Ενοχής το ανάγνωσμα
Ενοχής το ανάγνωσμα
Μέρες τώρα προσπαθώ να γράψω κάτι, δεν θέλω να μιλήσω για κρίση, δεν θέλω μιζέρια και απαισιοδοξία. Θυμάμαι ότι σε προηγούμενο άρθρο μου είχα καλωσορίσει το μήνα Σεπτέμβρη (ω! Τί υπέροχος Σεπτέμβρης), όταν όλοι, μου έλεγαν ότι τα δύσκολα έρχονται. Τελικά επιβεβαιώθηκαν οι Κασσάνδρες και πολλοί φίλοι μου μαζί, που υποστήριζαν τότε, ότι είμαι, τρεις λαλούν και δυο χορεύουν. Ορίστε τώρα, δε χορεύω και η λαλιά μου κόπηκε…
Και δε με ενοχλεί που μερικές φορές κυκλοφορώ κι εγώ με άδειο πορτοφόλι, όσο με ενοχλεί αυτή η διάθεση αυτοκριτικής, κάτι σαν ενοχή, που με πιάνει όταν θέλω να πω για κάτι άλλο, εκτός κρίσης. Για τον έρωτα, τη μουσική, μια ταινία, ή και γιατί όχι, για μια σαχλαμάρα που μου ήρθε στο μυαλό. Δεν ξέρω, αλλά είναι ένα πολύ δυσάρεστο συναίσθημα αυτό, να νιώθεις υποχρεωμένος να μοιραστείς με τον άλλον μόνο την απελπισία και το φόβο. Να αισθάνεσαι ότι αν αναφερθείς σε κάτι, ας πούμε «ελαφρύ», θα είναι σαν δημόσια προσβολή. Σαν να μου έχουν κλέψει τις μέρες και τις νύχτες μου, αυτές που κάποτε γέμιζαν από μια τρελή εναλλαγή: γέλια, χαρά, παρέες, βόλτες, τσακωμοί για βλακείες, αναλύσεις τύπου «του είπα – μου είπε», τέρμα μουσική και τέρμα γκάζια… Τώρα στέκομαι παγωμένη, σε μια κατάσταση παρατεταμένης αγωνίας, μουδιασμένη κοιτώ το διπλανό μου και τον κάθε διπλανό μου, που μου λέει τη δική του πονεμένη ιστορία. Αλήθεια κάτι σαν πόλεμος, τον οποίο η γενιά μου δεν είχε ζήσει ποτέ, αλλά άκουγε τους γονείς της να αναφέρονται σε αυτόν, σα καμπανάκι ήταν, για να μας υπενθυμίζουν ότι δεν έχουμε ζήσει τα χειρότερα. Ναι σίγουρα σαν την απώλεια της φυσικής ζωής δεν υπάρχει, αλλά και οι ζωντανοί-νεκροί, δεν είναι και το καλύτερο θέαμα.
Δεν είναι ωραίο να βλέπεις άντρες στο άνθος της ηλικίας τους με τσακισμένη αξιοπρέπεια και αυτοεκτίμηση μηδέν, να αισθάνονται υπόλογοι σε γυναίκα και παιδιά γιατί δεν έχουν να τους θρέψουν, να πληρώσουν τα Αγγλικά της κόρης τους, το μπάσκετ του γιού τους. Ορίστε, είδατε, δεν μπορώ να ξεφύγω, σαν να είμαστε μέσα σε μια σκοτεινή χοάνη που μας τραβάει προς τα κάτω, πόσο κάτω πια; Ας μη συνεχίσω μέχρι να δώσω την υπόσχεση στον εαυτό μου, ότι την επόμενη φορά που τα δάχτυλά μου θα τρέξουν στο πληκτρολόγιο θα έχουν να πουν μια άλλη χαρούμενη, ευχάριστη ιστορία. Έξαλλου το δέντρο για να φθάσει ψηλά στον ουρανό πρέπει να χώσει τις ρίζες του βαθιά στη γη, στα σκοτάδια. Το ξέρω, ο Νίτσε δεν το είπε γι’ αυτήν την περίπτωση αλλά εμένα μου αρέσει, ίσως να είναι μια κάποια αρχή…
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
