666
|

Η δεοντολογία της καθημερινότητας

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 8 Οκτωβρίου 2018, 14:19

Η δεοντολογία της καθημερινότητας

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 8 Οκτωβρίου 2018, 14:19

Eψαξα, έψαξα… Τελικά τη βάφτισα «Δεοντολογία της καθημερινότητας». Δεν μιλάω για γραμμένους κανόνες και δήθεν εξασφαλίσεις του εκάστοτε κλάδου, συντεχνιακές προστασίες και τρέχα γυρευόπουλε. Ποιος βρήκε τις χαμένες αξίες ,σε τούτα τα έρμα χρόνια!… Μιλάω για συνειδησιακούς κανόνες, το απλό απλούστατο «Μεγάλη υπόθεση να κοιμάσαι ήσυχος το βράδυ». Διάολε, μιλάω για το αντανακλαστικό που σου διαχωρίζει μέσα σου το σωστό από το μη σωστό. Με τον αυτοματισμό που ο άνθρωπος απλώνει τα χέρια του, αν νοιώθει ό,τι πάει να πέσει κάτω.

Τι σας λέω;

Την πρώτη φορά που είδα κείμενό μου, ολόκληρο κείμενο μου σας το ορκίζομαι, από την αρχή μέχρι το τέλος του, με υπογραφή κάποιου άλλου σε εφημερίδα επαρχίας, έμεινα ώρα νεκροζώντανη. Δεν το χώραγε ο νους μου. Μέσα μου ένοιωθα μια απέραντη περιφρόνηση, ανάμικτη με λύπη για τη μικρότητα ενός ανθρώπου, που θεώρησε ότι μπορούσε να πάρει ένα κείμενο άλλου και να αυτοκοροιδευτεί ή και αυτοκαμαρωθεί, ότι το έγραψε ο ίδιος. Τι κατάντια! Τηλεφώνησα, έβρισα, ούρλιαξα, με διαβεβαίωσε ότι θα το διόρθωνε, ούτε το έψαξα την επομένη. Είχα….Πώς το λες αυτό; Είμαι και κάποιας ηλικίας, έχω παιδιά και εγγόνια που με διαβάζουν… Είχα γεύση σαν μετά από «χαλασμένο» γαμήσι την νιότης, τότε που όλα τα σφάζεις και όλα τα μαχαιρώνεις και παραδίδεσαι σε έναν ανούσιο «πλουραλισμό», που σου αφήνει εν τέλει στο στόμα σου μια γεύση ανώφελου, ένα «Προς τι, όλο αυτό;».

Τι σας λέω;

Πήρα μια συνέντευξη από τον Πύρρο Δήμα. Μια συνέντευξη μπορεί και να μην είναι εύκολη υπόθεση. Νοιώθω, ότι ίσως έχουμε διαγράψει την έννοια «κόπος». Και τη δημοσιογραφία, την έχουμε υποτιμήσει, την έχουν «παραπετάξει», ακόμα και οι ίδιοι που την ασκούν. Σ΄ένα αυθάδες, ακραία ανέντιμο, γελοία ισοπεδωτικό «Όλοι ίδιοι είναι», κάψαμε αλλά και επιτρέψαμε να καούν, ξερά και χλωρά. Η εργασία έχει κόπο και οι σχέσεις ακόμα περισσότερο. Θέλει χρόνο το κτίσιμο της εμπιστοσύνης. Προϋπόθεση ο αλληλοσεβασμός, η μπέσα. Μπορεί μια συνέντευξη να σου πάρει χρόνια. Δεν είναι ο κόσμος γεμάτος σταρλετίτσες και σταρλετάκους που λυσσάνε για ένα μαρκούτσι να σημαδέψει το στόμα τους, για να μιλήσουν για τα προσωπικά τους λέγοντας «Μη με φέρνεις σε δύσκολη θέση… Χαχαχα, χαχαχα. Ναι βγαίνουμε. Αλλά τίποτα άλλο δεν λέω… Είμαι καλά. Χαχαχα, χαχαχα, χαχαχα».

Αν και απόλυτα ανυπόμονη ως χαρακτήρας και διόλου λάτρης των προκαταρκτικών… Με μαγεύει ό,τι μυρίζονται οι άνθρωποι! Με μαγεύει, το πώς κολλάμε μεταξύ μας! Σαν όλος ένστικτο, σαν κόπρος σκύλος, ενεργώ και πορεύομαι μια ζωή… Ωστόσο… Πάντα σεβάστηκα τους χρόνους των ανθρώπων. Μια συνέντευξη μπορεί και να πάρει χρόνια, μπορεί και να μην γίνει ποτέ. Τρέφω σεβασμό για όσους με τίμησαν μιλώντας μου και κατέγραψα-δημοσιοποίησα τα όσα είπαμε, αλλά και για όσους μιλήσαμε και δεν παρέδωσα πότε, ούτε μια γραμμή από τη συνομιλία μας.

Πήρα μια συνέντευξη από τον Πύρρο Δήμα. Πήρε όσο χρόνο όφειλε να πάρει ένα τόσο προσωπικό θέμα. Με συγκλόνισε ο συνομιλητής μου. Ακριβομέτρησα κάθε λέξη, κάθε ανάσα πίσω από τη λέξη του. Ζύγισα για να μη βγει μελό, ένα τόσο πόνου θέμα. Επέλεξα να μην μπει καμία φωτογραφία των παιδιών του. Είχε όμορφο κόπο και σκέψη για κάθε τι. Και μετά… Την είδα να «παίζει» σε όλα τα κανάλια, στις ειδήσεις, στις πρωινές και στις κυριακάτικες εκπομπές και σε ένα σωρό εφημερίδες. Τόσα σοφά, τόσα ιερά που είπε! Τόσο βαθύς λόγος και σκέψεις! Χαίρεσαι που αναμεταδίδεται. Όπως έγραψα «Μας είναι χρήσιμο». Αλλά ρε φίλε, ούτε ένα απ΄ όλα αυτά τα μέσα δεν ανέφερε το όνομά του ανθρώπου που πήρε τη συνέντευξη. Στην «καλύτερη» των περιπτώσεων, ξεπέταγαν ένα «Πηγή protagon». Ο γραφιάς… Τω αγνώστω Θεώ, των αρχαίων Ελλήνων. Ο δημοσιογράφος, ως αφηρημένη έννοια.

Το πρώτο μου χρονογράφημα το καμάρωσα στους «4τροχούς» το 1986. Από τότε δεν σταμάτησα να γράφω (παρά μόνο ένα χρόνο και 42 μέρες)… Μετρείστε χρόνια! Εμμονικά ταγμένη γραφιάς, ποτέ τηλεόραση. Για να ρουφάω την υπέρτατη τιμή, του «σας διαβάζω». Ο καθείς και τα κουσούρια του.

Λέτε το σημερινό μου κείμενο, να το καθοδηγεί η αγωνία μιας ημερήσιας «διασημότητας» που δήθεν έχασα;

Μιλάω, αναγνώστη, για την άτιμη «Δεοντολογία της καθημερινότητας». Μιλάω για τον αλληλοσεβασμό. Μιλάω για αρχές. Μιλάω για τον συνειδησιακό «λόξιγκα» ενός «εξυπακούεται», που «παρά φύσιν» αγνοούμε. Πώς το καταφέρνουμε;