2352
| Creative Protagon / Getty Images

Μίκι Ρουρκ: Το τέρας-ηθοποιός που ήταν κάποτε ωραίος και σέξι

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 31 Ιουλίου 2021, 09:00
|Creative Protagon / Getty Images

Μίκι Ρουρκ: Το τέρας-ηθοποιός που ήταν κάποτε ωραίος και σέξι

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 31 Ιουλίου 2021, 09:00

Σε ηλικία 68 ετών, σήμερα, ο Μίκι Ρουρκ μοιάζει με κακογερασμένο πιτ μπουλ. Είναι κουρελιασμένος, με πρόσωπο παραμορφωμένο από το μποξ, το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, τις πλαστικές και τους δαίμονες του μυαλού του. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να στέκεται όρθιος. Γιατί φαίνεται ότι τίποτα δεν μπορεί να ρίξει νοκ άουτ τον άνθρωπο, που υπήρξε κάποτε ο πιο ωραίος και σέξι ηθοποιός του πλανήτη. Τον θυμάστε μήπως στην «Εξαψη» (1981) του Κάσνταν, τον «Αταίριαστο» (1983) του Κόπολα, το «Barfly» (1987) του Σρέντερ και πάνω από όλα στις θρυλικές «9½ Εβδομάδες» (1986), του Εϊντριεν Λάιν;

Για να φτάσει, βέβαια, κανείς στο σημερινό επίπεδο αυτογνωσίας του Μίκι Ρουρκ θα πρέπει να είναι πρόθυμος να αλλάξει. Θα πρέπει να ξεχάσει για πάντα τον σκληρό άντρα, την τοξική αρρενωπότητα και τη φαλλοκρατική αντίληψη, που δηλητηριάζουν το μυαλό. Θα πρέπει να ανοίξει τον εαυτό του και παραδεχτεί ότι μπορεί να είναι ευάλωτος, όπως ο Μίκι. Γιατί τελικά αυτό είναι που τον έσωσε.  Ο Ρουρκ πέρασε ζωντανός μέσα από την κόλαση αλλά κατάφερε να βγει από την άλλη πλευρά με την καρδιά του να χτυπάει ακόμα, γράφει στο Medium ο Ακος Πετερμπέντζε.

Το ταξίδι του στο Χόλιγουντ ήταν πολύ μακρύ. Από εντελώς άγνωστος  έγινε ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του κινηματογράφου και μετά πάλι «κανένας». Σήμερα ο Ρουρκ εξακολουθεί να εργάζεται σαν ηθοποιός, αλλά χωρίς να είναι πια ο σούπερ σταρ που υπήρξε κάποτε. Ακολούθησε μια πορεία φυσικής, διανοητικής και συναισθηματικής μεταμόρφωσης εξαιρετικά οδυνηρή, μετά την οποία δύσκολα επιβιώνει κάποιος. Μια πορεία που μπορεί να μη σε σκοτώσει, αλλά θα σου αφήσει σημάδια για το υπόλοιπο της ζωής σου. Στο Χόλιγουντ, ειδικά, θα ήταν σχεδόν αδύνατο να επιβιώσει κανείς από κάτι τέτοιο, αλλά ο Μίκι τα κατάφερε.

(Κιμ Μπέισινγκερ, Μίκι Ρουρκ και «You can leave your hat on» του Τζο Κόκερ στις θρυλικές «9½ Εβδομάδες» του 1986)

Ο Μίκι Ρουρκ γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1952. Ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένειά του όταν ήταν έξι ετών. Λίγο αργότερα, η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε τον Γιούτζιν Αντις, έναν αστυνομικό του Μαϊάμι Μπιτς, και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Νότια Φλόριντα. Ο Μίκι ισχυρίζεται ότι ο Αντις κακοποιούσε επανειλημμένα αυτόν και τον αδερφό του, Τζόι, ενώ μεγάλωναν. Τότε φυτεύτηκε στο μυαλό του ο πρώτος σπόρος της αιώνιας ντροπής. Και του χρειάστηκε μια ολόκληρη ζωή για να συγχωρήσει τον εαυτό του, που δεν αντιστάθηκε στον άντρα τον οποίο αναγκάστηκε να αποκαλεί «μπαμπά».

Αρχισε να ασκείται στην πυγμαχία στα 12 χρόνια του για να μάθει να υπερασπίζεται τον εαυτό του και για να μπορεί να αντιστέκεται στον μεγαλόσωμο κακό πατριό. Σκλήρυνε. Ηταν ο δικός του τρόπος να αντιδράσει στην κακοποίηση, που είχε υποστεί ως παιδί. Ο νεαρός Μίκι ένιωθε υπεύθυνος, εξάλλου, για τον αδελφό του και ήθελε να τον προστατεύσει. Ομως, δεν ήταν παρά ένα μικρό παιδί που έπρεπε να υποταχθεί στον βίαιο πατριό του: «Ενιωθα μεγάλη ντροπή. Σκέφτηκα ότι ήταν πιο αντρίκιο να βγάλω αυτή την ντροπή σαν θυμό. Και τον έβγαζα σε όλους τους άλλους. Ξεκίνησε πριν από την υποκριτική», ομολόγησε σε μια συνέντευξή του.

Στην εφηβεία του ο Ρουρκ κέρδισε 2ο από τους 26 αγώνες που έδωσε, τους 17 με νοκ-άουτ. Ωστόσο, η αξιοσέβαστη καριέρα του στο μποξ σταμάτησε σύντομα εξαιτίας της διάσεισης που υπέστη πολλές φορές, με συνέπεια πολύ σοβαρές ζημιές.

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη MICKEY ROURKE (@mickey_rourke_)

Ο Μίκι Ρουρκ σήμερα με τον φροντιστή των πέντε σκύλων του Ντίμας Κόρνιτσακ

Η στροφή του στην υποκριτική ήταν τυχαία. Ένας φίλος του στο Πανεπιστήμιο του Μαϊάμι τού μίλησε για το έργο που σκηνοθετούσε, την «Υψηλή Εποπτεία» του Ζαν Ζενέ, και πως ο τύπος που θα έπαιζε τον ρόλο του Πρασινομάτη είχε εξαφανιστεί. Ο Μίκι Ρουρκ πήρε τον ρόλο και ερωτεύτηκε την υποκριτική.

Υστερα από αυτό, πήγε στη Νέα Υόρκη και για πολλά χρόνια έκανε μικροδουλειές και παράλληλα μαθήματα υποκριτικής. Στην πρώτη του οντισιόν στο Actors Studio, έπαιξε μια σκηνή πατέρα-γιου, μετά την οποία ο Ελίας Καζάν (ένας από τους ιδρυτές της διάσημης δραματικής σχολής) δήλωσε ότι ήταν ό,τι καλύτερο είχε δει σε οντισιόν σε 30 χρόνια.

Χρόνια αργότερα, ο Μίκι εξήγησε σε συνέντευξή του: «Μου άρεσε γιατί μπορούσες να ξεφύγεις από αυτό που ήσουν και να είσαι κάποιος άλλος, κάποιος πιο έξυπνος, πιο σκληρός». Χάρη στο μεγάλο ταλέντο και την παρουσία του, ο Μίκι Ρουρκ κέρδισε αμέσως φήμη και θαυμασμό. Ωστοσο δεν γελούσε ποτέ πλατιά στις πρώτες ταινίες του. Ο λόγος; Είχε χάσει μερικά δόντια όταν ήταν παιδί και χαμογελούσε μόνο με το στόμα κλειστό.

Η ηθοποιία τον βοήθησε να γεμίσει το κενό που είχε αφήσει στη ζωή του η πυγμαχία. Εγινε και πάλι κάποιος, έγινε σταρ, απέκτησε σεβασμό, πολλά χρήματα και δημοτικότητα, αλλά η ανασφάλειά του ήταν αναμφισβήτητη. Συχνά πλακωνόταν στο ξύλο στους δρόμους, συνελήφθη γιατί χτύπησε την τότε σύζυγό του Κάρε Οτις, ενώ κατηγορήθηκε και για αντίσταση σε αστυνομικούς, που προσπάθησαν κάποτε να τον συλλάβουν.

Ο Μίκι Ρουρκ στην Ακρόπολη τον Σεπτέμβριο του 2020 όταν ήρθε στην Ελλάδα για τα γυρίσματα της ταινίας «Ο άνθρωπος του Θεού» της Γελένα Πόποβιτς (ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΩΝΗΣ)

Ηταν επικίνδυνος, ανεύθυνος και απρόβλεπτος. «Μου άρεσαν  τα χρήματα, ο τρόπος με τον οποίο με αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι. Αλλά δεν ήξερα πώς να παίξω το παιχνίδι. Εγινα αλαζονας και αυτοκαταστροφικός. Πάλευα με όλους γιατί νόμιζα ότι ήταν ένα είδος δύναμης, αλλά έγινε η αδυναμία μου», έχει πει.

Αυτές οι συμπεριφορές δεν τον βοήθησαν να παραμείνει στην κινηματογραφική βιομηχανία για πολύ καιρό. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο Ρουρκ εγκατέλειψε την υποκριτική και πήρε τον δρόμο της αυτοκαταστροφής. Το Χόλιγουντ είχε τελειώσει μαζί του. Ηταν καταστροφικός, εξαιρετικά επιθετικός, καθόλου συνεργάσιμος. Ο Αλαν Πάρκερ σκηνοθέτης του θρίλερ «Δαιμονισμένος Αγγελος» (1987) είπε: «Η συνεργασία με τον Μίκι είναι ένας εφιάλτης. Είναι πολύ επικίνδυνος στο πλατό γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι πρόκειται να κάνει».

Εχοντας κόψει όλες τις γέφυρες για ποιοτική δουλειά, έβρισκε πλέον ρόλους μόνο για τα χρήματα. Το 1991, επέστρεψε στο μποξ. Σε ηλικία 39 ετών, καμένο χαρτί του Χόλιγουντ, ήθελε να δώσει μια τελευταία ευκαιρία στο άθλημα και να δοκιμάσει τον εαυτό του σωματικά, όσο  είχε ακόμα λίγο χρόνο να το κάνει.

Ο σκληρός άντρας, που ήθελε να γίνει από παιδί, είχε τώρα την ευκαιρία να έρθει πραγματικά στην επιφάνεια. Κατέστρεφε τη ζωή του, χάνοντας σταθερά τον έλεγχο. Επινε υπερβολικά, εθίστηκε στην ηρωίνη και έκανε παρέα με μαφιόζους όπως ο Τζον Γκότι (ο τελευταίος μεγάλος «Νονός» της Νέας Υόρκης). Και συνέχισε να αγωνίζεται στο ρινγκ ελπίζοντας ότι κάπου στον δρόμο θα έβρισκε τον εαυτό του.

Ο Μίκι Ρουρκ στην αθλητική δραματική ταινία του 2018 «Tiger» (R3M Productions)

Το 1994, οι γιατροί του τον ενημέρωσαν ότι θα έπρεπε να αποσυρθεί από τα ρινγκ γιατί κινδύνευε να πάθει μόνιμη εγκεφαλική βλάβη. Και το έκανε, παρόλο ότι δεν είχε καταφέρει να αγωνιστεί για το παγκόσμιο πρωτάθλημα που ήταν το όνειρό του.

Ψυχικά, αυτά τα λίγα χρόνια του μποξ τον βοήθησαν, ισχυρίζεται στη συνέντευξή του στους New York Times, αλλά όταν κρέμασε τα γάντια, το σώμα και το πρόσωπό του ήταν, πλέον, κατεστραμμένα. Είχε σπάσει δύο φορές τη μύτη του, είχε κάνει πέντε εγχειρίσεις στη μύτη και μία στα ζυγωματικά και οι πόνοι ήταν αφόρητοι.

Μη έχοντας άλλη επιλογή, αποφάσισε να επιστρέψει στην υποκριτική. Ωστόσο μετά από όλα αυτά δεν μπορούσε να περιμένει μια θερμή υποδοχή στο Χόλιγουντ. Για να διορθώσει τις παραμορφώσεις του, υποβλήθηκε σε πολλές πλαστικές χειρουργικές επεμβάσεις, αλλά επέλεξε τον «λάθος τύπο»… Το κάποτε όμορφο πρόσωπό του ήταν πλέον πρησμένο, αφύσικο και μη αναγνωρίσιμο, πράγμα που αύξησε ακόμη περισσότερο την ανασφάλεια και την ντροπή που ένιωθε σε όλη του τη ζωή.

Το 1998, η Κάρε Οτις, ο μεγάλος έρωτας της ζωής του, τον χώρισε ύστερα από έξι χρόνια ταραχώδους γάμου. Και τότε άρχισε για τον Μίκι μια δωδεκάχρονη περίοδος μοναξιάς, που σχεδόν τον σκότωσε. Τα τρία πιο αγαπημένα του πρόσωπα, ο αδελφός του (αρρώστησε από καρκίνο στα 17 του και πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα στην αγκαλιά του), η γιαγιά του και η πρώην σύζυγός του δεν ήταν πια κοντά του: «Δεν είχα πραγματικούς φίλους. Συναντούσα μερικά κορίτσια, κυρίως ρωσίδες στριπτιζέζ, αλλά δεν έψαχνα για κοπέλα. Είχα κάνει το όνομα της γυναίκας μου τατουάζ στο χέρι μου. Σοκαρίστηκα αρκετά όταν έμαθα ότι είναι ΟΚ να είσαι μόνος». Ηταν πλέον ώρα για αναστοχασμό και θεραπεία της ψυχής.

Ο Ρουρκ επέστρεψε το 2008 με τον «Παλαιστή» του Ντάρεν Αρονόφσκι (Fox Searchlight Pictures)

Ο Ρουρκ κατάφερε να παίξει μικρούς ρόλους σε διάφορες ταινίες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, ωστόσο η ψυχική και συναισθηματική του κατάσταση ήταν συντρίμμια. Μια μέρα, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και είδε τον εαυτό του όπως τον βλέπουν οι άλλοι. Τρόμαξε. Ηξερε ότι χρειαζόταν βοήθεια. Και το πρώτο πράγμα, που έκανε ήταν να πάει σε έναν ιερέα. Κάθισαν οι δύο τους, κάπνισαν τσιγάρα, ήπιαν κρασί και προσευχήθηκαν. Παραδέχτηκε, ότι «με εμπόδισε να τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα». Και μετά αναζήτησε επαγγελματική βοήθεια, που ήξερε ότι τη χρειαζόταν πραγματικά.

Χάρη στην ψυχοθεραπεία, «άνοιξε» και αποδέχτηκε την ευάλωτη πλευρά του εαυτού του: «Επρεπε να μάθω να μην αφήνω τους ανθρώπους να πατάνε τα κουμπιά μου, να μάθω τι προκαλούσε όλη αυτή την οργή και να σταματήσω να πετάω πράγματα», έχει πει σε άλλη συνέντευξή του στους New York Times.

Ολη η οργή, η ντροπή και η θλίψη που έκρυβε για δεκαετίες αποκαλύφθηκαν και, για πρώτη φορά, ήταν αρκετά ώριμος για να αντιληφθεί τα αρνητικά συναισθήματα και τα βλαβερά πρότυπα συμπεριφοράς που του στοίχειωσαν τη ζωή. Και κατάφερε να ημερώσει το άγριο πιτ μπουλ που ήταν εκτός ελέγχου μέσα του.

Η αυτοβελτίωσή του είχε ως αποτέλεσμα καλύτερες ευκαιρίες στην καριέρα του. Ο Μίκι Ρουρκ ξαναβρήκε την ταυτότητά του ως ηθοποιός και τρία χρόνια αργότερα, επέστρεψε στην μεγάλη οθόνη με τον «Παλαιστή» (2008). Ο Ντάρεν Αρονόφσκι του έδωσε πρόθυμα την ευκαιρία να πρωταγωνιστήσει στην ταινία του με τον (σχεδόν αυτοβιογραφικό) ρόλο του Ράντι «The Ram» Ρόμπινσον, που μας θυμίζει όλα τα λάθος βήματα που είχε κάνει ο ίδιος ο Ρουρκ στη ζωή και την καριέρα του.

Σε ηλικία 58 ετών, ο Ρουρκ ήταν, πλέον, πρόθυμος να εξερευνήσει τα σκοτεινά μέρη του μυαλού του που απέφευγε για χρόνια. Και η ερμηνεία του, διακριτική και υποδόρια, απαλλαγμένη από κάθε δυνατή φανφάρα, του χάρισε μια Χρυσή Σφαίρα και μια υποψηφιότητα για Οσκαρ.

Φαινόταν ότι είχε βρει επιτέλους τη λύτρωση και ήταν έτοιμος να ξεκινήσει και πάλι από την αρχή. Μετά την επιτυχία του «Παλαιστή» του προσφέρθηκαν πολλά υποσχόμενες ευκαιρίες στον mainstream κινηματογράφο, ωστόσο όλο αυτό ήταν πολύ καλό για να είναι αληθινό.

Επιτέθηκε στη Marvel, λέγοντας ότι το μεγαλύτερο μέρος της ερμηνείας του, ως κακός Ιβάν Βάνκο στο «Iron Man 2» (2010) πετάχτηκε στα σκουπίδια στο μοντάζ. Ομοίως αποκήρυξε τους περισσότερους από τους υπόλοιπους ρόλους του σε ταινίες όπως το «13» και ο «Αγγελος του Πάθους» και είπε ότι έπαιξε στους «Αναλώσιμους» μόνο για χάρη του Σιλβέστερ Σταλόνε (γιατί ήταν ένας από τους ανθρώπους που τον βοήθησαν να γυρίσει στα κινηματογραφικά πλατό). Αποτέλεσμα; Το Χόλιγουντ δεν χρειάστηκε πολύ καιρό για να τον πετάξει και πάλι έξω από τους κόλπους του.

Με τον Ματ Ντίλον (αριστερά) στον «Αταίριαστο» (1983) του Κόπολα (Hotweather Films)

Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι ο Μίκι Ρουρκ είναι ένας από τους τελευταίους του Χόλιγουντ που δεν θα συμβιβαζόταν ποτέ. Οχι επειδή είναι πολύ περήφανος, αλαζονικός ή αχάριστος. Αλλά επειδή αποδέχθηκε τον εαυτό του πλήρως και αυτό περιλαμβάνει ότι δεν θα υποκύψει ποτέ στη βιομηχανία πηγαίνοντας ενάντια στις αρχές του, γράφει στο Medium ο Ακος Πετερμπέντζε.

Τώρα, είναι πιο ανθρώπινος και ειλικρινής από ποτέ. Πίσω από το παραμορφωμένο του πρόσωπο, που μοιάζει με την τρομακτική μάσκα του Μάικλ Μάγιερς στο σλάσερ «Halloween: η νύχτα με τις μάσκες», έμαθε επιτέλους να αναγνωρίζει τις αποφάσεις και τα λάθη που τον οδήγησαν τελικά στο σημείο που βρίσκεται σήμερα.

Εξακολουθεί να είναι σκληρός και δυνατός, αλλά κατάφερε να τα αφήνει αυτά στην άκρη όταν χρειάστηκε να απελευθερώσει με ειλικρίνεια τον πόνο, που διαφορετικά θα τον έπνιγε. Συνειδητοποίησε, επιπλέον, ότι ακόμη και για έναν macho όπως αυτός, δεν είναι ντροπή να δείχνει και την ευάλωτη πλευρά του.

Αν, λοιπόν, αντέχετε να ρίξετε ένα βλέμμα σε αυτό το «τέρας-ηθοποιό», θα ανακαλύψετε το πιο ανθρώπινο πλάσμα που το Χόλιγουντ προσπάθησε επί δεκαετίες να καταστρέψει. Ανεπιτυχώς.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News