903
Η Βίλα Αλλατίνι στην οποία «φιλοξενήθηκε» ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ |

Οι «Λίγες και μία νύχτες» του Ζουργού

Κώστας Γιαννακίδης Κώστας Γιαννακίδης 18 Απριλίου 2017, 19:59
Η Βίλα Αλλατίνι στην οποία «φιλοξενήθηκε» ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ
|

Οι «Λίγες και μία νύχτες» του Ζουργού

Κώστας Γιαννακίδης Κώστας Γιαννακίδης 18 Απριλίου 2017, 19:59

Ο Λευτέρης Ζεύγος γεννήθηκε το 1898 και έζησε δύο ζωές. Η πρώτη, ως το χαμίνι που κρυφάκουγε τις αφηγήσεις του έκπτωτου σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ. Και η δεύτερη, ως ο Ευγένιος Ζιρντό, ένας κοσμοπολίτης επιχειρηματίας ελληνογαλλικής καταγωγής.

Και οι δύο ζωές διασταυρώθηκαν τον 20ο αιώνα στη Θεσσαλονίκη, στη Λεωφόρο των Εξοχών, που σήμερα λέγεται «Βασιλίσσης Ολγας» και διατρέχεται από ένα ποτάμι φτιαγμένο με λάστιχα και λαμαρίνες.

Ομως και η Θεσσαλονίκη, πόσες ζωές έζησε τον περασμένο αιώνα; Η πυρκαγιά του ’17 την έκανε να αλλάξει δέρμα. Τρεις σημαίες υψώθηκαν και κατέβηκαν στον Λευκό Πύργο. Οθωμανική, ελληνική και η σβάστικα. Εφυγαν οι μουσουλμάνοι, ήρθαν οι πρόσφυγες. Αφανίστηκαν οι Εβραίοι. Και έμεινε η πόλη, στο δεύτερο μισό του αιώνα, να καλύπτει τα σημάδια της ιστορίας της με λήθη, ψέματα και τσιμέντο.

Στις «Λίγες και μία Νύχτες» ο Ισίδωρος Ζουργός παρατηρεί τις ζωές των ανθρώπων έτσι όπως γυρίζουν, σαν ανεμόμυλοι, από τους βοριάδες της Ιστορίας. Πλέκει έναν έρωτα τόσο μεγάλο, που θέλει έναν αιώνα για να μπει στα ανθρώπινα μέτρα. Και πληρώνει για άλλη μία φορά το γραμμάτιο του στην πόλη, όπως όλοι οι σπουδαίοι Θεσσαλονικείς της τέχνης.

Το 1909, όταν η Θεσσαλονίκη ήταν κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ εκτοπίστηκε στη βίλα Αλατίνη, στις Εξοχές της πόλης. Η πόλη στην κοινή της μνήμη, δηλαδή σε αυτήν που μοιράζονται οι κάτοικοί της, μετά βίας θυμάται πού και πώς ήταν οι Εξοχές. Ας πούμε ότι πρόκειται για την περιοχή που αρχίζει από τη Σχολή Τυφλών και πάει ανατολικά ως το Ντεπό. Η Λεωφόρος των Εξοχών, δηλαδή η σημερινή Ολγας, ήταν σπαρμένη με υπέροχες κατοικίες εύπορων Θεσσαλονικών, όλων των εθνοτήτων. Η πρόσοψη των σπιτιών έβλεπε τη λεωφόρο και η πίσω αυλή τη θάλασσα. Πριν από τις εκτενείς επιχωματώσεις, που έγιναν στα μέσα της δεκαετίας του ’60, τα σπίτια αυτά ήταν παραθαλάσσια.

Ο συγγραφέας και το εξώφυλλο του βιβλίου με ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κτίρια της Λεωφόρου των Εξοχών
Ο συγγραφέας και το εξώφυλλο του βιβλίου με ένα από τα χαρακτηριστικά αρχοντικά της Λεωφόρου των Εξοχών

Ο Λευτέρης Ζεύγος, λοιπόν, συστήνεται στους αναγνώστες ως ο εντεκάχρονος γιος ενός Σαλονικιού κηπουρού και μίας Γαλλίδας. Ο πατέρας του δουλεύει στον κήπο της βίλας που φιλοξενεί τον σουλτάνο. Και ο μικρός παρατηρεί τον Αβδούλ Χαμίτ να καπνίζει και να αφηγείται τη ζωή του σε ένα κοριτσάκι, κόρη μουσουλμάνου μεγαλοαστού με εβραϊκές ρίζες. Ο Λευτέρης θα ερωτευτεί τη μικρή. Θα δώσει στον εαυτό του χρόνο και υπομονή μέχρι να γίνει ικανός να τη ζητήσει από τον πατέρα της. Δεν θα το πετύχει. Μία ζηλιάρα μοίρα θα τον στείλει στο ουκρανικό μέτωπο, στην εκστρατεία κατά των μπολσεβίκων. Και εκεί, μέσα από τις οδύνες μίας λιποταξίας, θα γεννηθεί ο Ευγένιος Ζιρντό.
Ο Ζιρντό θα ζήσει στην Ευρώπη και θα επιστρέψει, φυσικά, στη Θεσσαλονίκη. Θα συναντηθεί με τον Βασίλη Γιούγκερμαν (τον μποέμ ήρωα του Καραγάτση) και, κατά κάποιον τρόπο, θα ακολουθήσει παράλληλο δρόμο. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Ζουργός βάζει τους ήρωες του να συναντηθούν με πρόσωπα άλλου μυθιστορήματος. Ο Ματίας Αλμοσίνο ζει για ένα ολόκληρο κεφάλαιο με πρόσωπα από τον «Θρήνο της Κάντιας», του Διονυσίου Ρώμα. Το σπουδαίο εύρημα αυτού του μυθιστορήματος βρίσκεται αλλού: γρήγορα ο αναγνώστης θα πληροφορηθεί ότι διαβάζει το βιβλίο παρέα με τον Ζιρντό που έχει αναθέσει σε ένα νέο συγγραφέα να αποδώσει μυθιστορηματικά τη ζωή του. Αυτό επιτρέπει στο μυθιστόρημα να κοιτάζεται στον καθρέφτη, αλλά δίνει και στον ήρωα την ευκαιρία να κάνει κριτική στον συγγραφέα. Και είναι εξόχως χαριτωμένο όταν ο «πραγματικός» ήρωας παρεμβαίνει στην αφήγηση, τη συμπληρώνει ή τη διορθώνει.

Αναμνηστική κάρτα από τη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου
Αναμνηστική κάρτα από τη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου

Στον Ζουργό αρέσει να διηγείται ιστορίες ζωής ή, τέλος πάντων, να απλώνει τον αφηγηματικό ιστό του σε μεγάλα χρονικά διαστήματα. Το κάνει και στις «Σκηνές από τον Βίο του Ματίας Αλμοσίνο», στη «Σκιά της Πεταλούδας» και, σε κάποιο βαθμό, στην «Αηδονόπιτα». Οδηγεί τους ήρωες του σε ταξίδια, συχνά δε σε βασανιστικές οδοιπορίες με σταθμούς όπου τους περιμένουν φιγούρες με μικρό ρόλο, αλλά εμβληματική παρουσία. Τους τοποθετεί μόνους σε αχανείς εκτάσεις ή μοναχικούς σε πολύβουες πόλεις. Τους αφήνει να επιδίδονται σε συναισθηματικούς μονολόγους μέσα από επιστολές που συχνά είναι χωρίς παραλήπτη. Και πάντα τους βάζει να μας μεταφέρουν την αισιοδοξία του, την πίστη του στην ανθρώπινη φύση. Αυτά είναι στοιχεία που ο συνεπής αναγνώστης του Ζουργού θα τα διακρίνει με χαρά στις «Λίγες και μία νύχτες». Από την άλλη, δεν αποκλείεται ο αναγνώστης να σμίξει τα φρύδια όταν φτάσει στο σημείο όπου ο Ζουργός μαζεύει απότομα το δίχτυ της αφήγησης του. Το μυθιστόρημα δείχνει ογκώδες, αλλά ίσως έπρεπε να είναι λίγο μεγαλύτερο. Εχω επίσης την αίσθηση ότι σε αυτό το μυθιστόρημα η γραφή του Ζουργού είναι μία στιγμή πιο λιτή, πιο γρήγορη. Όμως ποιος μπορεί να πει κάτι τέτοιο με βεβαιότητα;

Οι «Λίγες και μία νύχτες», εκτός από μία υπέροχη γραφή για τον άνθρωπο, τις ζωές που ζει και τον ρόλο που παίζει στο θέατρο της Ιστορίας, είναι και μία πικρή κατάθεση για όσα η Σαλονίκη έχασε στον εικοστό αιώνα. Το ιστορικό κέντρο, τα νεοκλασικά αρχοντικά, οι άνθρωποι που έσβησαν στα στρατόπεδα, τα ονόματα που θάφτηκαν κάτω από καινούργιες πινακίδες. Και ενώ το βιβλίο τελειώνει με χαμόγελο, στην πραγματικότητα σου λέει πως ό,τι και αν έζησες, όπου και αν πάτησες, θα φυσήξει ένας Βαρδάρης και θα τα σηκώσει όλα.

*Ο συγγραφέας θα παρουσιάσει το βιβλίο του την Πέμπτη 20 Απριλίου (20.30) στον «Ιανό» στη Σταδίου και την Παρασκευή 21 Απριλίου (19.00) στον «Ευρυπίδη», στο Χαλάνδρι.