495
|

Σταυρός προτίμησης

Οδυσσέας Ιωάννου Οδυσσέας Ιωάννου 17 Φεβρουαρίου 2014, 00:08

Σταυρός προτίμησης

Οδυσσέας Ιωάννου Οδυσσέας Ιωάννου 17 Φεβρουαρίου 2014, 00:08

Την τέχνη, ο Άρης, την έμαθε από τον πατέρα του. Κι εκείνος από τον δικό του. Κλειστό επάγγελμα, δεν μπορεί να ανοίξει τόσο το μεράκι. Έχουν παίξει με τα μπουζούκια, τα ούτια και τους μπαγλαμάδες τους, άνθρωποι που αρχίζεις να πιστεύεις πως ποτέ δεν υπήρξαν πραγματικά. Αν σου πω ποια τραγούδια γράφτηκαν με αυτά θα σταυροκοπιέσαι μπροστά τους σαν να προσκυνάς το Τίμιο Ξύλο. Ξύλινα μπράτσα και χέρια ομοιοκατάληκτα, γίνονταν ένα. Φινίρισμα με αφομοιωμένες όλες τις γεωμετρίες των λαϊκών στολισμάτων. Ο ήχος τους, ορκιζόσουν πως είχε και γδαρσίματα ανθρώπινης φωνής. Κραυγές από τη Σμύρνη, όταν φτάναν στο λιμάνι και τα πλοία δεν τους έπαιρναν. Λυγμούς από τα σακατιλίκια του έρωτα, μονοσύλλαβα κλάμματα από γράμματα από την ξενιτιά.

Αλλά και αλλεγκρίες. Επιφωνήματα από την εξωστρεφή θηλυκότητα ενός τσιφτετελιού, κρύσταλλα από γέλια σε γλέντια ανθρώπων που έχουν πεθάνει όλοι πια.

Ο Νικήτας βγήκε από το υπόγειο εργαστήρι, έχοντας δώσει στον Άρη την παραγγελία του. Έκανε πολύ ώρα να τον πείσει.

Ο Άρης τού υποσχέθηκε πως μέχρι τα μεσάνυχτα στις 15 Μαϊου θα το έχει έτοιμο.

«Όχι πιο αργά, καταλαβαίνεις…» είπε ο Νικήτας.

Το δούλευε τις νύχτες, την ημέρα το σκέπαζε με ένα σεντόνι, μην το δει κανένας πελάτης. Θα έπαιρνε τα ξύλα που χρησιμοποιούσε συνήθως τις κατασκευές του. Έλατο με καθαρά νερά και καρυδιά που έβαζε στα σκάφη των μπουζουκιών, και έβενο για τις ταστιέρες. Θα προσέθετε με κάποιον τρόπο και ορισμένα κομμάτια από παλλίσανδρο και σφένδαμο. Στα δεσίματα ήταν μάγος.

Πρώτη φορά δούλευε κάτι τέτοιο και πρώτη φορά στα τυφλά. Πάντα δοκίμαζε αυτά που έφτιαχνε πριν τα παραδώσει στους πελάτες. Αλλά αυτό όχι, δεν είχε σκοπό να το δοκιμάσει. Δέκα φορές σκέφτηκε να το παρατήσει, και δέκα συνέχισε. Ήταν μεγάλη πρόκληση να φτιάξει το πιο «ανθρώπινο» κομμάτι που είχε φτιάξει ποτέ. Πάντα του έλεγαν πως τα όργανά του «μιλάνε». Θα έφτιαχνε τώρα εκείνο που θα έλεγε την τελευταία λέξη.

 Στις 15 Μαϊου, στις έντεκα το βράδυ, ο Νικήτας κατέβαινε τα σκαλιά του εργαστηρίου.

-Έτοιμο;

-Έτοιμο, είπε ο Άρης, και τράβηξε το σεντόνι.

Το είδε ο Νικήτας κι άσπρισαν τα χείλη του. Ένιωσε όλο του το αίμα να τρέχει άσκοπα μέσα στο σώμα του, ακανόνιστο, πανικόβλητο. Σαν εκατομμύρια ποντίκια που προσπαθούσαν να βρουν τρύπα να σωθούν από το καράβι που είχε πιάσει φωτιά.

Σε λίγη ώρα το νερό θα το κατάπινε.

-Θα το δοκιμάσεις;

Ο Νικήτας έβγαλε το σακάκι, έμεινε με το πουκάμισο. Άνοιξε τα χέρια του, το μέτρησε, κοίταξε στην κορυφή του, μήπως δει κανένα γνωστό αρκτικόλεξο γραμμένο επάνω, δεν είδε βέβαια, χαμογέλασε για τον θάνατο της τελευταίας απίθανης ελπίδας του, και έκανε κίνηση να πληρώσει τον Άρη.

– Κοίτα, δεν νομίζω πως μπορώ να πληρωθώ. Και δεν νομίζω κιόλας πως έχεις για να με πληρώσεις. Πώς θα το πάρεις; Έχεις κάτι να το μεταφέρεις;

-Πώς αλλιώς να το πάρω; Πώς το παίρνεις συνήθως αυτό; είπε ο Νικήτας.

Αν περνούσε κάποιος εκείνην την ώρα από εκείνο το στενό και τον έβλεπε να βγαίνει στον δρόμο με έναν σταυρό στον ώμο, θα άκουγε κι έναν ξοφλημένο άγγελο, καθισμένο στο πεζοδρόμιο, να πετάει το τελευταίο του τσιγάρο σφυρίζοντας το «Σαν απόκληρος γυρίζω» του Τσιτσάνη.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News