Και όμως, ο Τραμπ μίλησε στους «μισητούς» New York Times!
Και όμως, ο Τραμπ μίλησε στους «μισητούς» New York Times!
Στις περισσότερες συνεντεύξεις, το θέμα είναι αυτά που λέει ο συνεντευξιαζόμενος. Στην περίπτωση της συνέντευξης που έδωσε ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στους New York Times, στις 7 Ιανουαρίου, όμως, το θέμα ήταν ο ίδιος και η σχέση του με τη μεγαλύτερη και πιο επιδραστική εφημερίδα των ΗΠΑ, αν όχι του πλανήτη.
Μια σχέση που δεν ήταν ποτέ καλή, καθώς οι ΝΥΤ δεν φοβούνται τον αμερικανό πρόεδρο και, στην περίπτωσή του τουλάχιστον, δεν φοβούνται να λένε και τα πράγματα με το όνομά τους. Ο ίδιος ο Τραμπ, όπως συνηθίζει, πέρασε από διάφορα στάδια σε αυτήν τη σχέση: Θύμωσε, κατηγόρησε την εφημερίδα, αυτοθυματοποιήθηκε και τώρα προσπάθησε να εντυπωσιάσει τους δημοσιογράφους της.
Η βραδιά στον Λευκό Οίκο δεν έμοιαζε με μια συνηθισμένη συνέντευξη προέδρου, γράφουν οι New York Times. Εμοιαζε περισσότερο με παράσταση, με τον Τραμπ να εναλλάσσει ρόλους μπροστά στους δημοσιογράφους, σαν να ήθελε όχι απλώς να απαντήσει σε ερωτήσεις, αλλά να τους δείξει -και να τους πείσει- ότι όλες οι εκδοχές του εαυτού του συνυπάρχουν και παραμένουν ακμαίες. Αυτή η ακμαιότητα, ιδιαίτερα, φάνηκε να τον απασχολεί πιο πολύ από όλα. Πάμπολλες φορές, περιέγραψαν οι δημοσιογράφοι, έφερε στην κουβέντα τον προκάτοχό του, Τζο Μπάιντεν, συγκρίνοντας τον εαυτό του με εκείνον και προσπαθώντας να τονίσει ότι στα 80 του είναι πιο «ζωηρός και νέος» από ποτέ.
Το γεγονός και μόνο ότι άνοιξε τις πόρτες του Οβάλ Γραφείου, για σχεδόν δύο ώρες, σε ένα Μέσο που έχει κατηγορήσει επανειλημμένα για «υπονόμευση» και «σχεδόν προδοσία», δείχνει ότι κάτι έχει αλλάξει στη στάση του Τραμπ. Ή, τουλάχιστον, ότι ο ίδιος θέλει να φανεί πως αλλάζει.
Από την πρώτη στιγμή, άρχισε να γκρινιάζει, είπαν οι δημοσιογράφοι των Νew York Times. Παρουσιάστηκε ως αδικημένος, που δεν έχει τύχει του σεβασμού που του αξίζει: από τα ΜΜΕ, από τη Νορβηγική Επιτροπή των βραβείων Νομπέλ, από τον δήμαρχο της Νέας Υόρκης, από Δημοκρατικούς αλλά και από Ρεπουμπλικανούς. Ταυτόχρονα, υιοθετούσε τον ρόλο του φιλόξενου οικοδεσπότη: με το πάτημα ενός κουμπιού καλούσε υπαλλήλους να φέρουν νερά και αναψυκτικά διαίτης, ενώ με λέιζερ έδειχνε λεπτομέρειες από ιστορικά πορτρέτα, εξηγώντας τις αλλαγές που έχει κάνει στον χώρο. Οποιον ρόλο κι αν έπαιζε, ήταν σαφές ότι τον απολάμβανε πολύ.
Στους συνεργάτες του μιλούσε με ύφος πατρικό. Αναφερόταν στον αντιπρόεδρο, Τζέι Ντι Βανς, και στον υπουργό Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, ως «παιδιά», με μια δόση συγκατάβασης αλλά και ιδιοκτησίας. Και οι δύο φορούσαν παπούτσια που, όπως σημείωσε με ικανοποίηση, τους είχε κάνει δώρο ο ίδιος. Ο Τραμπ ήθελε να δείξει ότι είναι «πατριάρχης», ο άνθρωπος γύρω από τον οποίο περιστρέφονται όλοι και όλα. Είναι ένας ρόλος που έχει ερμηνεύσει με μεγάλη επιτυχία και ο Μάρλον Μπράντο, στον «Νονό».
Ταυτόχρονα, θυμήθηκε τις καταβολές του, ως επιχειρηματία του real estate από το Κουίνς. Μιλούσε με ενθουσιασμό για τα μάρμαρα που έχει τοποθετήσει στον λευκό Οίκο, για τις «φλέβες» τους που «κουμπώνουν τέλεια», για την αίθουσα χορού που σχεδιάζει να χτίσει. Σε αυτές τις στιγμές ανακαλούσε και την εποχή της ζωής του που, όπως υπαινισσόταν, του χάρισε την πιο θετική δημοσιότητα: τα χρόνια που ήταν «απλώς» ένας επιτυχημένος μεγιστάνας ακινήτων. Δεν δίστασε, μάλιστα, να πει -χαριτολογώντας- στους δημοσιογράφους των ΝΥΤ ότι «ίσως ήταν καλύτερος στο real estate από ό,τι στην πολιτική».
Πάνω από όλα, όμως, ήθελε να τους πείσει για την αντοχή του. Οι Νew Υork Τimes έχουν αναφερθεί κατ’ επανάληψη στην προχωρημένη ηλικία του –όπως έκανε και ο ίδιος για τον προκάτοχό του, Μπάιντεν– και ο ίδιος ήθελε να τους αποδείξει ότι κάνουν λάθος: Είπε ότι θα μπορούσε να μιλάει όχι δύο, αλλά εννέα ώρες. Οτι αισθάνεται όπως πριν από 40 χρόνια. Οτι παίζει γκολφ με 90χρονους και τους βρίσκει πνευματικά οξυδερκείς.
Οι ερωτήσεις για την υγεία του, παραδόξως, δεν προκάλεσαν εκρήξεις, όπως στο παρελθόν. Αντίθετα, απαντούσε ψύχραιμα, μιλώντας για την ασπιρίνη που παίρνει, για τις εξετάσεις στις οποίες υποβάλλεται και για την πεποίθησή του ότι ένας πρόεδρος οφείλει να είναι σωματικά και πνευματικά ακμαίος. Ηταν σαν να ήθελε να δείξει στους ΝΥΤ ότι δεν τους φοβάται πια, ή ότι τους χρειάζεται λιγότερο από όσο παλιότερα.
Φυσικά, το «έργο» δεν θα μπορούσε να μην έχει και τέλεια σκηνοθετημένες εκπλήξεις: Η συνέντευξη διακόπηκε απότομα όταν τον ενημέρωσαν ότι του τηλεφωνούσε ο πρόεδρος της Κολομβίας, Γκουστάβο Πέτρο. Ο Τραμπ ζήτησε από τους παριστάμενους να μη μιλάνε, έβαλε τον Βανς και τον Ρούμπιο δίπλα του και μίλησε με τον Πέτρο – η συνομιλία προφανώς ήταν off the record για τους New York Times.
Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε αφήσει να εννοηθεί ότι εξέταζε στρατιωτικές επιλογές εναντίον της Κολομβίας. Μετά το τηλεφώνημα, υπαγόρευσε μια συμφιλιωτική ανάρτηση για το Truth Social, θέλοντας να δείξει ότι ελέγχει και την ένταση και την εκτόνωσή της. Αργότερα γύρισε στους δημοσιογράφους και ρώτησε, σχεδόν αυτάρεσκα: «Πιστεύετε ότι ο Μπάιντεν θα μπορούσε να το κάνει αυτό;».
Ο Τραμπ δεν παρέλειψε να εκφράσει την ενόχλησή του για τον δήμαρχο της Νέας Υόρκης, Ζοράν Μαμντάνι, ο οποίος επέκρινε τη σύλληψη του Μαδούρο ως παραβίαση διεθνούς δικαίου. Μίλησε ξανά για το Νομπέλ Ειρήνης που δεν πήρε ποτέ, για την αδικία που –κατά τη γνώμη του– υπέστη σε σύγκριση με τον Ομπάμα που το πήρε, για την έλλειψη αναγνώρισης ακόμη και όταν, όπως είπε, απέφυγε τη σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στη θέση του και τις οικογενειακές μπίζνες.
Καθώς η νύχτα έπεφτε και τα φώτα έξω από το Οβάλ Γραφείο φώτιζαν τα έργα για τη νέα αίθουσα χορού, ο Τραμπ επέστρεψε σε αυτό που θεωρεί το ισχυρό χαρτί του, γράφουν οι ΝΥΤ: τη δημιουργία εντυπωσιακών κατασκευών. Εδειξε στους δημοσιογράφους, με σχεδόν παιδική χαρά, τη μακέτα του νέου κτιρίου, μίλησε για θωρακισμένα τζάμια, για αίθουσες που θα φιλοξενούν μελλοντικές ορκωμοσίες, για ένα έργο που, όπως ήταν βέβαιος, θα του αναγνωριστεί αργότερα.
Σε όλη τη διάρκεια της βραδιάς, το μήνυμα προς τους New York Times ήταν σαφές: ο Τραμπ δεν είναι μία προσωπικότητα, αλλά πολλές: Ο ηγέτης του κόσμου, ο κατασκευαστής, ο πατέρας, ο αδικημένος, ο ακούραστος. Και, κυρίως, ένας πρόεδρος που, έστω και προσωρινά, επιλέγει να συνομιλήσει με τον μεγαλύτερο μιντιακό του αντίπαλο, δείχνοντας ότι καταλαβαίνει πως, ακόμη και σε έναν πόλεμο με τον Τύπο, οι γέφυρες μπορεί να αποδειχθούν πιο χρήσιμες από τα χαρακώματα.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
