716
| shutterstock

Μύκονος – Μια ιστορία άνευ νοήματος

Ρίκα Βαγιάνη Ρίκα Βαγιάνη 15 Μαΐου 2016, 17:07

Μύκονος – Μια ιστορία άνευ νοήματος

Ρίκα Βαγιάνη Ρίκα Βαγιάνη 15 Μαΐου 2016, 17:07

Στον παλιό περιφερειακό, γωνία με το δρόμο που έβγαζε στην αιωνίως θορυβώδη Λάκκα, υπήρχε ένας φούρνος. Οσο θυμάμαι, υπήρχε αυτός ο φούρνος, αλλά δεν είχα μπει ποτέ, δεν ήταν η γειτονιά μου, μόνο με το αυτοκίνητο περνούσα. Ούτε συζήτηση για πάρκινγκ εκεί, ή, έστω, μια σύντομη στάση, έπεφτε ξήλωμα πινακίδας ανελέητο.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, το νησί ήταν γεμάτο φωτορεπόρτερ. Εβγαζαν καλά λεφτά, με κόπο μεν και υπεράνθρωπη αντοχή, αλλά λεφτά εγγυημένα, αφού το νησί φιλοξενούσε νεο-τηλεοπτικά πρόσωπα που «πουλούσαν» πολύ στα έντυπα. Γελούσα που οι διάσημοι τους έλεγαν «παπαράτσι». Παπάρια παπαράτσι ήταν. Ρεπόρτερ ήταν οι συνάδελφοι, σκληρά εργαζόμενοι, και μάλιστα καθόλου «κρυφοί», πιο φανεροί δεν γινόταν. Ενα στούντιο ήταν η Χώρα Μυκόνου, απλώς περνούσες και σου έβγαζαν φωτογραφίες, σαν να έμπαινες σε αυτόματο μηχάνημα.  Σιγά μην είχαν και την όρεξή σου δηλαδή, να σε κυνηγάνε. Τα σελεμπριτο- ψάρια πηδούσαν μόνα τους πάνω στο τηγάνι. Ουδείς λόγος συνέτρεχε για παραγάδια, δίχτυα και κρυμμένους φωτογράφους στα κατσάβραχα. Αυτά μπορεί (δεν ξέρω κι όλας το διεθνές  σύστημα) να συνέβαιναν  στην Αμερική, στο Σκορπιό του Ωνάση, η στη φαντασία της Ελένης Μενεγάκη. Πάντως στη Μύκονο των 90’s δεν  είχαμε «παπαράτσι» με τη χολυγουντιανή έννοια, (Πάλι καλά, γιατί αν παίζανε όντως  συστηματικά τηλεφακοί, καμουφλάζ και κρυφές λήψεις, θα είχαν γίνει  τα μακελειά  του αιώνα, και σταματώ εδώ – επικαλούμαι την Πέμπτη, που λένε και στο House of Cards).

Τέλος πάντων, πίσω στο χρόνο, πίσω στο  φούρνο.  Είναι  μία το μεσημέρι, καραμπαμπάμ καλοκαίρι. Σπίτι δεν έχω γυρίσει από χτές, αλλα με έχει απειλήσει  η Στεφανία ότι θα έφτιαχνε μπριάμ, είχαμε καλεσμένους, και δεν την ενδιέφερε τι ώρα θα μαζευόμουν, αλλά να φέρω οπωσδήποτε φρέσκο ψωμί,για το μπριάμ, αλλιώς θα με σκοτώσει. Ανηφόριζα προς το πάρκινγκ, περνάω έξω από τον προαναφερθέντα φούρνο, λέω «ας  μπω εδώ, γιατί αν έχει τελειώσει το φρέσκο ψωμί από το φούρνο το δικό μας, θα πάω από ταψί στο κεφάλι».

Στο ταμείο, είμαι με το καρβέλι και περιμένω να πληρώσω. Πιο μπροστά ένας γέρος στην ουρά, ναι μεν  μου θυμίζει η φιγούρα του κάποιον, υποψιάζομαι ποιον, αλλά πού να το πιστέψω.  Τεντώνω λαιμό, κάνω έτσι, κάνω αλλιώς, κάνω και νόημα στη φουρνάρισσα, μου κάνει «ναι» με το κεφάλι και παθαίνω συγκοπή. Είναι ο Γιεχούντι Μενουχίν. Οχι, το ξαναγράφω, για όσους δεν το έπιασαν με την πρώτη: Αγοράζω ένα κιλό ολικής για παπάρα στο μπριάμ  και  είναι μπροστά μου ο Γιεχούντι Μενουχίν, δεν έχω άλλα λόγια επ’ αυτού.

Κάθε καρέ της ολόδροσης κοπέλας, ήταν λίρα εκατό. Ο σερ Μενουχίν,πάλι, για τον οποίο η πανηλίθια νόμιζα ότι προκάλεσε τη παπαρατσορυρροή, εντελώς απαρατήρητος και ως εκ τούτου, απολύτως ανενόχλητος, πλήρωσε και αποχώρησε με τη φρατζόλα υπό μάλης

Αίφνης,  ακούγονται ποδοβολητά, χλαπαταγή, ξεσηκώνεται ταραχή μεγάλη. Εχουν σκάσει τετρακόσιοι πενηνταένας χιλιάδες φωτογράφοι (εντάξει, μπορεί να ήταν και επτά, αλλά μου φάνηκαν μιλιούνια), μες στο μικρό φούρνο. Και βέβαια θέλουν τη λήψη ΤΩΡΑ, όλοι μαζί, δεν χωράνε, στριμώχνονται στην πόρτα, στην αυλίτσα, όξω, μέσα, μόνο από τα παραθυράκια δεν ορμήξανε πάνω στα ταψιά με τις τυρόπιτες. Λογικό, αφού μέσα ψώνιζε μία από τις μεγαλύτερες (και όχι μόνο μουσικά) προσωπικότητες της υφηλίου, αλλά μαζί και βάρβαροι. Δημοσιογράφος τότε κι εγώ, αλλά δεν διανοήθηκα  να τον ενοχλήσω, να του αποσπάσω, έστω δύο λέξεις για την εφημερίδα, έστω κάτι, για να έχω να λέω ότι κάποτε του μίλησα. Και οι απαίσιοι παπαράτσι (εδώ με τη χολιγουντιανή έννοια), μια χάβρα, κανένας σεβασμός στην ιδιωτικότητα ενός ιερού τέρατος. Ζοχαδιάστηκα. Δεν ήθελα να το δω αυτό, άφησα το ψωμί και γύρισα να φύγω.

Ισα να βγώ προς την έξοδο για να καταλάβω ότι πιο πίσω μας στην ουρά του ταμείου, ήταν η Γωγώ Μαστροκώστα. Εξ ου και η φωτο-χλαπαταγή. Την είχαν ακολουθήσει οι φωτογράφοι στον περίπατό της. Μιλάμε για μέσα δεκαετίας ’90 τώρα, κάθε καρέ της ολόδροσης κοπέλας, ήταν λίρα εκατό. Ο σερ Μενουχίν,πάλι, για τον οποίο η πανηλίθια νόμιζα ότι προκάλεσε τη παπαρατσορυρροή, εντελώς απαρατήρητος και ως εκ τούτου, απολύτως ανενόχλητος, πλήρωσε και αποχώρησε με τη φρατζόλα υπό μάλης. Σορτσάκι, πέδιλο, φανελάκι, μια φιγούρα που χάθηκε στο πλήθος.

Ολα τότε ξεκαθάρισαν στο μυαλό μου, τα πράγματα εξηγήθηκαν, έβγαλαν νόημα. Και ταυτοχρόνως, κατά κάποιο τρόπο – τίποτα δεν είχε  νόημα, ως συνήθως, στη Μύκονο, ή οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, τότε, τώρα ή ποτέ.

Tέλος πάντων, ζω, άρα βρήκα ψωμί αλλού. Θυμάμαι και το μπριάμ. Ηταν τόσο νόστιμο που φάγαμε με τη Στεφανία όλο το ταψί, και μετά είπαμε ψέματα στους καλεσμένους ότι κάηκε και τους ταΐσαμε μακαρόνια.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News