618
| CreativeProtagon

Οταν ο ΣΥΡΙΖΑ προσβάλλει τη δημοσιογραφία

|CreativeProtagon

Οταν ο ΣΥΡΙΖΑ προσβάλλει τη δημοσιογραφία

Δύσκολα κανείς να μη σταθεί στο νέο σποτ του ΣΥΡΙΖΑ, με το οποίο η αξιωματική αντιπολίτευση επιχειρεί να πείσει για δήθεν διασπάθιση χρημάτων αναφορικά με επιχορηγήσεις στα ΜΜΕ. Προκαλεί ωστόσο ένα μείγμα αγανάκτησης και θυμηδίας, γιατί μετά από μια μακρόχρονη διαδρομή στο πεδίο της κατασυκοφάντησης του Τύπου με σκοπό το πολιτικό όφελος, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης προβαίνει σε μια τόσο χονδροειδή επίθεση στο δημοσιογραφικό λειτούργημα. Αν μη τι άλλο, η εξάσκηση θα περίμενε κανείς να βελτιώνει την πρακτική, όταν δε αυτή είναι πολυετής θα έπρεπε να την έχει τελειοποιήσει. Η πραγματικότητα όμως είναι απογοητευτική για την αφομοιωτική δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ: κοντολογίς θα έλεγε κανείς πως πρόκειται για αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις που αντιπαιδαγωγικά αλλά ρεαλιστικά αποκαλούνται «ανεπίδεκτες μαθήσεως».

Η εικόνα της ξανθιάς παρουσιάστριας που θέλγεται από τη βροχή χαρτονομισμάτων των 50 ευρώ είναι πρώτα- πρώτα η επιτομή της φτηνής αναπαραγωγής κλισέ. Φαντάζομαι ότι η επιλογή του γένους και του παρουσιαστικού δεν αποτελεί ευθεία αναφορά σε σεξιστικά πρότυπα, γιατί ο σεξισμός για την αξιωματική αντιπολίτευση είναι κάτι που εξ ορισμού αφορά στους άλλους και όχι στην ίδια. Έτσι προχωρώ παρακάτω: η ισοπεδωτική άποψη για τη δημοσιογραφία μπορεί να παρομοιαστεί μόνο με την παρόμοια πρόσληψη των πιο εκχυδαϊσμένων μορφών εθνολαϊκισμού: επαγγελματίες που πληρώνονται για αυτό που λένε, ενθουσιασμένοι από τη ροή χρημάτων για ένα επάγγελμα που περιορίζεται σε αποθεωτικές κρίσεις. Έχετε δει μια πιο απλοϊκή, πιο ευτελή και απαξιωτική σχηματοποίηση του λειτουργήματος ενός επαγγελματικού κλάδου;

Φυσικά υπάρχει το παράδοξο η αρνητική διαφήμιση να μαρτυρά πολύ περισσότερα για την πρόσληψη του κόσμου από αυτόν που την εκπέμπει από όσα θα ήθελε ο ίδιος. Είναι συχνά αντανάκλαση των πιο μύχιων προσλήψεων όχι μόνο για το πώς είναι, αλλά και για το πώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος στα μάτια του. Κατά την κυβερνητική διαδρομή του, ο ΣΥΡΙΖΑ, μαζί βεβαίως με τους συμπράττοντες ΑΝΕΛ, επιχείρησε να ελέγξει τη ροή της πληροφορίας και της άποψης, με πολυποίκιλους τρόπους, σταματώντας μόνο όπου τα πράγματα γίνονταν εντυπωσιακά εξόφθαλμα ή διαπιστώνονταν ως απολύτως αντισυνταγματικά, όπως στην περίπτωση της απόφασης 95/2017 του Συμβουλίου της Επικρατείας για τις τηλεοπτικές άδειες.

Μια κουλτούρα υποτίμησης της δημοσιογραφίας όμως, όπως αυτή που επιδεικνύει ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι μια κουλτούρα υποτίμησης της δημοκρατίας. Από την πολυφωνία ως την ενημέρωση και από τα άρθρα γνώμης ως την έρευνα, το δημοσιογραφικό λειτούργημα είναι ένα θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται η δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος. Η δημοκρατία εξάλλου, είναι ένα πολίτευμα που στηρίζεται στους καλά ενημερωμένους πολίτες, μια ευθύνη που επιφορτίζεται στον Τύπο με την πολυφωνία αλλά και την παιδευτική λειτουργία του. Μια προσπάθεια υποβάθμισης των δημοσιογράφων και του Τύπου, μέσω της μείωσης του ηθικού τους status και της σχηματοποιημένης παρουσίασής τους ως μίσθαρνων, είναι συνεπώς μια ευθεία προσβολή στη δημοκρατία που μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο από μια προχωρημένης μορφής θλίψη για την αδυναμία ελέγχου κατά το κυβερνητικό παρελθόν του ΣΥΡΙΖΑ και αυτού του «αρμού της εξουσίας».

Τέλος, επιτρέψτε μου μια προσωπική αναφορά: όταν άρχισα να περνώ περισσότερο χρόνο στην Ελλάδα και λιγότερο στην Οξφόρδη, απέκτησα μια -δειλή αρχικά και αργότερα πιο έντονη- ερασιτεχνική επαφή με το χώρο της δημοσιογραφίας. Οφείλω να πω πως, όπως και με τόσα πράγματα στη χώρα μας, έμεινα έκθαμβος από την υψηλή ακαδημαϊκή κατάρτιση των ανθρώπων που έκαναν αυτή τη δουλειά, από τη μόρφωσή τους, την πολυπραγμοσύνη τους αλλά και από τη χρήση της ελληνικής γλώσσας, που ήταν ομολογουμένως εντυπωσιακή αλλά και διεπόμενη από ευελιξία, πρωτόγνωρη για εμένα που είχα μεγαλώσει σε μια εν πολλοίς φιλολογική οικογένεια. Θέλω λοιπόν, ξεπερνώντας την πικρία από αυτή την αγοραία επίθεση σε έναν ολόκληρο κλάδο να πάω ένα βήμα παραπέρα: η ελληνική δημοσιογραφία διαθέτει έναν ισχυρό πυλώνα αριστείας, που αξίζει να αναδειχθεί. Και αυτή τη δημοσιογραφική αριστεία πρέπει ως κοινό να την προσέξουμε, να τη διαβάσουμε, να την ακούσουμε, να τη δούμε, αγνοώντας τις φωνές του ισοπεδωτικού εθνολαϊκισμού.