1506
Γιάννης Κακλέας και Δημήτρης Παπαδημητρίου συζητούν. Και εξηγούν στο Protagon τις λεπτομέρειες της πρωτοποριακής παράστασής τους στο «Παλλάς» | Νικόλας Μάστορας

«Μόμπι Ντικ»: Πώς βάζεις μια φάλαινα 30 μ. στο «Παλλάς»;

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 18 Φεβρουαρίου 2020, 23:00
Γιάννης Κακλέας και Δημήτρης Παπαδημητρίου συζητούν. Και εξηγούν στο Protagon τις λεπτομέρειες της πρωτοποριακής παράστασής τους στο «Παλλάς»
|Νικόλας Μάστορας

«Μόμπι Ντικ»: Πώς βάζεις μια φάλαινα 30 μ. στο «Παλλάς»;

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 18 Φεβρουαρίου 2020, 23:00

Θα μπορούσε να είναι ένας κοινότοπος γρίφος, αν δεν ήταν το πέμπτο πιο διαβασμένο βιβλίο στον κόσμο. Θα μπορούσε να είναι ένα αίνιγμα, του τύπου: Τι είναι εκείνο που χωράει ωκεανούς, την Παλαιά Διαθήκη, συμβολισμούς για τον Θεό και τις δυνατότητες του ανθρώπου, μια άσπρη φάλαινα, έναν αφηγητή που μας ζητάει με το καλημέρα να τον λέμε Ισμαήλ, μια λευκή φάλαινα 30 μέτρων, μια πατροκτονία και «έναν άνθρωπο που δεν φοβάται Θεό, που μοιάζει με Θεό και είναι υπέροχος», τον Καπετάν Αχαάβ;

Δεν ξέρω πόσοι θα απαντούσαν με ευκολία ο «Μόμπι Ντικ». Το θρυλικό ογκώδες μυθιστόρημα του Αμερικανού Χέρμαν Νέβιλ, που έχει απασχολήσει –από το 1851 που κυκλοφόρησε πρώτα στη Βρετανία κι έπειτα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ως «Η Φάλαινα»– αρκετά φιλοσοφικά ρεύματα, αρκετούς συγγραφείς και τον κινηματογράφο. Ή πόσοι θα ερμήνευαν απλώς ως μια ναυτική περιπέτεια και μια αναμέτρηση ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, την ιστορία του Καπετάν Αχαάβ, που έχει σκοπό του να σκοτώσει τη λευκή φάλαινα με το όνομα Μόμπι Ντικ, που σε προηγούμενο ταξίδι τού είχε κόψει το πόδι. Και δεν θα έκλιναν στην πλευρά εκείνων που θεωρούν το «Μόμπι Ντικ» ένα φιλοσοφικό, εν τέλει, δοκίμιο για το καλό και το κακό. Οσο κι αν αρχικά –και μάλλον λανθασμένα– θεωρήθηκε ένα καλό, μουσκεμένο από τρικυμίες και φαλαινοθηρίες, βιβλίο για παιδιά.

Γιατί μπήκαμε με τα μπούνια στην ιστορία του «Μόμπι Ντικ»; Μα γιατί το ίδιο αυτό πολυδιαβασμένο διεθνώς έργο έγινε η βάση για ένα ελληνικό μιούζικαλ, από τον Δημήτρη Παπαδημητρίου. Ενα το κρατούμενο.

Δεύτερο: το ογκώδες εγχείρημα θα ανεβεί στη σκηνή του «Παλλάς», από τις 28 Φεβρουαρίου 2020, σηματοδοτώντας και το πρώτο θεατρικής πνοής έργο στην Ελλάδα που θα «ντυθεί» με εντυπωσιακά (τρισδιάστατα) ολογράμματα υπερσύγχρονης τεχνολογίας. Τα οποία, τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, δοκιμάζονται κάπου στο Τέξας, προτού έρθουν για να κουμπώσουν στο λιμπρέτο και τη μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου και την με ακρίβεια δευτερολέπτου σκηνοθετημένη από τον Γιάννη Κακλέα παράσταση.

Θέλετε κι ένα τρίτο; Η εξαιρετικά φιλόδοξη και… μουσκεμένη σε ολογράμματα φαλαινοθηρίας παράσταση ενώνει δύο φορείς. Το Ιδρυμα Ωνάση (Onassis Culture) και τις Θεατρικές Σκηνές, στο «Παλλάς».

3D απεικόνιση του σκηνικού του Μανόλη Παντελιδάκη

Δεν ξέρω αν το συγκρατήσατε από το αρχικό αίνιγμα, αλλά θα ήθελα να ξεκαθαρίσω πού ακριβώς χωράει η πατροκτονία σε αυτόν τον «Μόμπι Ντικ, το μιούζικαλ». Ή, μάλλον, να μας εξηγήσει ο Δημήτρης Παπαδημητρίου: «Η δευτερογενής ιδεολογική πλοκή του έργου, αυτή που είναι παράλληλη με τη θεοσοφική, είναι πιστεύω το θέμα της πατροκτονίας σαν υποχρεωτική διαδικασία του ανθρώπου για να προχωρήσει. Το όριο του ανθρώπου είναι, τρόπον τινά, ο πατέρας του, ή αν θέλετε το έπος του παρελθόντος. Η κατάρα που μας ακολουθεί από τη γέννα: τι άλλο εξόν από το όριο που μας θέτει ως υπαρκτός θεός μας ο γεννήτορας μας, αυτός που ενσαρκώνει και το πάντα “δοξασμένο” και “μυθικό” αξεπέραστο παρελθόν μας; Ο κάθε νέος ξεκινά έναν μάταιο αγώνα να φθάσει και να ξεπεράσει τον μύθο με πολύ αδύναμο όπλο την πεζή πραγματικότητα του παρόντος.

»Δείτε το όλο αυτό και ως σύγχρονο ελληνικό έθνος. Πόσο δύσκολο να φτάσεις και να ξεπεράσεις τα πατρώα κλέη; Πόσο αδύνατον μοιάζει, θα έλεγα. Ο σύγχρονος Ελληνας μοιάζει με τον Αχαάβ και ο Μόμπι Ντικ μοιάζει με το παρελθόν κλέος μας. Η συγκινητική θυσία του, για μένα, τον αποθεώνει».

Η ορχήστρα της παράστασης

Τον σκηνοθέτη Γιάννη Κακλέα, πάλι, η θεατρική σκέψη, όπως μου αποκαλύπτει στην κουβέντα, τον οδηγεί επίσης σε κάτι βαθιά ελληνικό. Στην έννοια του τραγικού ήρωα. Του ήρωα της αρχαίας τραγωδίας. Με την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, έχουν συγκρίνει πολλοί το έργο του Μέλβιλ. Οπως και με τα έργα του Σαίξπηρ. Και ο Γιάννης Κακλέας μου εξηγεί: «Δεν θέλουμε, εν τέλει, να ξέρουμε αν ο Αχαάβ είναι καλός ή κακός. Οπως δεν θέλουμε να ξέρουμε αν ο Οιδίποδας είναι καλός ή κακός. Μέσα του υπάρχει απλώς όλη η αμφιβολία του ανθρώπου και η αναζήτησή του να φτάσει ως το τέλος των επιθυμιών του. Βρίσκεται δε ο ήρωας σε τέτοια σύγκρουση, που τον κάνει να είναι τόσο ανθρώπινος».

Και έρχεται και εκείνος να συμφωνήσει με τον Δημήτρη Παπαδημητρίου: «Μυθοποιείται στην έννοια του άκαρδου πατέρα. Του πατέρα στην Παλαιά Διαθήκη που είναι σκληρός και δοκιμαστής. Ας μην ξεχνάμε τον Ιωνά στην κοιλιά της φάλαινας ή τον Ιώβ και τα πάθη του».

Κι ενώ τα ολογράμματα ετοιμάζονται πάνω στην ξύλινη σκηνή να φέρουν το φαλαινοθηρικό Πίκουοντ (με το όνομα από μια φυλή ινδιάνων που δεν υπάρχει πια), την τεράστια λευκή φάλαινα με το όνομα Μόμπι Ντικ και τα τοπία του «φιλοσοφικού επικού παραμυθιού», όπως το θέτει ο Γιάννης Κακλέας, ο ίδιος μου θυμίζει τη λιγότερο γνωστή σύνδεση με την Παλαιά Διαθήκη. Καθώς το όνομα που διάλεξε ο Μέλβιλ, το Αχαάβ, ανήκε σε έναν βασιλιά της Ιουδαίας που τιμωρήθηκε (κρεμάστηκε) επειδή θέλησε να επαναφέρει την ειδωλολατρεία και η δράση του θεωρήθηκε επαναστατική για την εποχή. Και ο Δημήτρης Παπαδημητρίου έρχεται να προσθέσει: «Ο Πέλεγκ, ο Μπίλνταντ, ο Ηλιού και άλλοι είναι ευθείες αναφορές σε πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης που ο –ορθόδοξης εγκυκλοπαιδικότητας– Ελληνας δεν γνωρίζει».

Ο δε Καπετάν Αχαάβ εμφανίζεται –ως ηγέτης– στα μάτια του (πολυπολιτισμικού) πληρώματός του ως «θεότητα, όχι χριστιανικού τύπου. Ως Μπάαλ, για τον οποίο έγραψε ένα νεανικό του έργο και ο Μπέρτολντ Μπρεχτ». Ενώ και η λευκή φάλαινα εμφανίζεται και ως βιβλικός Λεβιάθαν, «ένα ανίκητο θαλάσσιο κήτος, που συμβολίζει τη μυθολογία του ανίκητου τρόμου και έχει όλα τα στοιχεία της τερατικής θεότητας».

Θοδωρής Βουτσικάκης, Μπάμπης Βελισσάριος και Αιμιλιανός Σταματάκης πρωταγωνιστούν στο «Μόμπι Ντικ, το μιούζικαλ»

Πώς, αλήθεια, αποφάσισε ο Δημήτρης Παπαδημητρίου έναν τέτοιον παράτολμο άθλο; Να φέρει αυτό το δύσκολο, ογκώδες και πολύπλοκο έργο στη σκηνή; «Δεν το αποφάσισα στ’ αλήθεια. Το ανακοίνωσα χωρίς πολλή σκέψη. Ακουσα με κατάπληξη τον εαυτό μου να το λέει. Υποθέτω, το επιθύμησα τόσο, που απλώς δεν θα ζούσα χωρίς να το προσπαθήσω. Θεατρικά ανέφικτο, ναι. Ομως κάθε τι νέο μοιάζει πάντα ανέφικτο αρχικά. Απλώς το ξεκίνησα χωρίς να το καταλάβω. Είχα όμως την υποστήριξη του αδελφού μου στην προσπάθειά μου αυτή. Οχι μόνο δεν με φόβισε, αλλά με ενθάρρυνε. Και αυτό ήταν για μένα τεράστια δύναμη».

Τι συγκίνησε στον «Μόμπι Ντικ» τον συνθέτη και λιμπρετίστα του μιούζικαλ; «Νομίζω ότι με συγκινεί εν τέλει η τεράστια ανθρώπινη τραγωδία του μάταιου αγώνα απέναντι σε όλα τα αξεπέραστα ερωτήματα. Η διαφορά του ανθρώπου από τους θεούς του, και το μεγαλείο του, είναι ο βαθύς αναπάντητος και ανερμήνευτος πόνος.

»Ο Χριστός, στη δική μας θρησκεία, ήλθε ακριβώς να συμπληρώσει αυτό το ελλείπον κομμάτι από την εικόνα του ασυγκίνητου, σκληρού και τιμωρού Θεού. Το ανθρώπινο μεγαλείο του πόνου, του θανάτου. Και τη συγκλονιστική, πλήρη μοναξιά του απέναντι στην άγνοια και τη γνώση, που συνεχώς του δηλώνει το όριό του».

Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου παρακολουθεί την ορχήστρα να εκτελεί τη μουσική που έχει συνθέσει

Το θέαμα, λέει ο Γιάννης Κακλέας, «εμφανίζεται σαν ένα όνειρο στη σκηνή. Με τα ολογράμματα (σ.σ.: συνολικά κάπου ένα μισάωρο!) σαν ομηρικές σκιές, σαν ψευδαισθήσεις των ανθρώπων, που το μυαλό τους τις κάνει να γίνονται πραγματικές. Ολα σε μια “ωρολογιακά” μελετημένη παράσταση, γραμμένη με ακρίβεια νότας πάνω στη μουσική και το λιμπρέτο».

Η μουσική; Θα ακούσουμε τον «λόγιο» Παπαδημητρίου ή τον «λαϊκό»; «Η “μουσική” στο μυαλό μου ήταν σαν ένα πυκνό και ανεξιχνίαστο νεφέλωμα», έρχεται η απάντησή του. «Το μουσικό έργο, που απαίτησε αναρίθμητες λύσεις, ξεδιπλώθηκε, μοιάζοντας ατελεύτητο, κινηματογραφικό, όταν σύρθηκα με την κοιλιά, ταπεινό και φιλοπερίεργο ερπετό, επάνω στα χιλιάδες μικρά αιχμηρά χαλικάκια της τεράστιας διαδρομής του».

Οσο για το δεύτερο σκέλος, μου ξεκαθαρίζει: «τα “λόγια” έργα πρέπει να είναι λαϊκά. Και τα λαϊκά πρέπει να αντέχουν και ως “λόγια”. Αλλιώς δεν συντελείται η αλχημεία της μεγάλης τέχνης. Ο Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ είναι σαφέστατα εν τέλει ένα λαϊκό έργο με μια παγκοσμιότητα, που μόνο έτσι εξασφαλίζεται. Το μιούζικαλ κρατάει την ίδια συνταγή. Η μουσική του απευθύνεται και επιθυμεί να είναι ανοιχτή και κατανοητή ως γλώσσα από τους πάντες. Ανοιχτόκαρδη, θα έλεγα. Αυτό ίσως είναι το προσωπικό μου ύφος, εν τέλει».

Ακούγοντας, στο βάθος της σκηνής του «Παλλάς», τους μαραγκούς να καρφώνουν το ξύλινο πλέγμα των υπερσύγχρονων ολογραμμάτων αυτού του φιλόδοξου «Μόμπι Ντικ», μια ερώτηση μου καρφώνεται στο μυαλό: Πόση μουσική χωρούν τα θαλασσινά ολογράμματα της παράστασης; «Απειρη», μου δίνει την απάντηση ο Δημήτρης Παπαδημητρίου. «Οση και η ίδια η θάλασσα. Η μουσική ως τέχνη είναι ένα ολόγραμμα. Αϋλη, όσο και “πραγματική”».

Info

Το Onassis Culture (Ιδρυμα Ωνάση) σε συνεργασία με τις Θεατρικές Σκηνές παρουσιάζουν στο Θέατρο Παλλάς (Βουκουρεστίου 5, τηλ. 210321 3100), από την Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020, έως και 29 Μαρτίου 2020, το «Moby Dick» του Χέρμαν Μέλβιλ, σε μιούζικαλ από τον Δημήτρη Παπαδημητρίου (λιμπρέτο και μουσική σύνθεση) και σκηνοθεσία από τον Γιάννη Κακλέα.

Πρωταγωνιστούν (αλφαβητικά): Μπάμπης Βελισσάριος, Θοδωρής Βουτσικάκης (σε διπλή διανομή με το Βασίλη Κούρτη), Νικόλας Καραγκιαούρης, Ivan Svitailo, Αιμιλιανός Σταματάκης.

Παίζουν ακόμη (αλφαβητικά): Samuel Akinola, Αντώνης Βλάχος, Δημήτρης Γεωργαλάς, Κωνσταντίνος Ευστρατίου, Ορφέας Ζαφειρόπουλος, Jerome Kaluta, Θοδωρής Μπουζικάκος, Μάριος Πετκίδης, Φοίβος Ριμένας, Πολύκαρπος Φιλιππίδης, Δημήτρης Φουρλής.

Συμμετέχει δεκαμελής ορχήστρα
Σκηνικά: Μανώλης Παντελιδάκης
Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδήρη
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Χορογραφία: Αγγελική Τρομπούκη
Παραστάσεις: Τετάρτη και Κυριακή στις 19:00. Πέμπτη έως Σάββατο στις 20:00
Εισιτήρια: 15-80 ευρώ. Προπώληση: viva.gr