623
Ελαιογραφία της εποχής - ο Γαλιλαίος παρουσιάζει το τηλεσκόπιο στην ελίτ της Βενετίας | medici.org

Αν ζούσε ο Γαλιλαίος θα τον δίκαζαν οι λαϊκιστές

Κωνσταντίνος Καραλής Κωνσταντίνος Καραλής 23 Φεβρουαρίου 2019, 10:42
Ελαιογραφία της εποχής - ο Γαλιλαίος παρουσιάζει το τηλεσκόπιο στην ελίτ της Βενετίας
|medici.org

Αν ζούσε ο Γαλιλαίος θα τον δίκαζαν οι λαϊκιστές

Κωνσταντίνος Καραλής Κωνσταντίνος Καραλής 23 Φεβρουαρίου 2019, 10:42

Στις 22 Φεβρουαρίου του 1632 τυπώθηκε στη Φλωρεντία ο «Διάλογος σχετικά με τα δύο παγκόσμια συστήματα» του Γαλιλαίου (αναφέρεται στο Πτολεμαϊκό και το Κοπερνίκειο). Στο κείμενο αυτό ο Γαλιλαίος υπερασπίστηκε το ηλιοκεντρικό σύστημα, που είχε προτείνει μερικά χρόνια πριν ο Κοπέρνικος, ανασύροντας από τη λήθη τις ηλιοκεντρικές θεωρίες Πυθαγόρειων όπως του Αρίσταρχου του Σάμιου. Κι αυτό το έκανε αριστοτεχνικά χρησιμοποιώντας το λογοτεχνικό είδος του διαλόγου (γνωστό από την κλασική φιλοσοφική γραμματεία).

Η κίνηση αυτή του Γαλιλαίου ήταν ταυτόχρονα και πολύ τολμηρή, καθώς από το 1616 η Ιερά Εξέταση είχε απαγορέψει τη διδασκαλία του ηλιοκεντρισμού, καθώς μία ειδική επιτροπή θεολόγων αποφάνθηκε πως πρόκειται για μια θεωρία φιλοσοφικά ανόητη, όσο και αιρετική, αφού σε πολλά σημεία αντιβαίνει στην Αγία Γραφή. Έτσι, η κυκλοφορία αυτού του διαλόγου είναι ο κυριότερος λόγος που τον οδήγησε στην Ιερά Εξέταση.

Από την άλλη πλευρά, η σημασία αυτού του κειμένου για την εξέλιξη της επιστήμης (στο πλαίσιο του γενικότερου έργου του Γαλιλαίου) είναι ανυπολόγιστη, αφού ξεκίνησε αυτό που είναι γνωστό στην επιστημολογία ως Επιστημονική Επανάσταση, με την ανάδυση του επιστημονικού πνεύματος ως ενός νέου είδους ορθολογισμού.

Ο Αϊνστάιν γράφει σχετικά (στο βιβλίο του «Η εξέλιξη των ιδεών στη Φυσική») ότι όπως στα αστυνομικά μυθιστορήματα, πολλές φορές ένα λανθασμένο ίχνος μπερδεύει όλη την ιστορία και αναβάλει τη λύση του προβλήματος, έτσι και στην επιστήμη, όταν κάνουμε συλλογισμούς που βασίζονται στην άμεση παρατήρηση και στην «έμφυτη γνώση» που έχουμε για τη φύση, οδηγούμαστε συχνά σε λανθασμένους δρόμους και απόψεις, αποδεκτές παρ’ όλ’ αυτά για πολλούς αιώνες.

Αντίθετα το έργο του Γαλιλαίου έδειξε τον δρόμο για την σύνδεση ανάμεσα στη θεωρία και την εμπειρία, αποφεύγοντας την τυφλή πίστη τόσο στο προφανές, όσο και στον δογματισμό της αυθεντίας. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του νόμου της αδράνειας (που παρουσίασε πρώτα ο Γαλιλαίος και επεξεργάστηκε αργότερα ο Νεύτων στον πρώτο νόμο του) όπου η «έμφυτη γνώση», όπως την ονομάζει ο Αϊνστάιν, υποστηρίζει (ως αυτονόητο) πως για να συνεχίσει να κινείται ένα σώμα πρέπει να δέχεται συνεχώς δύναμη (όπως ήταν άλλωστε και η Αριστοτελική άποψη), ενώ στην πραγματικότητα αν δεν ασκείται καμμία δύναμη, το σώμα θα συνεχίσει να κινείται ευθύγραμμα και ομαλά. Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι προφανές, αλλά από την άλλη πλευρά, ενώ ήταν αντίθετο στην αυθεντία (όπως είχαν αναγάγει τον Αριστοτέλη στον Μεσαίωνα), μπορούσε να υποστηριχθεί με τον συνδυασμό λογικών επιχειρημάτων σε συνδυασμό με την ερμηνεία πειραμάτων.

Ετσι, μπορούμε να γενικεύσουμε το νόημα των δύο κόσμων του Διαλόγου, βλέποντας από την πλευρά του γεωκεντρικού συστήματος έναν κόσμο όπου κυριαρχεί η αυθεντία και η πίστη στο προφανές και από την πλευρά του ηλιοκεντρικού συστήματος τον κόσμο που προσπαθεί να συλλάβει την πολύπλοκη φυσική και κοινωνικο- οικονομική πραγματικότητα μέσω ποικίλων ορθολογικών προσεγγίσεων.

Προχωρώντας όμως, θα πρόσθετα ότι στην καθημερινότητα, αλλά και στην πολιτική, η ορθολογική ανάλυση φαίνεται να υποχωρεί εις όφελος του προφανούς, που συνδυάζεται με απλοϊκούς συλλογισμούς, αποτελώντας έτσι, εκτός των άλλων, ιδιαίτερα ενισχυτικό παράγοντα για τον λαϊκισμό.

Γιατί, πολύ περισσότερο από τις αντιεπιστημονικές ομάδες όπως είναι οι υποστηρικτές της επίπεδης Γης, απόδειξη της υποχώρησης του ορθολογισμού αποτελεί π.χ. η ευρεία αποδοχή ερμηνειών για την οικονομική κρίση όπως ότι «κάποιοι τα φάγανε».

Πρόκειται ουσιαστικά για παραίτηση μπροστά στις δυσκολίες κατανόησης των πολύπλοκων σημερινών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες, και αυτήν την τάση εκμεταλλεύονται οι κάθε λογής λαϊκιστές, με τις αληθοφανείς και διχαστικές ερμηνείες που δίνουν στην πραγματικότητα.

Οπως όμως η άγνοια του νόμου της αδράνειας δεν εμποδίζει την ισχύ του, έτσι και η απλοϊκή θεώρηση των πολύπλοκων πραγματικών κοινωνικο-οικονομικών προβλημάτων δεν μπορεί να αποσοβήσει τις – έως και δραματικές – συνέπειές που επιφέρει η άστοχη αντιμετώπισή τους.

Ετσι, ο τρόπος με τον οποίο το εκλογικό σώμα αντιλαμβάνεται τις διαστάσεις της πραγματικότητας και των σχετικών εναλλακτικών πολιτικών, αποτελεί σήμερα ένα από τα βασικά προβλήματα του δημοκρατικού πολιτεύματος, με συνέπειες πιθανότατα μεγαλύτερες από όσες συνεπάγεται η υποστήριξη του γεωκεντρικού συστήματος.