1660
| CreativeProtagon

Τα Βορίζια, η εκδικητική μπαλαρίνα, ο Σαίξπηρ και ο Τόμας Μαν

Αννα Αθανασιάδου Αννα Αθανασιάδου 17 Νοεμβρίου 2025, 12:45
|CreativeProtagon

Τα Βορίζια, η εκδικητική μπαλαρίνα, ο Σαίξπηρ και ο Τόμας Μαν

Αννα Αθανασιάδου Αννα Αθανασιάδου 17 Νοεμβρίου 2025, 12:45

Στα Βορίζια, τα μέλη της εκδικητικής κοινότητας, αλλά και θανάσιμοι μεταξύ τους εχθροί, συνενώθηκαν με έναν κοινό σκοπό: να αλληλοεξουδετερωθούν, αξιοποιώντας ένα εντυπωσιακό οπλοστάσιο. Δεν ανέδειξαν, όμως, στη δημοσιότητα μόνο την κρητική μοναδικότητα του κατά κύριο λόγο εκδικητικού ανδρισμού τους. Συνάμα, οδήγησαν και όλους εμάς μπροστά σε έναν παλιό καθρέφτη, με τα μάτια πάνω  στο θαμπό, πιτσιλισμένο με αίμα γυαλί του, το οποίο έχει την ίδια ηλικία με τον άνθρωπο. Μέσα του διακρίνουμε τα κυκλικά μοτίβα που συνθέτουν την κάθε βεντέτα, παλιά και νέα, πραγματική και μυθοπλαστική. Μια παλιά, ανεπούλωτη πληγή μολύνει αθεράπευτα όσους στοιχειώνει. Ο κύκλος της εκδίκησης δε λέει να κλείσει, εξομοιώνοντας και καταπίνοντας θύτες και θύματα.

Τιμή και εκδικητική κοινότητα

Επιδεικνύοντας τις δολοφονικές δεξιότητές τους, οι Βοριζιανοί αυτοσκηνοθετήθηκαν σε ένα θανατερό δράμα που θα ενέπνεε πολλούς σύγχρονους παραγωγούς έργων φρίκης. Με κάθε απειλή, σφαίρα, ενέδρα, μαχαιριά, έκρηξη, ύβρι (ακόμα και από το στόμα των γυναικών στο πλαίσιο της βεντέτας) κατά των αντιπάλων τους, έδειξαν πως η «τιμή» παραμένει για αυτούς μια αξία συλλογική –που αφορά όλη την οικογένεια ή και τη γενιά– αλλά και ανεκτίμητη, μη μετρήσιμη αξία, ιδίως σε έναν καπιταλιστικό κόσμο εξασθενημένων οικογενειακών δομών, όπου τα πάντα έχουν τη μεταβαλλόμενη οικονομική τιμή τους.

Η θιγμένη τιμή –ασχέτως αν έχει ξεχαστεί πώς αυτή θίχτηκε– αποκαθίσταται μόνο με άμετρη, απεριόριστη, ασύμμετρη εκδίκηση, η οποία μπορεί να γίνει ολέθρια και για τα δύο μέρη, πράγμα που όμως της δίνει τον ιλιγγιώδη και υπερβατικό χαρακτήρα της. Οι δράστες, παράδοξα συναρπασμένοι από αυτήν την (αυτο)καταστροφική προοπτική, μέσα στον πυρετό της φονικής έξαρσής τους μεταμόρφωσαν τις γραφικές τοποθεσίες της βουκολικής καθημερινότητάς τους σε αιματοβαμμένη σκηνή, όπου επιτελέστηκε στρατηγικά η εξαιρετικά συμμετοχική βεντέτα, με κανέναν, φυσικά, νικητή, αλλά με θύματα, αθώα ή και ένοχα.

Από τα Βορίζια, στη σαιξπηρική Βερόνα: η διαχρονικότητα του αίματος στο «Ρωμαίος και Ιουλιέττα»

Στον κόσμο της λογοτεχνικής, θεατρικής και κινηματογραφικής μυθοπλασίας επιτελούνται παρόμοια δράματα με την ίδια αναπόφευκτη κατάληξη. Οπως και το μακελειό στα Βορίζια, έτσι και τέτοια έργα που διαδραματίζονται σε τόπους διαποτισμένους από αιμοσταγείς παραδόσεις, σημαδεύονται από το μοτίβο της βεντέτας ως κύκλου αίματος, ο οποίος δεν κλείνει ποτέ. Αυτό το μοτίβο γίνεται διαχρονικό σύμβολο της ανθρώπινης αδυναμίας να υπερβεί την παράδοση –ακόμα και κατάλοιπά της– όταν αυτή συνδέεται αδιαχώριστα με την ταυτότητα και δίνει νόημα στη ζωή.

Κάπως έτσι ξεσπά η ανεξέλεγκτη σύγκρουση ανάμεσα στις άσπονδα αντίπαλες οικογένειες των Μοντέγων και Καπουλέτων στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σαίξπηρ. Στο αθάνατο αυτό έργο, ο ποιητής έδειξε πώς η μνήμη του μίσους και της εκδίκησης στο όνομα της τιμής μπορεί να γίνει η πιο ολέθρια μορφή παράδοσης.

Οπως και στο Βοριζιακό δράμα, έτσι και  στο σαιξπηρικό, οι νέοι παγιδεύονται από την εκδικητική μοίρα ως θύματα ενός παλιού μίσους, που δεν ξεκίνησαν οι ίδιοι. Εδώ, στη Βερόνα, η αφετηρία της βεντέτας είναι απροσδιόριστη. Οι οικογένειες των Μοντέγων και των Καπουλέτων δεν θυμούνται πια ποιος έφταιξε πρώτος και ξεκίνησε ο κύκλος της εκδίκησης. Ωστόσο η παράδοση του μίσους σημαδεύει τη συλλογική μνήμη των δύο φατριών ανεξίτηλα. Η οικογενειακή υπερηφάνεια και τιμή είναι αυτά που διακυβεύονται και δίνουν το κίνητρο για την καταλυτική πράξη – τον πρώτο φόνο.

Κατά τραγική ειρωνεία, οι νέοι και ερωτευμένοι γίνονται τα θύματα. Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα πεθαίνουν, για να ενωθούν δυο ιδεοληπτικά ασυμφιλίωτες οικογένειες, που δεν ξέρουν καν γιατί πολεμούν μεταξύ τους. Γνωρίζουν μόνο πως πρέπει να συνεχίσουν την αιματοχυσία. Ανέλπιστα, ανάμεσα στα ξίφη που διασταυρώνονται αδίστακτα και στις άκαμπτες δεσμεύσεις των ανδρών για υπεράσπιση της τιμής, ανθίζει για λίγο ο έρωτας σαν πιθανότητα λύτρωσης – και πεθαίνει.

Αντίστοιχα, στην Κρήτη κάθε νέα βεντέτα συχνά ξαναζωντανεύει έναν παλιό πόνο, έχθρα, αίσθηση αδικίας ή και καταπατημένης τιμής, παγιδεύοντας αναπόφευκτα και τις νεότερες γενιές, που μπαίνουν σαν θύματα για σφαγή στον μακάβριο χορό των θανατογόνων οικογενειών τους.

Μέσα από τον θάνατο του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, ο Σαίξπηρ προβάλλει τη ματαιότητα μιας τέτοιας παραδοσιακής σύγκρουσης, καθώς και την ανάγκη να κλείσει ο κύκλος του αίματος, ιδίως μέσα από τη μαγεία της ερωτικής αγάπης. Αυτό όμως το μήνυμα φαίνεται να μην αφορά τους Βοριζιανούς, τουλάχιστον προς το παρόν.

Ο αιματηρός κύκλος του Λάμεχ ξαναζωντανεύει στα Βορίζια

Μερικούς αιώνες μετά, ο Τόμας Μαν ανασύρει το ίδιο μοτίβο από έναν μύθο της Βίβλου. Ο Λάμεχ της Γένεσης, απόγονος του Κάιν, επειδή σκότωσε άνθρωπο και φοβόταν τα αντίποινα, καθόρισε για κάθε επίδοξο εκδικητή-δολοφόνο του να αποδοθεί εκδίκηση 77 φορές μεγαλύτερη. Ετσι αύξησε υπερβολικά την ποινή που επέβαλε ο Θεός (7 φορές μεγαλύτερη εκδίκηση) για όποιον τολμούσε να σκοτώσει τον ανθρωποκτόνο Κάιν.

Στο μυθιστόρημα «Ο Ιωσήφ και τα αδέλφια του», στο δεύτερο μέρος, ο γερμανός συγγραφέας βάζει στο στόμα των κακόβουλων αδελφών του Ιωσήφ ένα απόσπασμα από το πανάρχαιο αλλά μισοξεχασμένο τραγούδι, στο οποίο ο ανθρωποκτόνος Λάμεχ λέει στις δύο γυναίκες του:

«…Γυναίκες του Λάμεχ, ακούστε μου τα λόγια!

Σκότωσα έναν άντρα, γιατί με λάβωσε,

Ενα παλικάρι για μια μου μελανιά.

Εφτά φορές εκδικήθηκαν τον Κάιν,

Τον Λάμεχ όμως εβδομήντα εφτά!»

Στην ιστορία του Τόμας Μαν τα εκδικητικά αδέλφια του Ιωσήφ –τον οποίο επιβουλεύονται και διαχωρίζουν από την ομάδα τους ως γέννημα της ευνοούμενης από τον Ιακώβ Ραχήλ, ενώ οι ίδιοι είναι αδικημένοι γιοι της υποβαθμισμένης Λείας– θαυμάζουν τον βιβλικό Λάμεχ για τον ανδρισμό με τον οποίο υπερασπίστηκε την ευαίσθητη τιμή του. Μεταξύ αυτών ο Λευί εκθειάζει τον Λάμεχ: «Αυτός ήταν ακόμα άνδρας λεοντόκαρδος, από καλή πάστα. Τέτοιοι δεν υπάρχουν πια. Στα τραγούδια υπάρχουν ακόμα αποκλειστικά, τα τραγουδούμε και ευφραίνεται η ψυχή μας και σκεφτόμαστε περασμένους καιρούς…».

Ο Ρουβήν, όμως, ο πιο συγκρατημένος αδελφός, προσπαθεί να αποτρέψει το φονικό, με τις εξής αντιρρήσεις: «Ποια ήταν η μοίρα του Λάμεχ; Δεν το ξέρεις, γιατί το τραγούδι δεν το λέει. Αλλά ο νεαρός που σκότωσε ο Λάμεχ είχε έναν αδελφό ή γιο, που σκότωσε τον Λάμεχ, για να δεχτεί η γη και το δικό του αίμα. Και από τη γενιά του Λάμεχ βρέθηκε πάλι ένας που σκότωσε τον φονιά του Λάμεχ για να εκδικηθεί τον θάνατό του. Αυτό συνεχίστηκε ώσπου δεν απέμεινε κανένας πια από τον σπόρο του Λάμεχ ούτε από τον σπόρο του πρωτοσκοτωμένου παλικαριού κι η γη μπορούσε να κλείσει το στόμα της, γιατί είχε χορτάσει. Ετσι όμως δεν είναι καλά, η εκδίκηση πολλαπλασιάζεται όπως τα κουνέλια και δεν υπάρχει κανόνας…».

Ο Λάμεχ αναμφίβολα ήλπιζε πως η εκθετικά αυξανόμενη εκδίκηση (77 φορές μεγαλύτερη) θα απέτρεπε τη δολοφονία του ίδιου, και, τελικά τη συνέχιση των εκδικητικών φόνων, κλείνοντας τον κύκλο του αίματος. Ωστόσο, μόνο κάποιοι σκεπτόμενοι και αυτοελεγχόμενοι δολοφόνοι θα στάθμιζαν το κόστος της δυσανάλογης εκδίκησης εναντίον τους και θα φρέναραν. Στις βεντέτες, όμως, η σαγήνη του απόλυτου ολέθρου διαλύει κάθε λογική και κάθε αποτρεπτικό συναίσθημα, μαζί με τον φόβο της πολλαπλής ανταπόδοσης του φόνου.

Από τη μυθική εποχή του Λάμεχ, ο αριθμός των θυμάτων της κάθε ενεργής βεντέτας πολλαπλασιάζεται εκθετικά με την ίδια γεωμετρία του αίματος. Κάθε φόνος ζητά έναν άλλο, κάθε πληγή προκαλεί τη δική της ασύμμετρη απάντηση. Είναι η ίδια σκοτεινή δύναμη που επανέρχεται αγριότερη, όποτε μια κοινότητα δεν ανέχεται να συγχωρήσει ή να ξεχάσει.

Η μπαλαρίνα-εξολοθρευτής στην ατέρμονη χορογραφία της εκδίκησης

Η οικογενειακή εμμονή για εκδικητική τιμωρία –μια απαγορευμένη πράξη, που ακυρώνει τον ίδιο τον νόμο– εμπνέει και τη δημιουργική βιομηχανία. Κάθε κινηματογραφική παραγωγή η οποία πλημμυρίζει με φρέσκο αίμα την περιστρεφόμενη σκηνή της βεντέτας προκαλεί συναισθήματα ηδονοφρίκης με την (ανικανοποίητη) προσδοκία της κάθαρσης.

Μια τέτοια κινηματογραφική εκδοχή ζωντάνεψε πρόσφατα σε μικρές και μεγάλες οθόνες. Στην ταινία «Μπαλαρίνα» του Λεν Γουάισμαν (2025), η οποία συνεχίζει τη σειρά με τα κατορθώματα του αδίστακτου εκτελεστή Τζον Γουίκ, η μπαλαρίνα και σωματοφύλακας Ιβ Μακάρο εκδικείται την δολοφονία του πατέρα της, αναλαμβάνοντας τον ρόλο της τιμωρού.

Παρότι γυναίκα, κάτι που δεν συνηθίζεται στις κλασικές βεντέτες (σε μια κίνηση πολιτικά ορθής επανόρθωσης, ίσως, της ιστορικής υπεροχής του αρσενικού τιμωρού-εξολοθρευτή) η ασταμάτητη μπαλαρίνα εδώ εξολοθρεύει μια ολόκληρη «σέκτα» στην οποία ανήκε ο δολοφόνος. Κατά τραγική ειρωνεία, ο εκτελεστής πατέρας της προκάλεσε τον θάνατό του προσπαθώντας να αποτραβήξει την αθώα κόρη του από τον κόσμο του εγκλήματος, αλλά με την πράξη του αυτή την εμπλέκει αναπόδραστα στην θανάσιμη χορογραφία της εκδίκησης.

Για την κλιμάκωση της δολοφονικής δράσης της Μακάρο, το γραφικό αυστριακό χωριό Χάλστατ  μεταμορφώνεται σε χιονισμένο και απόκοσμο σκηνικό μιας οργανωμένης, φατριακής κοινότητας εκδικητών. Παρότι ελκυστικός τουριστικός προορισμός, το Χάλστατ, στην αφήγηση λειτουργεί ως καταφύγιο της εγκληματικής σέκτας. Το χωριό επιλέχθηκε για την ιδιαίτερη αισθητική του: το αλπικό απόκρημνο τοπίο, τη λίμνη, τα πέτρινα και ξύλινα στοιχεία στα κτίρια. Η σκηνογραφία επιδίωξε να ενισχύσει το «κρύο, απομονωμένο» σκηνικό της εκδίκησης.

Ωστόσο αυτή η μεταμόρφωση του Χάλστατ σε ορμητήριο εγκληματιών προκάλεσε τις αρνητικές αντιδράσεις αρκετών τουριστών και κατοίκων. Στην «Μπαλαρίνα» όμως, παρότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην πραγματικότητα, το εξωπραγματικό και απόκοσμο τοπίο λειτουργεί ως σύμβολο ενός μικρόκοσμου αποκομμένου από τον «κανονικό» κόσμο.

Στο έργο, όλοι οι κάτοικοι του Χάλστατ, άνδρες και γυναίκες, οπλοφορούν και συντονίζονται από τον αρχηγό τους, ώστε να συμμετέχουν ενεργά στον κύκλο του αίματος. Οταν η εκδικήτρια ακυρώνει με τη σαρωτική επέλασή της τη συμφωνία μεταξύ των δύο κοινοτήτων εκτελεστών για απαγόρευση του φόνου, όλοι μπλέκονται μέσα στο δίκτυο της αυτοδικίας, χάνοντας πια τη διάκριση ανάμεσα στον θύτη και στο θύμα.

Η ολοκληρωμένη εκδίκηση της Μακάρο παρουσιάζεται σχεδόν σαν ηρωική πράξη και δικαιολογημένη κάθαρση. Ωστόσο η δυσοίωνη ατάκα «το κεφάλι του φιδιού κόπηκε, αλλά το σώμα παραμένει ζωντανό» στο τέλος του έργου, θυμίζει πως ο κύκλος δεν κλείνει. Οπως και στον μύθο του του Λάμεχ, η τιμωρία που καταργεί τον νόμο επαναφέρει στον σύγχρονο κόσμο την αρχέγονη δυναμική της απεριόριστης βίας, έστω ελαφρά τροποποιημένη, ώστε να εναρμονίζεται με τη σύγχρονη δημοφιλή κουλτούρα.

Στα Βορίζια συνέβη κάτι παρόμοιο σε τρομακτικά ρεαλιστική εκδοχή: η κοινότητα ενεργοποιήθηκε ως εκδικητικό σώμα, όχι ως σύνολο ατόμων και πολιτών με κριτική ευθύνη. Οι Βοριζιανοί, όπως και η κοινότητα του εγκληματικού Χάλστατ (της ταινίας), μοιράζονται το ίδιο υπαρξιακό μοτίβο: την κοινότητα που μετατρέπεται σε οργανωμένη μηχανή εκδίκησης, καθώς ενώνεται στη βία, αντί να ενωθεί στη συγχώρεση. Ο κύκλος, λοιπόν του αίματος, άλλοτε πραγματικός και άλλοτε θεατρικός, λογοτεχνικός  ή κινηματογραφικός, δεν αλλάζει σκηνή, μόνο σκηνογραφία.

Η εκδίκηση εξακολουθεί να υπόσχεται κάθαρση, ενώ φέρνει μονάχα την αιώνια επανάληψή της. Η βία επιστρέφει σαν αρχαίο ένστικτο που μιμείται τον ίδιο τον εαυτό του. Ισως ο μόνος τρόπος να σπάσει ο κύκλος είναι να τον αναγνωρίσουν αυτοί που τον συντηρούν. Να συνειδητοποιήσουν ότι ο πρώτος φόνος που σημάδεψε την εκδικητική μνήμη τους δεν χρειάζεται να επαναληφθεί, αλλά να ξεπεραστεί.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Διαβάστε ακόμη...

Διαβάστε ακόμη...