερνώντας ακόμη και τη Βίβλο, όμως οι Αφροαμερικανοί το σιχαίνονται).

Ο Λούις Αρμστρονγκ πέθανε στις 6 Ιουλίου 1971 στη Νέα Υόρκη από καρδιακή προσβολή. Ηταν 70 ή 71 ετών (δεν είναι σίγουρη η ημερομηνία γέννησής του) και είχε κάνει τέσσερις γάμους. Δεν είχε άλλα παιδιά εκτός από μια εξώγαμη κόρη που απέκτησε με τη χορεύτρια του «Cotton Club» Λουσίλ Πρέστον.

Η καριέρα του κορυφώθηκε με τη σειρά των περίφημων ηχογραφήσεων, που πραγματοποίησε στο Σικάγο, με δύο διαφορετικά σχήματα, ανάμεσα στον Νοέμβριο του 1925 και τον Δεκέμβριο του 1928 με τον γενικό τίτλο «The Complete Hot Five and Hot Seven Recordings». Πράγματι, αυτές οι ηχογραφήσεις «αποδεικνύουν όχι μόνο την τεράστια καλλιτεχνική του αξία αλλά κυρίως ότι πρόκειται για το απόσταγμα μιας μουσικής σκέψης που άλλαξε τα δεδομένα της εποχής της. Η μουσική αισθητική του Λούις Αρμστρονγκ καθόρισε την εξελικτική πορεία της αφροαμερικάνικης μουσικής μέχρι τις μέρες μας, τοποθετώντας την ανάμεσα στα σημαντικότερα κεφάλαια της μουσικής του εικοστού αιώνα», έγραφε παλιότερα ο Ζακ Σαμουήλ στα «Νέα» με αφορμή την ολοκληρωμένη επανέκδοση των ηχογραφήσεων από την Sony Music, σε 4 cds.

Η φήμη και ο μύθος του απλώθηκαν στα πέρατα του κόσμου, όμως, μετά τη δεκαετία του 1920 ακολούθησε η παρακμή, την οποία, όσοι τον κατηγορούν, αποδίδουν στο ότι επένδυσε περισσότερο στον ρόλο του μαύρου διασκεδαστή και όχι στην εξέλιξη της μουσικής του.

Ωστόσο ένα νέο βιβλίο, το «Heart Full of Rhythm: The Big Band Years of Louis Armstrong» του Ρίκι Ρικάρντι, καταγράφει αυτήν την φαινομενική πτώση, και δείχνει ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο περίπλοκη, γράφει ο Εντ Πριντό στον Guardian.

Αφού υπέγραψε με την Decca στα μέσα της δεκαετίας του 1930, ο Αρμστρονγκ άρχισε να συνεργάζεται με τον Τζο Καπ, έναν παραγωγό που καυχιόταν ότι μπορούσε να πιάνει τον σφυγμό του πλήθους. Και τότε, από την σεβαστή Dixieland τζαζ αφέθηκε να γλιστρήσει στην ευκολία της φτηνής διασκέδασης με συνεργασίες με τον Μπιγκ Κρόσμπι, χαβανέζικα instrumental, ρομαντικές μελωδίες, νοσταλγικά μαριάτσι (είδος λαϊκής μουσικής από το Μεξικό) και φτηνές κωμωδίες (B-list), που πουλούσαν πολύ. Με αστραπιαία ταχύτητα, θα γινόταν ο πρώτος μαύρος σταρ των multimedia στις ΗΠΑ, και για τον λόγο αυτό μισήθηκε: ο Γκούντερ Σούλερ, ο γνωστός αμερικανός κριτικός της τζαζ, παρατήρησε ότι «τα ανατριχιαστικά πλοκάμια της εμπορευματοποίησης» μετέτρεψαν σε  «έρημο» την καριέρα του Άρμστρονγκ για περισσότερα από 40 χρόνια.

Ο Αρμστρογκ στην ταινία «Doctor Rhythm» το 1938 (Emanuel Cohen Productions)

«Το συγκρότημα πίσω του είναι θετικά απαίσιο. Τίποτα δεν θα μπορούσε να κάνει περισσότερο κακό σε έναν τόσο μεγάλο καλλιτέχνη. Είναι απολύτως δολοφονικό», έγραψε ένας κριτικός στο περιοδικό Metronome. Και κάποιος άλλος έγραψε στο Music and Rhythm ότι «Ο Αρμστρονγκ δεν είναι πλέον ζωτική δύναμη της καυτής τζαζ… [και] επέλεξε να παίζει αποκλειστικά για το box-office».

Οι Αφροαμερικανοί βρήκαν ακόμα πιο ανησυχητική την φαιδρή εικόνα του Αρμστρονγκ με το μαντήλι, που λατρεύει τα ανόητα αστεία: ένας μαύρος που έχει τελειοποιήσει την περσόνα του «μπάρμπα Θωμά» εκτελώντας ευτυχισμένος τις εντολές του λευκού αφεντικού…

Ο Μπομπ Ο’Μίλι, επικεφαλής των σπουδών τζαζ στο Πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκη, παραμένει διχασμένος. Επαινεί, μεν, τον Αρμστρονγκ ως «έναν από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα», δηλώνει όμως ότι «προσβλήθηκε από τις παρουσιάσεις του… Την εποχή της ανόδου του Μάλκολμ Χ, της αυθεντίας του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, και ινδαλμάτων στον λαϊκό Τύπο όπως ο Μοχάμεντ Αλι, υπήρχε και ο Αρμστρονγκ, ένα είδος επιστροφής σε μια άλλη εποχή, με αυτόν τον ρόλο της εξευτελιστικής καρικατούρας του Minstrel που έπαιξε. Σαν μαύρος Αμερικανός πάγωσα».

Με την Γκρέις Κέλι στα γυρίσματα της ταινίας «Υψηλή Κοινωνία», το 1956 (Library of Congress)

Η φήμη του Αρμστρονγκ έχει βελτιωθεί έκτοτε, αλλά υπάρχουν ακόμη πολλά περιθώρια αναθεώρησης, κυρίως στους κύκλους της ελίτ. Ο Ρίκι Ρικάρντι, διευθυντής ερευνητικών συλλογών στο Μουσείο Louis Armstrong House, θυμάται για παράδειγμα ότι ο δάσκαλός του στην ιστορία της τζαζ στο Πανεπιστήμιο Rutgers αφιέρωσε μόνο δύο ώρες στον Αρμστρονγκ σε ολόκληρο το πρόγραμμα.

Το βιβλίο του Ρικάρντι εκτείνεται από το 1929 έως το 1947, την περίοδο δηλαδή που ο Αρμστρονγκ ήταν ο μεγαλύτερος ποπ σταρ του κόσμου. Όμως, ενάντια στα συνηθισμένα παράπονα των κριτικών ο συγγραφέας βλέπει τη φυγή του Αρμστρονγκ από τη βασιλεία της τζαζ ως την πραγματική δημιουργία του ανθρώπου.