730
Η Κατερίνα στον καναπέ της φωτογραφημένη από τον Ορέστη Σεφέρογλου για το Vice | Vice.com

Ενας καναπές μιας Κατερίνας

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 22 Μαΐου 2017, 20:00
Η Κατερίνα στον καναπέ της φωτογραφημένη από τον Ορέστη Σεφέρογλου για το Vice
|Vice.com

Ενας καναπές μιας Κατερίνας

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 22 Μαΐου 2017, 20:00

Υπήρχαν τα μπουζούκια, υπήρχαν και τα σκυλάδικα. Με σαφή διαχωριστική γραμμή σταθμών και μέτρων. Στα μπουζούκια ο κόσμος πήγαινε με «τα καλά του». Όλα εκεί τα έκαναν, όπως «με τα καλά τους». Ακόμα και τις τραγουδίστριες τις ονόμαζαν με τίτλους όπως, «μεγάλη κυρία του λαϊκού τραγουδιού».

Στα σκυλάδικα, το περιβάλλον ήταν διαφορετικό. Ήταν όλα, πώς να το πω; Σαν αρχέγονα, σαν πηγαία. Σαν χειροποίητα. Μια ατμόσφαιρα που μόνο να τη ζεις, να την αναπνέεις, να τη μυρίζεις. Πώς να την περιγράψεις; Μια ατμόσφαιρα που λάτρευα και πολλές νύχτες  παραδόθηκα στην γοητεία της κι ας ήμουν τότε, 15 ετών. Μα, δεν είχα καλύτερο. Πέθαινα για εκείνα τα φώτα, που άκουγες τον διακόπτη κρακ κρακ να τον στρίβει χέρι, για να βγει η βεντέτα του μαγαζιού. Πέθαινα για τον προβολέα, που τον γύρναγε χέρι με δύναμη, όπως για πολεμικό κανόνι και πότε στόχευε ευθύβολα, πότε «το ’χανε»! Κυρίως το έχανε. Αλλού το φως, αλλού η όποια Στέλλα! Η Στέλλα, η Λιάνα, ο Θανάσης, ο Νίκος που έβγαιναν πάντα απ΄ εκεί, που ήταν οι τουαλέτες. Κι άκουγες το «αχχχχχ!»τους να ’ρχεται, πριν απ’ αυτούς…

Aτεχνα πράγματα, ερεθιστικά γοητευτικά. Και εκείνα τα βαριά αρώματα, που κατέβαιναν μετά στα τραπέζια για κονσομασιόν. Και γελούσαν, όλο γελούσαν, σε σκάρτες οδοντοστοιχίες. Και κρυφάκουγες ανάμεσα σε γρατσουνίσματα νταλκά και καψούρας, ερωτήσεις όπως «Τι ζώδιο είσαι;» ενώ σερβιρίζονταν ταυτόχρονα ένα υποτιθέμενο «Τζόνι».

Και έπεφταν και παραγγελιές. Ο κάθε θαμώνας είχε «το δικό μου», που το γνώριζε ο τραγουδιστής και άρχιζε μια συνομιλία από μικροφώνου «Έλα ρε Γιαννάκη να χορέψεις! Για σένα!» και σηκωνόταν ο Γιάννης-Γιαννάκης και έβγαζε φτερά, αφού η «φίρμα» τον είχε αναγγείλει προσωπικώς. Θυμάμαι τα ρούχα των τραγουδιστών. Σατέν απαραιτήτως. Τα χέρια της μοδίστρας απάνω καταπάνω. Μπορούσες να υποψιαστείς το «Μεγάλωσε κι άλλο το ντεκολτέ, σκίσε κι άλλο εδώ». Και οι άσπρες κάλτσες των ανδρών. Και κείνα τα φρούτα με την κανέλα και τη ζάχαρη να κριτσανάει και τους «Φέρε και ξηροί καρποί» και κάτι σαμπάνιες τζούφιες. Και οι στίχοι, ιδίως οι στίχοι…άλλοι στίχοι. Άγνωστα τραγούδια για τους μη μυημένους «Έβαλε ο διαβολάκος την ουρά του πάλι»…Τι καλύτερο για να περιγράψεις αμαρτία. «Ας με σχωρέσει ο Θεός που ‘ναι μεγάλος, όλα τα φταίει ο ψηλός κανένας άλλος». Και στο τέλος, ένα «…στω» για το «Ευχαριστώ». Στίχοι για απιστία, πόνο μέχρι το μεδούλι, ύμνοι στην καψούρα, πάτωμα. Όλα στα κάτω, στα πιο κάτω κάτω, στα βαθιά, στα μαύρα. Στην αλουστράριστη αλήθεια.

Χθες έπεσα πάνω σε μια συνέντευξη της Κατερίνας Στανίση που υποδεχόταν μια δημοσιογράφο σπίτι της. Ένα σπίτι που ολοφάνερα φιλοξενούσε, όλον τον κόπο της καλλιτεχνικής ζωής της. Κόπο νύχτας. Σπίτι δικό της. Ξεκάθαρα. Με τους δίσκους της, παράσημα λαρυγγιού, με τα πορτραίτα της, με τα χρυσαφικά της σερβίτσια, με τα ασημικά, τα μπιμπελό, με έναν άσπρο δερμάτινο καναπέ που πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε και έστριβε κι ακόμα πήγαινε. «Ποιος τα καθαρίζει όλα αυτά;» ρώτησε η δημοσιογράφος. «Εγώ» είπε η Κατερίνα «Με ξεκουράζει, μου παίρνει το άγχος». Είπε κι άλλα η Κατερίνα, με εκείνη τη φωνή της που κρατάει στον παλμό της όλο το ξενύχτι, τα βάσανα και τις χαρές, τις ανασφάλειες, τις αγωνίες, τα «μπράβο» και τα «Γειά σου βρε Κατερίνα!». Και πάλλεται λαβωμένη πλην μαγευτικά λαϊκή για να υμνεί «Σ΄ έχω κάνει Θεό». Μα η δημοσιογράφος επανήρθε. «Μα αυτός ο καναπές λάμπει!». Και η Κατερίνα απάντησε μελαγχολικά «Και ποιος να κάθεται…».

Α ρε Κατερίνα! Σε μια φράση όλη η αλήθεια, της σύγχρονης κοινωνίας. «Ανθρωποι μονάχοι, σαν ξωκλήσια ερειπωμένα. Σαν και σένα, σαν και μένα» που θα ΄λεγε, με το δικό της λαρύγγι και η Βικάρα μου. Η Μοσχολιού. Αλλη μια γυναίκα, «πλάσμα αλήθειας». Που είχε ονειρευτεί στο δικό της σπίτι μια σκάλα, σαν εκείνης της Σκάρλετ Ο’ Χάρα από το «Όσα παίρνει ο άνεμος». Και κάποτε, ναι, κατόρθωσε να την αποκτήσει. Σ΄ ένα σπίτι στον Διόνυσο, αν θυμάμαι καλά. «Και ποιος να κάθεται….».

Α ρε Κατερίνα! Μια φράση έτσι… Ψυχής. Με αμφίβολο σημείο στίξης στο τέλος της. Δεν την κλείνεις ούτε με ερωτηματικό, ούτε με βαριά τελεία/ Εκκρεμής. Στα τόσα που ακούμε κάθε μέρα/ Πεθύμησα μια κουβέντα τέτοια. Αλήθειας, αβίαστης. Του καθενός μας. Πόσα αποκτήσαμε στα χρόνια;! Μα…«Και ποιος να κάθεται…»

Υ.Γ Αυτή είναι η ομορφιά της ζωής. Από το πουθενά… Μάλλον πάντα, από κάπου που δεν το περιμένεις… Έρχεται μια κουβέντα και σε πάει σε πάει σε πάει… ταξιδάκι. Και δεν σ΄ αφήνει. Μέχρι να γράψεις στο Protagon τα συναισθήματα που σε πλημμύρισαν στο άκουσμά της.

Eυχαριστούμε το vice.com για την παραχώρηση της φωτογραφίας από το άρθρο του για την Κατερίνα Στανίση