Τουρκία #1: Το Εξπρές της Ανατολής
Τουρκία #1: Το Εξπρές της Ανατολής
Ο Κα είναι τούρκος πολιτικός εξόριστος στη Γερμανία. Εφυγε από την ιδιαίτερη πατρίδα του, το Καρς, την ταραγμένη δεκαετία του 1970. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα επιστρέφει για να διερευνήσει μια μυστηριώδη υπόθεση: Νεαρά κορίτσια αυτοκτονούν επειδή οι γονείς τους δεν τα αφήνουν να φορούν μαντήλες. Ο Κα φτάνει στο Καρς, στη βορειοανατολική εσχατιά της Τουρκίας, με το τρένο. Την επόμενη ημέρα το χιόνι αποκλείει την πόλη. Το χιόνι στα τουρκικά λέγεται καρ.
Κα, καρ, Καρς· με αυτό το λογοπαίγνιο ξεκινά ο νομπελίστας τούρκος συγγραφέας Ορχάν Παμούκ το λογοτεχνικό του ταξίδι στο βιβλίο «Χιόνι». Με φόντο το κατάλευκο τοπίο και τις απομονωμένες εσχατιές της Ανατολίας, φανατικοί ισλαμιστές, κούρδοι αυτονομιστές, αριστεροί φοιτητές αμετανόητοι γραφειοκράτες και ζηλωτές στρατιωτικοί εμπλέκονται σε μια σύγκρουση-μικρογραφία της τουρικής ιστορίας και κοινωνίας. Είναι ένα ταξίδι στον χρόνο και στις αντιφάσεις της χώρας. Είναι, όμως, και ένα κυριολεκτικό ταξίδι στις παρυφές του Καυκάσου, εκεί όπου συναντήθηκαν, πολέμησαν, εξοντώθηκαν ή συγχωνεύθηκαν διαφορετικοί λαοί και πολιτισμοί.
Η διαδρομή ξεκινά από τον ολοκαίνουργιο σιδηροδρομικό σταθμό της Αγκυρας, στις 6 το απόγευμα, καθημερινά. Διαρκεί 27 ώρες και το εισιτήριο στην οικονομική θέση κοστίζει μόλις 15 ευρώ. Αν είσαι τυχερός, θα βρεις κρεβάτι με 22 ευρώ. Αν όχι, θα κοιμηθείς άνετα στις πολυθρόνες, καθώς το συγκεκριμένο τραίνο σπανίως γεμίζει, τουλάχιστον τον χειμώνα.
Το καλοκαίρι είναι μια άλλη ιστορία. Το Doğu Ekspresi, Εξπρές της Ανατολής δηλαδή, προωθείται ως ατραξιόν, σε μια προσπάθεια να διασώσει το Καρς μέσω του τουρισμού. Στην πόλη ζουν σήμερα 85.000 άνθρωποι, ενώ η παροικία τους στην Κωνσταντινούπολη φτάνει τις 250.000 ψυχές. Η επαρχία της Ανατολίας σβήνει με τον ίδιο ταχύ ρυθμό που στις μεγάλες πόλεις ξεφυτρώνουν καθημερινά ολόκληρες συνοικίες από 20όροφες πολυκατοικίες και ένα τζαμί στη μέση.
Πριν από λίγα χρόνια ξεκίνησε και ένα τουριστικό δρομολόγιο που αποτελείται μόνο από βαγόνια με κουκέτες, σταματά στις μεγάλες πόλεις της διαδρομής (Καισάρεια, Σιβάς/Σεβάστεια, Ερζουρούμ) και δίνει στους επιβάτες τη δυνατότητα σύντομων ξεναγήσεων.
Εμείς θα πάρουμε το κανονικό τρένο, ένα πολύ κρύο βράδυ, μαζί με κάθε λογής κόσμο: οικογένειες Τούρκων με χιλιάδες βαλίτσες και μπογαλάκια· ένας κύριος με κοστούμι και το λάπτοπ του· φαντάροι με σακίδια· γυναίκες μαντηλοφορούσες και μη· ένας τουρίστας με βερμούδα και σαγιονάρες. «Είμαι από τη Φλόριντα», λέει, «έχουμε τον ήλιο μέσα μας». Αμερικανοί…
Καθώς το τρένο τρέχει, κοιμάσαι απρόσμενα βαθιά. Ακόμη και αυτός ο βαθύς ύπνος δεν σε προετοιμάζει γι’ αυτό που θα δεις ανοίγοντας τα μάτια σου το πρωί, καθώς η αμαξοστοιχία περνάει μέσα από στέπες και οροπέδια, βαθιά φαράγγια, απομονωμένα χωριά και χιονισμένα βουνά, σε ένα απόκοσμο τοπίο.

Το τρένο, μετά το Σιβάς συναντά τον ποταμό Καράσου (Μαύρο Νερό), τη δυτική πηγή του Ευφράτη. Ακολουθεί για πολλές ώρες την κοιλάδα του ποταμού, μέσα από σήραγγες, γεφύρια και φαράγγια τόσο στενά που νομίζεις ότι θα κλείσουν από πάνω σου.
Σε έντονα κόκκινα και υποπράσινα χρώματα και γυμνά από βλάστηση, τα βράχια απεικονίζουν το ηφαιστειακό παρελθόν της Ανατολίας, εκεί όπου συγκρούονται η ευρασιατική με την αραβική τεκτονική πλάκα. Τα οξειδωμένα ηφαιστειακά πετρώματα, οι σερπεντινίτες, οι χλωρίτες και άλλα μαγνησιούχα ορυκτά παντρεύονται με τους ψαμμίτες και τα αργιλικά πετρώματα σε ένα άγριο, αρχέγονο τοπίο, όπου η γεωλογία κυριαρχεί πλήρως της ζωής.
Τα βράχια στην τεκτονικά ενεργή κοιλάδα του Ανω Ευφράτη είναι τόσο απότομα και «ακατέργαστα» που σε μεταφέρουν απ’ ευθείας στην περίοδο που ο πλανήτης ακόμη σχηματιζόταν. Είναι ένα ταξίδι όχι απλώς στον χρόνο, αλλά στην ίδια τη Δημιουργία.
Το υπερθέαμα κάνει την ώρα να περνάει σαν το νερό του Ευφράτη, με μπόλικο τσάι και μενεμέν (αυγά με ντομάτες, πιπεριές και μπαχαρικά) στο βαγόνι-εστιατόριο. Το απόγευμα το τρένο έχει ανέβει στο οροπέδιο της Ανατολίας, όπου το Ερζουρούμ περιβάλλεται από πανύψηλα χιονισμένα βουνά, ένα πέρασμα πολιτισμών και ψυχρού αέρα ανάμεσα στον Καύκασο και τη Μεσόγειο. Είναι ο τελευταίος σταθμός πριν μπει στο πέρασμα που οδηγεί, ανάμεσα στα βουνά, στο Καρς.
«Δέκα πολιτισμοί έχουν περάσει από εδώ»
Το Καρς είναι γεωγραφικά απομονωμένο με πολλούς ταυτόχρονους τρόπους· φυσικούς, κλιματικούς και γεωπολιτικούς. Σε υψόμετρο 1.900 μέτρων, περιβάλλεται από ορεινούς όγκους με ελάχιστα φυσικά περάσματα και τεράστιες αποστάσεις από άλλα αστικά κέντρα. Το κλίμα είναι ακραία ηπειρωτικό, με πολύ βαρείς χειμώνες και χιονοπτώσεις που διαρκούν μήνες. Συχνά, όπως στην περίπτωση του Κα, οι συγκοινωνίες διακόπτονται. Στη δική μας περίπτωση, ευτυχώς όχι.
Οι τελευταίες τέσσερις ώρες του ταξιδιού θα γίνονταν στο απόλυτο σκοτάδι. Μέχρι που, στα μέσα της διαδρομής, ένας ξεχασμένος σταθμός, φώτισε το τοπίο. Και το τοπίο ήταν κάτασπρο, ενώ χιόνιζε ασταμάτητα. Ετσι φτάσαμε στο Καρς, που δικαίωσε τη φήμη του ως «η πόλη του χιονιού».

Πρέπει να ήταν η πρώτη μεγάλη χιονόπτωση, καθώς οι κάτοικοι έδειχναν να το απολαμβάνουν. Ενα περιπολικό σταμάτησε στην άκρη του δρόμου και οι αστυνομικοί άρχισαν να παίζουν χιονοπόλεμο· ο κόσμος μας θα ήταν πολύ πιο όμορφος αν οι άνθρωποι έλυναν τις διαφορές τους με αυτόν τον τρόπο. Οπως και οι πόλεις μας είναι πολύ πιο όμορφες όταν τις σκεπάζει το χιόνι.
Παρά την εγγύτητά του με την Αρμενία (μόλις 70 χιλιόμετρα ως τα σύνορα) και το γεγονός ότι η αρχαία της πρωτεύουσα, το Ανι, βρίσκεται εδώ, η διέλευση ανάμεσα στις δύο χώρες είναι κλειστή εδώ και χρόνια, με πρωτοβουλία της Τουρκίας, συμμάχου του Αζερμπαϊτζάν. Το Καρς, από σημείο ύψιστης στρατηγικής σημασίας και γεωγραφικός κόμβος, μετατράπηκε σε άκρη. Και πράγματι, κάποιες στιγμές έχεις την αίσθηση ότι είσαι στην άκρη του κόσμου και αν πας λίγο πιο πέρα θα πέσεις στο κενό.
Η απομόνωση αυτή φαίνεται στην καθημερινότητα. Αν και πολύβουο (οι κάτοικοι είναι διαρκώς στους δρόμους), δεν μοιάζει με τη Δυτική Τουρκία. Παρά τα πολλά και πανέμορφα ρωσικά οικήματα, απομεινάρια της ρωσικής κυριαρχίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, δεν μοιάζει με Ρωσία. Παρά τις πολύ έντονες πολιτιστικές επιρροές από τους άλλους λαούς του Καυκάσου, Αρμένιους, Γεωργιανούς και Αζέρους, δεν μοιάζει με καμία από αυτές τις χώρες. Παρά το έντονο και πολυπληθές κουρδικό στοιχείο, δεν μοιάζει με κουρδικό. Είναι ένα χωνευτήρι ιστορίας και πολιτισμών, όπως όλη η Ανατολία.

Στον Αρμενικό Καθεδρικό, το τοπόσημο της πόλης που σήμερα έχει μετατραπεί σε τζαμί, βρίσκεται μόνο ο 50χρονος καθαριστής. Σπουδάζει για να γίνει ξεναγός και η κόρη του μελετά ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Καυκάσου. Προσφέρεται για μια απολαυστική ξενάγηση: Στα 1.000 χρόνια αυτού του ναού, λέει, έχουν περάσει από εδώ 10 πολιτισμοί. Τους απαριθμεί μετρώντας με τα δάχτυλα. «Τον έκτισαν οι Αρμένιοι», καταλήγει σκύβοντας το κεφάλι. «Αλλά οι Αρμένιοι έφυγαν».
Κανείς, προφανώς, δεν μιλάει ευθέως για τους Αρμένιους· ο ίδιος ο Παμούκ, παρά το Νομπέλ του, βρέθηκε στα δικαστήρια όταν υποστήριξε δημοσίως την αναγνώριση της γενοκτονίας. Οι Αρμένιοι «έφυγαν», όπως και οι Ελληνες. Σήμερα συνεχίζουν να «ζουν» στον τόπο μέσα από την αρχιτεκτονική, τις μουσικές, το φαγητό και τις αναμνήσεις.
Στο Καρς δυσκολεύεσαι πολύ να βρεις αλκοόλ· ρωτάω έναν νεαρό σερβιτόρο πού μπορώ να πιω μια μπίρα: «Δεν ξέρω. Είναι, θα έλεγα, μια πολύ συντηρητική πόλη», μου απαντά καθώς σερβίρει το Cağ kebab, τοπικό έδεσμα που έχει γίνει εσχάτως πολύ δημοφιλές σε όλη την Τουρκία: Φέτες προβάτου και μεγάλες ποσότητες λίπους από την ουρά του ζώου μαρινάρονται σε ένα μείγμα βασιλικού, μαύρου πιπεριού, αλατιού και ψιλοκομμένων κρεμμυδιών για μια ολόκληρη μέρα. Μετά μπαίνουν στη σούβλα και ψήνονται οριζόντια, σε αντίθεση με το παραδοσιακό κεμπάπ.
Σε εστιατόρια με ονόματα όπως «Καφέ Πούσκιν», «Αγία Πετρούπολη» και «Σαλόνι της Μόσχας», που στεγάζονται σε ανακαινισμένες ρωσικές επαύλεις, η τοπική σπεσιαλιτέ, η ψητή χήνα, σερβίρεται μαζί με σούπα φακής, γεμιστά ραβιόλια «μάντι», τοπική πικάντικη γραβιέρα, ρεβύθια και άλλες συνταγές του Καυκάσου. Συγκροτήματα παίζουν μουσική και χορεύουν σε ρυθμούς που εμείς θα αναγνωρίζαμε αμέσως ως ποντιακούς και οι Ρώσοι ως κοζάκικους. Το ντόπιο κρασί φτιάχνεται με μια αρχαία αρμένικη συνταγή.

Ο Αλεξάντερ Πούσκιν ταξίδεψε στο Καρς το 1829, κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου: «Εξετάζοντας την ακρόπολη, κτισμένη σε έναν απρόσιτο βράχο, δεν καταλάβαινα πώς θα μπορούσαμε να καταλάβουμε το Καρς. Εστειλα τον αρμένιο οδηγό μου να φέρει άλογα. Επέστρεψε μαζί με έναν αξιωματικό, ο οποίος απαίτησε γραπτή διαταγή. Κρίνοντας από τα ασιατικά χαρακτηριστικά του, έβγαλα από την τσέπη μου ένα τυχαίο χαρτί. Εκείνος, αφού το μελέτησε προσεκτικά, έδωσε οδηγίες να φέρουν άλογα και μου επέστρεψε το χαρτί: ήταν ένα ποίημα για μια κοπέλα, που είχα γράψει σε έναν από τους σταθμούς των Κοζάκων. Μισή ώρα αργότερα έφυγα από το Καρς και ο Αρμένιος καβαλούσε δίπλα μου έναν τούρκικο επιβήτορα, με ένα ευλύγιστο κουρδικό ακόντιο στο χέρι, ένα στιλέτο στη ζώνη του, και μιλώντας με ενθουσιασμό για τους Τούρκους και τις μάχες», έγραψε στο βιβλίο του «Ταξίδι στο Αρζρούμ».
Οι Ρώσοι πήραν το Καρς. Αυτοί έφτιαξαν πρώτοι και τη γραμμή του τρένου μας. Το κράτησαν περίπου για έναν αιώνα, όσο ο κόσμος άλλαζε δραματικά. Το 1919 το πήραν οι Αρμένιοι και το 1920 επανήλθε οριστικά σε τουρκικά χέρια. Στο μεταξύ η Ρωσία είχε γίνει ΕΣΣΔ, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε καταρρεύσει, στην Αγκυρα ένας αξιωματικός του στρατού έφτιαχνε την πρώτη τουρκική Εθνοσυνέλευση, πληθυσμοί εκατομμυρίων είχαν μετακινηθεί ή εξαφανιστεί.
Και όλα αυτά κάτω από τους αιώνιους παγετώνες των Ποντιακών Αλπεων. Ή, με τα λόγια του Πούσκιν, κάτω από «Πύρινες νύχτες! Ξένα αστέρια!…»
Στο β’ μέρος: Μήπως δεν θα γίνουν ποτέ ξανά εκλογές στην Τουρκία;
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
