Η νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών έχει ήδη αρχίσει
Η νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών έχει ήδη αρχίσει
«Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Κίνας έχουν επαναφέρει τα πιο φονικά όπλα στον πυρήνα της παγκόσμιας πολιτικής», προειδοποιεί ο Γκίντεον Ράχμαν.
Οπως θυμίζει ο επικεφαλής αρθρογράφος των Financial Times επί των διεθνών εξελίξεων, μετά τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι το φάσμα ενός πυρηνικού πολέμου πλανιόταν επί δεκαετίες στον κόσμο. Αφότου όμως τερματίστηκε ο Ψυχρός Πόλεμος, η πυρηνική απειλή άρχισε σταδιακά να υποχωρεί, με Ουάσινγκτον και Μόσχα να συμφωνούν να θέσουν υπό έλεγχο τα πυρηνικά όπλα. και με τα παγκόσμια αποθέματα πυρηνικών όπλων να μειώνονται έκτοτε κατά περίπου 80%. «Αλλά τώρα η πυρηνική απειλή επιστρέφει με ορμή», σχολιάζει ο έμπειρος βρετανός δημοσιογράφος. Και δεν έχει άδικο, λαμβανομένων υπόψη μιας σειράς από πρόσφατες και αναμφίβολα ανησυχητικές εξελίξεις.
Την αρχή έκανε ο Βλαντίμιρ Πούτιν. Παίρνοντας πρόσφατα τσάι και κέικ με βετεράνους των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, δεν μπορούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό του για τη δοκιμή ενός υποβρύχιου drone –«μοναδικού στον κόσμο»– που μπορεί να φέρει έναν πύραυλο οπλισμένο με πυρηνική κεφαλή. Στη συνέχεια ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να αρχίσουν εκ νέου οι ΗΠΑ τις δοκιμές πυρηνικών όπλων, τερματίζοντας, ενδεχομένως, ένα μορατόριουμ που ισχύει εδώ και περισσότερα από 30 χρόνια.
Η πυρηνική απειλή επανήλθε στο προσκήνιο σταδιακά την τελευταία τριετία, κυρίως μέσω του ρωσο-ουκρανικού πολέμου. Σχεδόν από την αρχή της εισβολής, ο επικεφαλής του Κρεμλίνου άρχισε να επικαλείται τα πυρηνικά όπλα του, άλλοτε προειδοποιητικά και άλλοτε απειλητικά. Τόσο που στα τέλη του 2022 οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούσαν ότι υπήρχε 50% πιθανότητα η Ρωσία να προέβαινε στη χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων στο πεδίο.
Αλλά ενώ ο Πούτιν είναι ο πρωταγωνιστής της κύριας πλοκής αυτής της «νέας πυρηνικής ιστορίας», όπως τη χαρακτηρίζει ο Γκίντεον Ράχμαν, υπάρχουν επίσης διάφορες «απειλητικές υποπλοκές». Το πρώτο που σημειώνει είναι πως μέσα σε λίγα χρόνια (από το 2020) η Κίνα κατάφερε να διπλασιάσει τον αριθμό των πυρηνικών της όπλων, κατέχοντας σήμερα 600 πυρηνικές κεφαλές, ενώ μέσα σε μία δεκαετία θα μπορούσε να έχει στη διάθεσή της περισσότερες από χίλιες. Επιπλέον, και οι εννέα πυρηνικές δυνάμεις του κόσμου –από τη Βρετανία ως τη Βόρεια Κορέα– έχουν αρχίσει να εκσυγχρονίζουν, ακόμη και να επεκτείνουν τις πυρηνικές τους δυνατότητες. Και την ίδια ώρα οι διάφορες συνθήκες για τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων καταργούνται η μία μετά την άλλη.
Οπως σημειώνει στο άρθρο του ο Ράχμαν, όσοι πιστεύουν στη λεγόμενη «ισορροπία του τρόμου» θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι αυτή η νέα πυρηνική εποχή δεν είναι απαραίτητα κάτι κακό. Αλλωστε ο Ψυχρός Πόλεμος μεταξύ της Σοβιετικής Ενωσης και της Δυτικής Συμμαχίας δεν κατέστη ποτέ θερμός, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας του φόβου της αμοιβαίας εξασφαλισμένης καταστροφής.
Θα μπορούσε, λοιπόν, αντίθετα με τη διαίσθηση, η εξάπλωση των πυρηνικών όπλων να ήταν τρόπον τινά μια ειρηνοποιός δύναμη; Πάντως ο Ράχμαν κάνει λόγο για μια «επικίνδυνα μερική αλήθεια», υπενθυμίζοντας πως ο κόσμος έχει φτάσει ανατριχιαστικά κοντά σε έναν πυρηνικό πόλεμο περισσότερες από μία φορές. Κατά τη διάρκεια της κρίσης των πυραύλων στην Κούβα, το 1962, ένας σοβιετικός διοικητής υποβρυχίου είχε αποφασίσει να εξαπολύσει πυρηνική επίθεση και η απόφαση ανακλήθηκε την τελευταία στιγμή από έναν συνάδελφό του αξιωματικό.
Επίσης, το 1983, τα συστήματα προειδοποίησης της Σοβιετικής Ενωσης σήμαναν κόκκινο συναγερμό, δείχνοντας λανθασμένα ότι η χώρα δεχόταν πυρηνική επίθεση. Ομως ο υπεύθυνος αξιωματικός αποφάσισε να μη μεταδώσει την πληροφορία στους ανωτέρους του, αποτρέποντας έτσι πιθανή απόφαση για αντεπίθεση. Αλλά στα πρόθυρα να πατήσουν το κουμπί λόγω εσφαλμένων συναγερμών έφτασαν και οι ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.
Επιφανείς πολιτικές προσωπικότητες με γνώση αυτών των περιστατικών μετατράπηκαν στη συνέχεια σε υποστηρικτές του πυρηνικού αφοπλισμού. Το 2007, για παράδειγμα, οι Χένρι Κίσινγκερ και Τζορτζ Σουλτς, πρώην υπουργοί Εξωτερικών των ΗΠΑ και κάθε άλλο παρά αφελείς ειρηνιστές, απηύθυναν από κοινού έκκληση για «έναν κόσμο απαλλαγμένο από πυρηνικά όπλα».
Σήμερα η ενίσχυση των πυρηνικών δυνατοτήτων σχεδόν όλων των χωρών που κατέχουν πυρηνικά όπλα ενδέχεται να είναι πολύ πιο επικίνδυνη σε σχέση με την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου για δύο βασικούς λόγους. Καταρχάς υφίσταται η απειλή της περαιτέρω διάδοσης των πυρηνικών όπλων ανά τον κόσμο.
Οπως εξηγείται στο βρετανικό δημοσίευμα, η επίθεση της εξοπλισμένης και με πυρηνικά όπλα Ρωσίας στην Ουκρανία, η οποία δεν έχει πυρηνικά όπλα, σε συνδυασμό με την αμφιλεγόμενη στάση της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στους συμμάχους της Αμερικής, έχουν ωθήσει αρκετά κράτη που φοβούνται ενδεχόμενη απόσυρση της προστατευτικής ομπρέλας των ΗΠΑ να αρχίσουν να σκέφτονται σοβαρά το ενδεχόμενο να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα.
Μεταξύ των εν δυνάμει νέων πυρηνικών δυνάμεων περιλαμβάνονται η Σαουδική Αραβία, η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία, η Πολωνία, ακόμη και η Γερμανία, ενώ υπάρχει φυσικά και το Ιράν, το οποίο παρότι δεν έχει ξεπεράσει ακόμη την ισραηλινο-αμερικανική επίθεση στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του, στο μέλλον θα μπορούσε να προσπαθήσει να ξανακτίσει κρυφά το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Η τάχιστη ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης αυξάνει περαιτέρω τους κινδύνους, καθιστώντας πιο εύκολη την κατασκευή πυρηνικών όπλων από κράτη αλλά και από μη κρατικούς φορείς. Ειδικοί επισημαίνουν επίσης τον κίνδυνο κυβερνοεπιθέσεων στα συστήματα χρήσης και ελέγχου των πυρηνικών όπλων.
Οσο για το μέλλον, πολλά θα μπορούσαν να εξαρτηθούν από την έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία. Τα τελευταία χρόνια οι πυρηνικές απειλές του Κρεμλίνου έγιναν λιγότερο αποτελεσματικές, με τον Ράχμαν να αναφέρει ότι στην αρχή του πολέμου οι ΗΠΑ και οι ευρωπαίοι σύμμαχοι της Ουκρανίας δίσταζαν να παράσχουν στο Κίεβο ακόμη και αμυντικά οπλικά συστήματα, ενώ σήμερα ενθαρρύνουν το Κίεβο να πλήττει στόχους βαθιά εντός της Ρωσίας, χρησιμοποιώντας Δυτικούς πυραύλους, καθώς και πληροφορίες που συλλέγονται από Δυτικές μυστικές υπηρεσίες.
Αυτή η αλλαγή στάσης –προς το τολμηρότερο– της Δύσης αντανακλά την ολοένα πιο αποδεκτή πεποίθηση ότι το όριο όσον αφορά τη χρήση πυρηνικών όπλων από τη Ρωσία είναι πολύ υψηλότερο από όσο θα ήθελε ο ρώσος πρόεδρος να πιστεύει ο υπόλοιπος κόσμος.
Εάν η Ρωσία ηττηθεί τελικά στην Ουκρανία –ή συνεχίσει να πολεμά έως ότου φτάσει σε τέλμα–, ο κόσμος που παρακολουθεί τη σύρραξη εδώ και σχεδόν μια τετραετία θα μπορούσε να συμπεράνει ότι τα πυρηνικά όπλα δεν είναι τόσο χρήσιμα όσο πίστευαν πολλοί. Εάν, όμως, η Ρωσία επικρατήσει, εξαναγκάζοντας τη Δύση να οπισθοχωρήσει, το κοινό συμπέρασμα θα μπορούσε να ήταν ότι και μόνο η κατοχή πυρηνικών όπλων επιτρέπει σε μια χώρα να διεξάγει έναν συμβατικό πόλεμο εναντίον μιας μη πυρηνικής όμορης χώρας χωρίς τον κίνδυνο αποφασιστικής εξωτερικής παρέμβασης με στόχο την ήττα του επιτιθέμενου.
«Αλλα πυρηνικά κράτη, όπως η Βόρεια Κορέα και η Κίνα, θα μπορούσαν κάλλιστα να το λάβουν υπόψη αυτό. Οπως θα μπορούσαν να κάνουν και οι μη πυρηνικοί γείτονές τους. Στον πόλεμο της Ουκρανίας διακυβεύονται πολύ περισσότερα από το ποιος ελέγχει το Ντονμπάς», σχολιάζει ο αρθρογράφος των Financial Times.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
