1102
| SOOC/CreativeProtagon

Κική Δημουλά: Η ποιήτρια που μιλούσε για την κάθε μέρα μας

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 22 Φεβρουαρίου 2020, 19:15
|SOOC/CreativeProtagon

Κική Δημουλά: Η ποιήτρια που μιλούσε για την κάθε μέρα μας

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 22 Φεβρουαρίου 2020, 19:15

«Η μνήμη, / κύριο όνομα των θλίψεων, / ενικού αριθμού, / μόνον ενικού αριθμού / και άκλιτη. / Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη». Αυτό ήταν η ποιήτρια που την έλεγαν Κική. Η ακαδημαϊκός, η «αθάνατη» Δημουλά. Ηξερε να μιλάει για τα… πράγματα δίπλα μας. Στην κάθε μέρα μας. Στα μάτια του διπλανού μας. Στο φευγαλέο άγγιγμα στο Μετρό. Στην τυχαία συνάντηση δύο ανθρώπων που είχαν χάσει το νήμα που ένωνε τις ζωές τους.

Και να που από αυτή, την τόσο ιδιαίτερη «Μνήμη» της Κικής Δημουλά, φτάσαμε σήμερα να μιλούμε για τη δική της μνήμη. Για τη δική της κληρονομιά. Για να τη μάθουμε, μνημονεύοντάς την. Και για να τη μνημονεύουμε, μαθαίνοντάς την.

Αν θέλετε, μπορούμε να βάλουμε και μουσική υπόκρουση. Εκείνη που της είχε γράψει για το άλμπουμ «Στην αγκαλιά της άκρης» (1998) ο επίσης αξέχαστος Θάνος Μικρούτσικος. Για τον «Πληθυντικό αριθμό» της (από τα «Ποιήματα», Ίκαρος, 1998). Ή, ακόμη, το μελοποιημένο από τον Σταμάτη Κραουνάκη «Φιλί» της («Η λειτουργία των πόλεων», 2014). Σαν κάθε φιλί που δίνεται και «ένα τοις εκατό αποτελείται / από αιωνιότητα / κι όλο το άλλο από τον κίνδυνο / να ’ναι το τελευταίο» («Μεταφερθήκαμε Παραπλεύρως», 2007). Κι «άλλων μια μνήμη είναι ο κομιστής / κι όλους μαζί θαρρείς πως μας γεννά / ο φόβος του θανάτου».

Οσο για την ίδια τη μνήμη; «Η μνήμη συντηρεί», έλεγε έξω από τους στίχους της αργότερα. «Αλλά για να συντηρήσει κάτι το βάζει σε πολύ μεγάλη ψύξη, του αφαιρεί κάθε φρεσκάδα. Και για να κρατήσει το πράγμα, το ωραιοποιεί ιδιαιτέρως και εξαιρετικά».

Στο ίδιο της ποίημα κατοικούσε δίπλα στη «Μνήμη» και ο «Φόβος»: «Ο φόβος, / όνομα ουσιαστικόν, / στην αρχή ενικός αριθμός / και μετά πληθυντικός: / οι φόβοι. / Οι φόβοι / για όλα από δω και πέρα». Και, μαζί τους, ο έρωτας «γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού, / γένους ανυπεράσπιστου».

Θα μου επιτρέψετε αυτό να κρατήσω ως απόσταγμα της ποίησής της. Κι αν κάνω λάθος και η Κική Δημουλά είχε πιο πολλά αποστάγματα στο δικό της ντουλάπι; Πιο πολλή ουσία; Ε, τότε μπορεί να νιώσω το χέρι της ποιήτριας με το όνομα Κική να με χτυπάει στον ώμο και να με καθησυχάζει γλυκά: «Δεν είναι λάθος φίλε μου. / Είναι μια πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας. / Δείξε μου εσύ ένα ύψιλον / που τα κατάφερε ποτέ σωστά να μας ενώσει» («Γράψε λάθος», από τη συλλογή «Χαίρε ποτέ», 1988).

Γι’ αυτά και τόσα άλλα, διπλανά μας, δικά μας, της κάθε μέρας, έγραφε και ανάσαινε η Κική Δημουλά. Με ποιήματα πυκνά, που μπορούσαν όμως να κατατεμαχιστούν σε μικρά συνθήματα ζωής. Για «τη ρηματική τού ζω απεραντοσύνη». Που «πόσοι την γνώρισαν;»

Πόσους ποιητές ξέρουμε, αλήθεια, που να είχαν μια κουβέντα, μία ποιητική λύση ή ρήση, ένα σύνθημα βρε αδελφέ, για ό,τι καθημερινό μας. Για τους φόβους, την ελπίδα, τα λάθη, τα πάθη, την ισχύ, την αδυναμία, την αγάπη, τον έρωτα…

Είπα -ή, μάλλον, έγραψα- έρωτα. Το έλεγε και το βροντοφώναζε, σαν απόσταγμα εμπειρίας και ζωής: Εκείνος που αγαπάει είναι ο κερδισμένος. Όχι εκείνος που αγαπιέται. Το δύσκολο, το μεγάλο, είναι να αγαπάς εσύ. Ξέρετε τίποτα πιο κοντινό, καθημερινό; Ξέρετε άλλη πιο μεγάλη αγωνία μας;

Εκείνη αγάπησε πολύ. Και, μάλλον, μέσα της θρήνησε πολύ. Στο κουδούνι του σπιτιού της, στην Κυψέλη, έγραφε ακόμη «Αθως Δημουλάς». Στο σαλόνι της είχε ένα μεγάλο πορτρέτο του. «Εζησα με έναν ποιητή», έλεγε και ξανάλεγε. Η μνήμη, που λέγαμε. Για κείνον. Τον έρωτα. Την αγάπη. Τον σύζυγο, που τον έχασε το 1985. Και του φρόντιζε, έλεγε, τα παιδιά και τα εγγόνια.

Δοσμένη σε μία καθημερινότητα, που «τίποτα δεν την αλλάζει. Ούτε η ποίηση». Που εκείνη, η καθημερινότητα, βγαίνει νικήτρια. «Εκανα ενός κοινού ανθρώπου τη ζωή… Δεν άλλαξε κάτι ότι έγραφα κάποια ποιήματα. Οση φήμη κι αν απέκτησα, έμεινα η μαμά, η γιαγιά, ο εαυτός μου».

Πώς είπατε; Τον θάνατο; Ναι, το ομολογούσε ακόμη και ως «αθάνατη» ακαδημαϊκός από το 2002 ότι τον φοβόταν τον θάνατο. Και κυρίως «τα πριν του». Του θανάτου, «που θέλει να με διαλύσει για να με πάρει άσχημη, γριά, ανόητη». Κυρίως, όμως, έλεγε, «φοβάμαι μήπως σηκωθώ μια μέρα και δεν θυμάμαι τι είναι ποίηση». Κι ας ήξερε τον ορισμό της: «είναι ένα Σήμερα, που ελπίζει ότι θα είναι κι ένα Αύριο». Πλασμένο με λέξεις, που τις φοβόταν κι αυτές, αλλά και τις σεβόταν.

Γι’ αυτό κι όταν τις συνάρμοζε σε σκέψεις για τις δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες συνεντεύξεις που της είχαν ζητήσει (όλοι το θέλαμε όταν την θαυμάζαμε) ένιωθε, έλεγε, «λίγο σαν απατεώνας χειρομάντης που τάχα ξέρει να διαβάζει τα μυστικά της Τέχνης, τα τόσα τέρμινα της ψυχής» Και πουλούσε, έλεγε επίσης, «την αδυναμία της και την άγνοιά της σαν μάγια, για ν’ αλλάξει η μοίρα της μοίρας». Κι ας έδινε τα ποιητικά τσιτάτα της, ως συμβουλές ή ως συνθήματα, ακόμη κι όταν έφτασε στις σελίδες της «International Herald Tribune»: «Δεν μπορώ να σας παρηγορήσω από τη στιγμή που η ίδια είμαι απαρηγόρητη». Πάντα απαρηγόρητη δήλωνε. Γι’ αυτό το κάθε μέρα που την πονούσε και το πονούσε. Που την όριζε και το όριζε με τους στίχους – συνθήματα.

Είχε για όλα κάτι να πει: «Από καταβολής κόσμου είμαστε θεατές της επικράτησης των ισχυροτέρων και του καταποντισμού των αδυνάτων. Με τρομοκρατεί η βεβαιότητα ότι δεν έχουμε τρόπο ανατροπής». Ή, «ο πεσιμισμός είναι η μεγαλύτερη αγάπη για τη ζωή». Ή «η δειλία καθόρισε την ζωή μου».

Οχι, δεν ζούσε ποιητική ζωή η ποιήτρια με το (απλό, καθημερινό) όνομα Κική. Διακονούσε την ποίηση, αλλά δεν ζούσε ποιητική ζωή. «Ποιητική ζωή δεν υπάρχει», έλεγε. «Κι αυτό ακριβώς είναι μια από τις αμέτρητες ελλείψεις που προσπαθεί να θεραπεύσει, να συγκαλύψει η ποίηση».

Το πεπρωμένο ήταν το μόνο που ενοχοποιούσε σε αυτό το κάθε μέρα η ποιήτρια. Το ίδιο που την έφερε, το 2013, αντιμέτωπη με τον εσμό των σόσιαλ μίντια. Τα οποία ξεσπάθωσαν εναντίον της, με χαρακτηρισμούς όπως «ρατσίστρια» ή «χρυσαυγίτισσα», όταν στη διάρκεια εκδήλωσης των Atenistas δήλωσε ότι «δεν αντέχει» μετανάστες στην Κυψέλη, καθώς είναι τόσο πολλοί που πιάνουν τα παγκάκια και δεν μπορεί να καθήσει κάποιος στην πλατεία. Δεν είμαι ρατσίστρια, χρειάστηκε να φωνάξει η ίδια. «Λένε ότι είμαι εγώ ρατσίστρια; Η κακοήθεια πρέπει να έχει τροφή, αλλιώς πεθαίνει. Αμα τους τη δίνω εγώ αυτή την τροφή, τι να κάνω; Μάλλον κάνω άλλη μια ευεργεσία». Και ακόμη: «Τη Χρυσή Αυγή θα ήθελα να τη σκοτώσω».

Απέναντί της, η Κική Δημουλά σε όλα είχε εν τέλει, όπως έλεγε και έγραφε, μόνον το πεπρωμένο. Μούρη με μούρη. Με το βλέμμα μέσα στα μάτια του πεπρωμένου. «Μακρύ κουραστικό ταξίδι / το πεπρωμένο / μα το χειρότερο / πας ή έρχεσαι δεν ξέρεις». Δεν μπορούσε να ενοχοποιήσει κανέναν Θεό. Άλλωστε σε έναν στίχο της θύμιζε ότι «η συμπόνια / πρωτογράφτηκε λάθος από το Θεό». Και με τα λόγια της υπερθεμάτιζε: «Αν υπήρχε και αν υπάρχει Θεός, πιστεύω ότι δεν είναι τόσο σκληρός όσο το πεπρωμένο».