1084
Ποιοι είναι η μεσαία τάξη στην Ελλάδα; Η απάντηση σύμφωνα με το δελτίο του ΣΕΒ | Facebook

ΣΕΒ: Η κατακρήμνιση –με στοιχεία– της μεσαίας τάξης στην Ελλάδα

Protagon Team Protagon Team 20 Φεβρουαρίου 2020, 17:56
Ποιοι είναι η μεσαία τάξη στην Ελλάδα; Η απάντηση σύμφωνα με το δελτίο του ΣΕΒ
|Facebook

ΣΕΒ: Η κατακρήμνιση –με στοιχεία– της μεσαίας τάξης στην Ελλάδα

Protagon Team Protagon Team 20 Φεβρουαρίου 2020, 17:56

Η Ελλάδα κατάφερε να βγει από την κρίση, αλλά με τα θεωρούμενα μεσαία και τα αποκαλούμενα υψηλά εισοδηματικά στρώματα να επωμίζονται το τεράστιο φορολογικό βάρος.

Aυτό είναι το συμπέρασμα ανάλυσης του ΣΕΒ για τη «βουτιά» των ελληνικών νοικοκυριών στα χρόνια των Μνημονίων, από τα υψηλά στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Για να καλύπτει τις ανάγκες του, τονίζεται στο μηνιαίο δελτίο του Συνδέσμου για την ελληνική οικονομία, το κράτος προχώρησε σε υπερφορολόγηση των σχετικώς υψηλότερων εισοδημάτων –όσων είχαν απομείνει– μία επιλογή που συνεχίστηκε με μεγαλύτερη ένταση από το 2016 και μετά, με τη διατήρηση του αφορολόγητου σε υψηλά επίπεδα, απαλλάσσοντας έτσι από τη φορολογία μεγάλα στρώματα του πληθυσμού και αυξάνοντας αναλογικά τη φορολογική επιβάρυνση των υπολοίπων και ιδίως των συνεπών φορολογουμένων.

Αποτέλεσμα της τεράστιας υπερφορολόγησης, σε συνδυασμό με την υψηλή προοδευτικότητα του φορολογικού συστήματος, είναι σήμερα η μεσαία εισοδηματική τάξη να καταβάλλει το 51% των φορολογικών εσόδων, έναντι αντίστοιχου ποσοστού 39,3% πριν από την κρίση.

Στο δελτίο του ο ΣΕΒ διαμηνύει, προς τους κυβερνώντες ότι χρειάζεται μεγάλη προσοχή, ώστε η μείωση της φορολογίας να συνοδεύεται από αναπτυξιακά μέτρα, περιορισμό της φοροδιαφυγής και τη διαφύλαξη της δημοσιονομικής σταθερότητας.

Αλλωστε, επισημαίνεται χαρακτηριστικά, στην Ελλάδα, οι εκλογές κερδίζονται και χάνονται με βάση την αβεβαιότητα που βιώνει η μεσαία τάξη λόγω της οικονομικής δυσπραγίας, η οποία συνδέεται άμεσα με την υπερφορολόγηση, που την πλήττει.

Πιο αναλυτικά, στο δελτίο του ΣΕΒ (δείτε το εδώ ), σημειώνεται ότι ανεξαρτήτως του πώς οριοθετείται, η μεσαία τάξη θεωρείται το πιο δυναμικό στρώμα της κοινωνίας και, εν πολλοίς, η οικονομική της ευμάρεια καθορίζει όχι μόνο την οικονομική κατάσταση και τις προοπτικές μιας χώρας, αλλά και τις πολιτικές εξελίξεις.

Σήμερα, διεθνώς, η μεσαία τάξη φαίνεται να βρίσκεται σε καθοδική πορεία, καθώς οι ευκαιρίες για κοινωνική και επαγγελματική άνοδο περιορίζονται, ενώ η κοινωνική κινητικότητα έχει χάσει τη δυναμική άλλων εποχών.

Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν τις γρήγορες οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές που φέρνουν η τεχνολογική πρόοδος (έλλειψη δεξιοτήτων), η εξωστρέφεια της παραγωγής και των επενδύσεων (παγκοσμιοποίηση), η ταχεία συσσώρευση πλούτου στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα (οικονομική ανισότητα), η υλική στέρηση και ο κοινωνικός αποκλεισμός (άστεγοι, άνθρωποι κάτω από το όριο της φτώχειας, εξάρτηση από ναρκωτικά και οπιοειδή σκευάσματα), η μεταναστευτική ροή κ.ο.κ.

Εν γένει, δεν φαίνεται οι νέες γενιές να έχουν καλύτερες ευκαιρίες από τις προηγούμενες. Ολα αυτά προκαλούν μια αίσθηση αβεβαιότητας για το μέλλον και τείνουν να επιφέρουν αποσαθρωτικά φαινόμενα, επηρεάζοντας δυσμενώς τη γενικότερη κοινωνική συνοχή.

Ποιοι είναι η μεσαία τάξη;

Στη συλλογική συνείδηση των Ελλήνων, συνεχίζει στο δελτίο του ΣΕΒ, στη μεσαία τάξη ανήκουν τα ευκατάστατα νοικοκυριά, όσοι δηλαδή έχουν σχετικά σταθερή απασχόληση, σχετικά αξιοπρεπείς αμοιβές, τη δυνατότητα να αποκτήσουν σπίτι, αυτοκίνητό, εξοχικό κ.ο.κ.

Προσδιορίζονται, συνήθως, ως μεσαία «εισοδηματική» τάξη, σε σχέση με όσους ανήκουν στην υψηλότερη και τη χαμηλότερη εισοδηματική τάξη.

Με διεθνείς ορισμούς, η μεσαία εισοδηματική τάξη ορίζεται ως το μερίδιο των νοικοκυριών με διαθέσιμο εισόδημα μεταξύ του 75% και του 200% του διάμεσου εισοδήματος όλων των νοικοκυριών.

Με τους ορισμούς αυτούς, στη μεσαία εισοδηματική τάξη ανήκουν χονδρικά 1 στους 2 Ελληνες (54%), ενώ στην υψηλή εισοδηματική τάξη (άνω του 200% του διάμεσου) 1 στους 8 και στη χαμηλή εισοδηματική τάξη (κάτω του 75% του διάμεσου) 1 στους 3. Από τους τελευταίους, λιγότεροι από τους μισούς βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας, που ορίζεται από τον ΟΟΣΑ στο 50% του διάμεσου διαθέσιμου εισοδήματος.

Στην Ελλάδα, λοιπόν, το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα για ένα νοικοκυριό με δύο ενήλικες και δύο παιδιά άνω των 14 ετών, προσδιορίζεται το 2018 σε €19,7 χιλιάδες.

Το εισόδημα αυτό σε σταθερές τιμές 2018 αυξήθηκε στη δεκαετία της υψηλής ανάπτυξης (με δανεικά…) περίπου σε €30.000 (2009-2010) από €25.000 το 2003, ενώ μειώθηκε δραματικά σε €19.000 το 2014, κατά τη διάρκεια της μεγάλης ύφεσης, λόγω της προσαρμογής των Μνημονίων, όταν το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά το ¼, και σήμερα, έξι χρόνια μετά, διαμορφώνεται σε περίπου €20.000.

Νοικοκυριά αυτής της σύνθεσης θεωρούνται ότι ανήκουν στη μεσαία εισοδηματική τάξη εφόσον το διαθέσιμο εισόδημά τους βρίσκεται μεταξύ €14,7 χιλιάδων (75% του διάμεσου) και €39,3 χιλιάδων (200% του διάμεσου).

Με την ίδια λογική, ένα νοικοκυριό της ίδιας σύνθεσης ανήκει στην υψηλή ή τη χαμηλή εισοδηματική τάξη εφόσον το διαθέσιμο εισόδημά του είναι άνω των €39,3 χιλιάδων ή κάτω των €14,7 χιλιάδων, αντιστοίχως.

Τέλος, με διαθέσιμο ετήσιο εισόδημα χαμηλότερο από €9.850, ένα νοικοκυριό βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας. Χονδρικά, λοιπόν, το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα μιας 4μελούς οικογένειας στην Ελλάδα είναι περίπου €20.000, και με διαθέσιμο εισόδημα €15-€40.000 η οικογένεια αυτή ανήκει στη μεσαία τάξη.

Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τον ορισμό του διαμέσου, πάνω και κάτω από €20.000 διαθέσιμο εισόδημα βρίσκεται το 50% των 4μελών οικογενειών στην Ελλάδα.

Σε όρους μεικτών αποδοχών, ο διάμεσος grosso modo διαμορφώνεται σε €30.000 και η μεσαία τάξη ορίζεται μεταξύ €20.000-€60.000.

Η υπερφολόγηση και η φτωχοποίηση στα χρόνια των Μνημονίων

Αναλύοντας τα μικροδεδομένα των Ερευνών Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης της ΕΛΣΤΑΤ από το 2003 και μετά, την περίοδο των Μνημονίων παρατηρείται μια διόγκωση του μεριδίου των νοικοκυριών (και των αντίστοιχων εισοδημάτων) της μεσαίας εισοδηματικής τάξης, αλλά και της χαμηλής εισοδηματικής τάξης άνω του ορίου της φτώχειας, με αντίστοιχη μείωση του μεριδίου των νοικοκυριών της υψηλής εισοδηματικής τάξης και της χαμηλής εισοδηματικής τάξης κάτω του ορίου της φτώχειας.

Με άλλα λόγια, παρατηρείται μια καθαρή μετανάστευση νοικοκυριών από τα υψηλά στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, με το μερίδιο των νοικοκυριών κάτω του ορίου της φτώχειας να μειώνεται, καθώς η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος την περίοδο των Μνημονίων συντελέστηκε λαμβάνοντας υπ’ όψιν κατά το δυνατόν την ανάγκη να μην πληγούν τα σχετικώς χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Τέλος, από τα στοιχεία προκύπτει ότι, λόγω της τεράστιας υπερφορολόγησης κατά την περίοδο των Μνημονίων και της υψηλής προοδευτικότητας του φορολογικού συστήματος, η μεσαία εισοδηματική τάξη καταβάλλει σήμερα το 51% των φορολογικών εσόδων, ενώ πριν την κρίση κατέβαλε το 39,3%.

Αντίστοιχα, η υψηλότερη εισοδηματική τάξη, που συρρικνώθηκε αριθμητικά και εισοδηματικά, σήμερα καταβάλλει το 38,1% των φορολογικών εσόδων έναντι άνω του 50% που κατέβαλε πριν από την κρίση.

Οι εξελίξεις αυτές αποτυπώνουν είτε τη μετακίνηση νοικοκυριών σε χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια είτε τη μη καταγραφή τους στις στατιστικές λόγω της μετανάστευσης στο εξωτερικό, εγκατάλειψης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων κ.λ.π.

Ως αποτέλεσμα, το κράτος, για να συνεχίσει να καλύπτει τις ανάγκες του, προχώρησε σε υπερφορολόγηση των σχετικώς υψηλότερων εισοδημάτων, όσων είχαν απομείνει.

Πιο πρόσφατα, όμως, και ιδίως από το 2016 και μετά, η υπερφορολόγηση εντάθηκε, με τη διατήρηση του αφορολόγητου σε υψηλά επίπεδα, απαλλάσσοντας έτσι από τη φορολογία μεγάλα στρώματα του πληθυσμού και αυξάνοντας αναλογικά τη φορολογική επιβάρυνση των υπόλοιπων, και ιδίως των συνεπών φορολογουμένων. Βεβαίως, εάν ληφθεί υπόψη και ο φόρος ακίνητης περιουσίας, τότε η συνολική επιβάρυνση είναι ακόμη δυσμενέστερη.

Συμπερασματικά, καταλήγει ο ΣΕΒ στο μηνιαία οικονομικό του δελτίο, η χώρα μας κατάφερε να βγει από την κρίση, αλλά με τα μεσαία και υψηλά εισοδηματικά στρώματα να επωμίζονται ένα τεράστιο πρόσθετο φορολογικό βάρος.