Ο τελευταίος «Χίπις»
Ο τελευταίος «Χίπις»
Ένα κομμάτι γής περικυκλωμένο από θάλασσα. Νησί. Ένας βράχος που στέκει αγέρωχος και απόκοσμος. Κομμάτι του νησιού. Ένας γεράκος ίδιος εδώ και 20 χρόνια λες και ο χρόνος περνάει και δεν τον ακουμπάει, ντυμένος με ένα παρεό και ένα ψυχεδελικό κολάν ένα με το δέρμα του, που έχει πάνω του τόσο αλάτι όσα και τα καλοκαίρια της ζωής του στο νησί. Βραχιόλια περασμένα στα πόδια και κορδέλα στα μαλλιά, ένας αληθινός χίπις, ακόμα και αν ο ίδιος δεν το ξέρει. Ένα τραπέζι στην «Μαργαρίτα» είναι πιο ζωηρό από τα άλλα έχει πάνω ζωγραφιές, πέτρες, κοχύλια και το σκήπτρο του…ένα καλάμι, γιατί ο χίπις είναι καλλιτέχνης. Κάθεται εκεί πάντα μόνος δείχνει χαμένος σαν να ταξιδεύει, σαν να θέλει να ρουφήξει όλη τη ζέστη, τις μυρωδιές, τη θάλασσα, την ενέργεια αυτού του μαγικού τοπίου, να τα πάρει μαζί του. Μόλις όμως τον πλησιάσεις, σου σκάει ένα χαμόγελο και ψελλίζει σκόρπιες λέξεις στα γερμανικά ανακατεμένα με λίγα ελληνικά. Είναι τόσο εναρμονισμένος με την ησυχία και την γαλήνη αυτού του μέρους, που κάνει όλους εμας να μοιάζουμε παρείσακτοι.
Είναι καθηγητής Καλών Τεχνών στην κρύα Γερμανία, λένε. Ξεκινάει ξυρισμένος αλλά φτάνει εδώ με γένια πολλών εβδομάδων. Ταξιδεύει με κουστούμι αλλά φτάνει εδώ τυλιγμένος με ένα παρεό. Κανείς δεν γνωρίζει την αλήθεια. Δεν έχει ηλικία, δεν έχει βαλίτσα. Καταφτάνει πρώτος και αποχωρεί τελευταίος. Το μόνο σπίτι που γνωρίζουμε για δικό του είναι στην οδό Κατσούνι, το ταβάνι ένα αρμυρίκι, η κουζίνα ένα μπρίκι, ο μοναδικός τοίχος ένα πανό με ένα οικολογικό σύνθημα.
Το νησί υπήρξε καταφύγιο των χίπιδων. Ένα καΐκι μετέφερε στην «παραλία» τους μυημένους. Τη νύχτα υπο τη συντροφιά αυτοσχέδιων κρουστών άκουγες από μακριά τους ήχους από διονυσιακές τελετές. Άνθρωποι που βρέθηκαν εκεί μετά από πολύωρο ταξίδι για να αποτινάξουν οτιδήποτε συμβατικό και να παραδωθούν στη φύση, στον έρωτα, στη μαγεία του χορού, της γύμνιας. Χωρίς όρια, οδηγημένοι από αρχέγονα ένστικτα. Όλα αυτά μπορεί να ανήκουν λίγο ή πολύ στο παρελθόν αναβιώνουν όμως κατά κάποιον τρόπο στο πρόσωπό του.
Απέναντι από το νησί υπάρχουν 2 ξέρες ακατοίκητες, 2 λωρίδες γής. Η μια έχει ένα εκκλησάκι, η άλλη τίποτα. Όταν λοιπόν ο χίπις μας έχει μπουχτίσει από την πολυκοσμία, πηγαίνει απέναντι. Όχι σε αυτήν με το εκκλησάκι, στην άλλη. Κάθεται εκεί μέρες ολόκληρες. Με το νησί να τον κοιτά από τη μία και την απεραντοσύνη από την άλλη. Μόνος. Με τον εαυτό του. Τη θάλασσα και τον ουρανό. Τι να σκέφτεται; Ένα βράδυ μια φωτιά ανάβει και τότε ακούς:
«Τι είναι αυτό που αστράφτει εκεί;»
«Α, ο Christian θέλει να επιστρέψει»
"Στην πόλη οφείλουμε να υποδυόμαστε κάποιο ρόλο, επειδή μας ενδιαφέρει πολύ τι σκέφτονται οι άλλοι για μας. Αντίθετα, όταν επιστρέφουμε στη φύση, μπορούμε να επιτρέπουμε στον εαυτό μας την πολυτέλεια να είμαστε εμείς οι ίδιοι. Δε χρειάζεται να ντυνόμαστε, να μιλάμε ή να ενεργούμε με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Αρκεί το να αφηνόμαστε να μας οδηγεί εκείνη στον πυρήνα του εαυτού μας, όπου μας περίμενει μια πηγή ηρεμίας".
Friedrich Nietzsche
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
