1026
|

Δήμητρα Γαλάνη: Ο πόλεμος είναι πολιτισμικός

Γιώργος Μυζάλης Γιώργος Μυζάλης 23 Ιανουαρίου 2014, 00:40

Δήμητρα Γαλάνη: Ο πόλεμος είναι πολιτισμικός

Γιώργος Μυζάλης Γιώργος Μυζάλης 23 Ιανουαρίου 2014, 00:40

Η Δήμητρα Γαλάνη είναι, αναμφίβολα, μια από τις σημαντικότερες Ελληνίδες τραγουδίστριες. Στο χώρο των μουσικών, που δεν «χαρίζεται» εύκολα, έχει μόνο συμπάθειες και όλοι της αναγνωρίζουν ένα ανήσυχο και νεανικό πνεύμα που διαρκώς αναζητεί νέες φόρμες και που θέλει να βλέπει τα πράγματα «αλλιώς». Αυτός είναι και ο τίτλος του καινούργιου της δίσκου που έφτιαξαν με τον στιχουργό Παρασκευά Καρασούλο και τον οποίο θα παρουσιάζει στη μουσική σκηνή του Passport, από την Πέμπτη 23 Ιανουαρίου και για τέσσερις Πέμπτες.

Ξεκινώντας την κουβέντα μας, να σας ευχηθώ καλή αρχή για τις επικείμενες εμφανίσεις σας «αλλιώς» στο Passport. Είστε έτοιμοι; Τι πρόκειται να παρουσιάσετε;

Σας ευχαριστώ. Εύχομαι να πάνε όλα καλά. Είμαστε έτοιμοι. Είμαστε μια πολύ ωραία παρέα. Έχω μια μπάντα μοναδική με κάποια παιδιά που συνεργάζομαι τα τελευταία χρόνια. Μαζί κάναμε και τον τελευταίο δίσκο, το «Αλλιώς». Παίζουμε, λοιπόν, και το καινούργιο υλικό, αλλά ανακατεύουμε πολύ όμορφα με νέες ενορχηστρώσεις και νέες προσεγγίσεις και τα παλαιότερα τραγούδια. Είναι μια αφήγηση και νομίζω ότι θα περάσει καλά ο κόσμος. Άλλωστε, είναι και η πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, που βγαίνω μόνη μου, χωρίς κάποιον άλλο στη σκηνή, παρά μόνο τη μπάντα.

Έχουμε συνηθίσει να σας ακούμε «αλλιώς».

(γελια) Ναι.

Και παλαιότερα με το pixel (σ.σ. τίτλος προηγούμενης δισκογραφικής δουλειάς της Δήμητρας Γαλάνη) και τώρα με το «Αλλιώς». Ήθελα να σας ρωτήσω τι είναι αυτό που σας κάνει να το «ψάχνετε» τόσο πολύ, ακόμα και το παλαιότερο υλικό σας;

Δεν μπορώ να φανταστώ πως αλλιώς θα μπορούσε να είναι για έναν άνθρωπο, που η πρόθεσή του εξαρχής ήταν να είναι μέσα στη μουσική και να αναπνέει μέσα από αυτήν. Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι διαφορετικό για έναν καλλιτέχνη, ο οποίος σέβεται τον εαυτό του και το κοινό του. Δεν μπορεί παρά να ψάχνει διαρκώς για κάτι καινούργιο. Δεν μπορώ να φανταστώ τη μουσική να σταματά σε μία πληροφορία. Η πληροφορία είναι συνεχής και ιδιαίτερα αν έχεις την τύχη, όπως έχω εγώ, να έχεις ένα τόσο γερό ρεπερτόριο – γερά τραγούδια, δηλαδή, που αντέχουν στο χρόνο σαν στίχος και σα μουσική – μπορείς να παίξεις με τον ήχο. Ξέρετε, αυτό που μετράει είναι η πρώτη ύλη να είναι γερή. Από εκεί και έπειτα, οι ενορχηστρώσεις και ο τρόπος είναι ένα ρούχο που αλλάζει. Αλλά, όταν βλέπεις ότι μπορείς να πεις ένα τραγούδι είκοσι χρόνων και να ακούγεται σα να γράφτηκε χθες, έχει να κάνει με το υλικό που σου έχει δοθεί.

Να σας κάνω μια, λιγάκι τολμηρή, ερώτηση; Είναι αυτός ένας τρόπος για τον ερμηνευτή – εντός πολλών εισαγωγικών το ρήμα που ακολουθεί, μην παρεξηγηθώ – προκειμένου να μην «βαριέται» ένα τραγούδι που ερμηνεύει επί σειρά ετών;

Σαφώς παίζει ρόλο. Κοιτάξτε, δεν είναι σωστή η λέξη «βαριέμαι».

Για αυτό ανέφερα τα εισαγωγικά. Καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Δεν είναι ότι «βαριέται» ο ερμηνευτής, αλλά τα τραγούδια κουράζονται μερικές φορές. Όταν τα επαναλαμβάνεις διαρκώς, κουράζονται. Εμφανίζεται μια κόπωση. Όταν έχεις μεγάλο ρεπερτόριο, έχεις τη δυνατότητα να το αφήσεις να ξεκουραστεί για ένα διάστημα, να το ξαναπιάσεις αργότερα, να το δουλέψεις με έναν διαφορετικό τρόπο. Εγώ, όμως, δεν κολλάω σε αυτό. Δεν κολλάω στην αέναη επανάληψη κάποιων τραγουδιών που ήτανε απλά οι επιτυχίες μου, παρά σκαλίζω πάντοτε το μπαούλο μου – να το πω έτσι – και ανακαλώ και μερικά τραγούδια που, στην εποχή τους, για κάποιους λόγους δεν έγιναν ιδιαιτέρως γνωστά. Τα b–sides που λέμε. Που δεν τα προσέξανε πολύ, επειδή η προσοχή στράφηκε σε μια μεγαλύτερη επιτυχία. Έτσι, ανακαλώ τραγούδια που έχουν γραφτεί δέκα – δεκαπέντε χρόνια πριν και σήμερα είναι τωρινά. Είναι σα να έχουν γραφτεί τώρα. Αυτό το έχω κάνει αρκετές φορές.

Ποιος ο ρόλος της τέχνης, και του τραγουδιού εν προκειμένω, σε αυτές τις κρίσιμες εποχές που διανύουμε;

Ο ρόλος της τέχνης είναι πάρα πολύ σημαντικός. Τόσο πολύ σημαντικός, που, κανείς από αυτούς που «τρέχουνε» αυτό που λέγεται πολιτική και κοινωνία, δεν δείχνει ότι το αντιλαμβάνεται. Κάπου, τον φοβάται το ρόλο της τέχνης αυτός, ο πολιτικός, ο τεχνοκράτης και ο «σκοτεινός». Γιατί η τέχνη έχει ένα φως που αποκαλύπτει τα σκοτάδια. Βοηθάει, δηλαδή, τους ανθρώπους να δούνε καλύτερα. Γιατί μέσα από την τέχνη είναι πολύ πιο εύκολο να έρθεις κοντά στην αλήθεια. Και επειδή η αλήθεια είναι πολύ σκληρή και πονάει, ο άνθρωπος έχει ανάγκη την τέχνη για να τον βοηθήσει να αντέξει την αλήθεια. Με την τέχνη δεν παραμυθιάζεσαι εύκολα. Η τέχνη, δε, έχει τη μεγάλη δυνατότητα – και τώρα μιλάω γενικότερα για την τέχνη, εδώ μπορώ να γενικεύσω – να ανεβάσει το αισθητήριο, το γούστο και την παιδεία. Όλα αυτά τα πράγματα, στις σαθρές πολιτικές και στις σκοτεινές πολιτικές στέκονται εμπόδιο μεγάλο.

Και ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη;

Ο ρόλος του ανθρώπου που είναι καλλιτέχνης – κι αυτό με όρους πραγματικούς και όχι «σαν καλλιτέχνης» – είναι πάρα πολύ σοβαρός και πάρα πολύ σημαντικός. Πρέπει να είναι πάρα πολύ προσεκτικός, γιατί εκείνη την ώρα «παίζει» με την ψυχή του ανθρώπου. Δεν είναι αστείο όταν είναι τόσο καταρρακωμένη και κουρασμένη η κοινωνία. Ο ρόλος είναι πάρα πολύ σοβαρός. Πρέπει να τους απαλύνεις την ψυχή. Πρέπει, καταρχήν, να τους δώσεις μια αγκαλιά, γιατί – βλέπεις – η εξουσία συμπεριφέρεται πάρα πολύ άπονα και εξαιρετικά βίαια. Επομένως, η τέχνη οφείλει εκείνη την ώρα να είναι παρούσα. Για αυτό και ο κόσμος πάει προς αυτήν. Η τέχνη προσδίδει μία πνευματικότητα και, αγαπητέ, θα μου επιτρέψετε να σας πω το εξής: θεωρώ ότι το μεγάλο πρόβλημα της εποχής είναι η έλλειψη πνευματικότητας. Όλη αυτή η κρίση δεν θα είχε πάρει αυτή τη διάσταση αν υπήρχαν πιο πνευματικοί άνθρωποι στις επιμέρους ηγεσίες. Και όταν λέω πνευματικοί άνθρωποι, δεν εννοώ ιερείς, πιστεύω να καταλαβαίνετε.

Προφανώς όχι. Ξέρετε, η δική μου γνώμη είναι ότι πολύ σημαντικότερη από την οικονομική φτώχεια είναι η πνευματική φτώχεια.

Αυτό είναι το πρόβλημά μας. Ο πόλεμος είναι πολιτισμικός. Περισσότερο από οικονομικός. Ξέρετε, εγώ έρχομαι από μία Ελλάδα όπου ο φτωχός ήταν ευτυχισμένος και ζούσε σαν πλούσιος. Το τραπέζι ήταν ανοιχτό. Ψωμί και τυρί δεν είχαμε, αλλά φωνάζαμε τους φίλους μας να φάμε ό,τι είχαμε. Ζούσαμε σαν πλούσιοι, δηλαδή. Όλη η Ελλάδα φτωχιά ήταν τη δεκαετία του 1950. Το έχουμε ζήσει αυτό. Την ανθρώπινη ζεστασιά, δηλαδή. Πως ξαφνικά μια μπουκιά λαός το έχουμε ξεχάσει; Κάποιοι βάλανε το χέρι τους για να το ξεχάσουμε. Δεν είναι τόσο το ότι φταίμε κι εμείς. Φταίμε κι εμείς, αλλά είναι και κάτι ακόμα. Δεν μπορεί να φταίμε μόνο εμείς. 

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News