689
Ελίζαμπεθ Μος, συγκλονιστική, στον ρόλο της Offred, δηλαδή, «του Φρεντ» |

Η «καθαρή» δυστοπία του «Handmaid’s Tale»

Ελίζαμπεθ Μος, συγκλονιστική, στον ρόλο της Offred, δηλαδή, «του Φρεντ»
|

Η «καθαρή» δυστοπία του «Handmaid’s Tale»

Το «Handmaid’s Tale» είναι ένας «καθαρός» δυστοπικός κόσμος. Εχει βέβαια βρόμικη, ακραία βία, κρεμάλες, ακρωτηριασμούς. Εχει όπλα, πράκτορες («μάτια») που παρακολουθούν και ελέγχουν την κοινωνία, δικτάτορες που διασκεδάζουν με την εξουσία τους και χτίζουν ένα θεοκρατικό καθεστώς από το μηδέν. Αλλά η καταστολή δικαιολογείται για τον σκοπό της διάσωσης του πλανήτη. Η καταπίεση τελείται στο όνομα της τήρησης της τάξης και της καταπολέμησης της διαφθοράς. Ο βιασμός γίνεται για τη συνέχεια του αθρώπινου είδους.

Κάθε αυταρχικό καθεστώς έχει το αφήγημά του. Και η Μάργκαρετ Ατγουντ, η καναδέζα συγγραφέας του ομώνυμου βιβλίου (1985) που μεταφέρθηκε φέτος στη μικρή οθόνη (στη διαδικτυακή πλατφόρμα Hulu), δανείστηκε στοιχεία από δικτατορίες του παρελθόντος, άλλων αιώνων, διαφορετικών κουλτούρων καθώς και εγγενή χαρακτηριστικά της αμερικανικής κοινωνίας και νοοτροπίας για να συνθέσει έναν κόσμο εξωφρενικά άρρωστο, αλλά τρομακτικά ρεαλιστικό. Το αφήγημα αυτής της δικτατορίας είναι η γονιμότητα.

Η φύση «τιμωρεί» το ανθρώπινο είδος με τη στειρότητα. Οι γέννες περιορίζονται, τα έμβρυα πεθαίνουν, οι γυναίκες μένουν άτεκνες. Ο τρόμος της εξαφάνισης του είδους γεννά τον συντηρητισμό, τον πουριτανισμό και τον μισογυνισμό. Φανταστείτε, δηλαδή, να βλέπατε ξαφνικά τρολ του Διαδικτύου ολοζώντανα, στους δρόμους, να φτύνουν κατάμουτρα μία γυναίκα με ιδρωμένο ντεκολτέ. Ή έναν CEO που πάντα περηφανευόταν ότι εκείνος δεν κάνει διακρίσεις στις προσλήψεις, ξαφνικά να δείχνει σε όλες τις γυναίκες εργαζόμενες της εταιρείας την πόρτα εξόδου. Εναν σύζυγο που πάντα στήριζε την ανεξαρτησία της γυναίκας του, ξαφνικά να μην βλέπει γιατί είναι κακό να αναλάβει ο ίδιος τον τραπεζικό της λογαριασμό. Εναν γιατρό που φλερτάρει μία νεαρή γυναίκα την ώρα που εκείνη έχει ανοιχτά και γυμνά τα πόδια της, ξαφνικά να έχει την άνεση να της προτείνει να τη «γονιμοποιήσει».

Στο «Handmaid’s Tale» ο, εγγενής σε κάποιες κοινωνίες ή ανθρώπους, σεξισμός (ή μισογυνισμός) βγαίνει στην επιφάνεια, γδύνεται από κάθε είδους καθωσπρεπισμούς ή τύπους και ντύνεται με θρησκευτικά, τελετουργικά στοιχεία. Η γυναίκα περιορίζεται στην εκ φύσεως αποστολή της: την αναπαραγωγή. Χάνει το δικαίωμα στην εργασία, το διάβασμα, την ιδιοκτησία και γίνεται η ίδια ιδιοκτησία. Χάνει το παρελθόν της και το πραγματικό της όνομα, βαφτίζεται «handmaid» και ουσιαστικά απλοπλοιείται σε μία σκλάβα του σεξ, ακόμη καλύτερα σε μία μηχανή αναπαραγωγής, που υπηρετεί την «πραγματική αποστολή» του φύλου της, μέσα από διδάγματα της Βίβλου. Αν δεν «δουλεύει» η «μηχανή», εκτοπίζεται σε εργοστάσια εργασίας. Αν είναι ομοφυλόφιλη τιμωρείται -με γνωστές ιστορικά πρακτικές σεξουαλικής καταπίεσης που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα- ως «προδότρα του φύλου της».

Η πρωταγωνίστρια, Ελίζαμπεθ Μος, είναι η ιδανική αντί-ηρωίδα της σειράς. Είναι μάνα και σύζυγος που ξαφνικά βρέθηκε αιχμάλωτη σε ένα αυταρχικό καθεστώς, το «αβγό» μίας στείρας οικογένεια. Δρα ακριβώς όπως θα δρούσες εσύ ή εγώ αν ξαφνικά μεταφερόσουν σε ένα άρρωστο περιβάλλον. Αναζητά φίλους εκεί που επικρατεί η καχυποψία, δοκιμάζει τα όριά της χωρίς κάποιο ιδιαίτερο στόχο, προσαρμόζεται στις συνθήκες φυλάκισης όπως θα έκανε κάθε άνθρωπος σε μία φυλακή, παίζει το παιχνίδι εξουσίας χωρίς να είναι σίγουρη αν το έχει υπό έλεγχο, εύχεται να μείνει έγκυος για να τελειώσει επιτέλους αυτό το τελετουργικό του ομαδικού βιασμού, αλλά παράλληλα το απεύχεται -δεν θα’ θελε ποτέ να μείνει έγκυος από τον αηδιαστικό άνδρα που την πηδά ενώ κοιτά τη σύζυγό του. Και τελικά, στο πιο αναπάντεχο περιβάλλον, υπό τις πιο ανάρμοστες συνθήκες ερωτεύεται.

Η σειρά είναι μελετημένη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια για να σε κάνει να πιστέψεις, την ώρα που παρακολουθείς έντρομος τα πρώτα επεισόδια, ότι είναι πολύ λεπτή η γραμμή ανάμεσα σε μία δημοκρατική, προοδευτική κοινωνία η οποία μέσα από «νόμιμους» περιορισμούς στις αμβλώσεις, «εύλογα» νομοσχέδια για την υγεία, «αναγκαίες» περικοπές στα επιδόματα, «εξασθενημένα» κοινωνικά πρότυπα και στερεότυπα για τον ρόλο της γυναίκας, καταπιέζει το δικαίωμά της στο σώμα της και σε ένα αυταρχικό καθεστώς που θέτει το ίδιο το σώμα της γυναίκας υπό τον έλεγχό του.

«Τίποτα δεν αλλάζει από τη μία στιγμή στην άλλη. Σε μία σταδιακά θερμαινόμενη μπανιέρα, θα έβραζες μέχρι θανάτου πριν το καταλάβεις», περιγράφει η αφηγήτρια και εσύ μουδιάζεις από αμηχανία. Σου δίνει την αίσθηση ότι ο άνθρωπος προσαρμόζεται πολύ εύκολα στο περιβάλλον ακραίας καταπίεσης. Και, φυσικά, σε αναστατώνει. Αρχίζεις να ανυπομονείς για την εξέγερση. Πάντα αυτό δεν συμβαίνει στα ασφυκτικά καθεστώτα; Και φτάνει η στιγμή που ανυπομονεί και η ηρωίδα: «Δεν φταίμε εμείς που γίναμε στρατός, εσείς μας βάλατε στολές».