2872
O Βαγγέλης Βενιζέλος στο κέντρο και γύρω του οι διαδικτυακοί καλεσμένοι του, μια αφρόκρεμα νομικής γνώσης που κατέθεσαν τις απόψεις τους για τη δίκη (και την ετυμηγορία) της Χρυσής Αυγής | YouTube/CreativeProtagon

Ολη η αλήθεια για τη Χρυσή Αυγή

Ελευθερία Κόλλια Ελευθερία Κόλλια 20 Οκτωβρίου 2020, 11:53
O Βαγγέλης Βενιζέλος στο κέντρο και γύρω του οι διαδικτυακοί καλεσμένοι του, μια αφρόκρεμα νομικής γνώσης που κατέθεσαν τις απόψεις τους για τη δίκη (και την ετυμηγορία) της Χρυσής Αυγής
|YouTube/CreativeProtagon

Ολη η αλήθεια για τη Χρυσή Αυγή

Ελευθερία Κόλλια Ελευθερία Κόλλια 20 Οκτωβρίου 2020, 11:53

Την ποινική και συνταγματική «αλήθεια», στους κόλπους της οποίας διαμορφώνεται το πολιτικο-κοινωνικό σκηνικό μετά την καταδικαστική απόφαση στη δίκη της Χρυσής Αυγής, αναζήτησαν ο Βαγγέλης Βενιζέλος και επτά προσκεκλημένοι του, στη διαδικτυακή συζήτηση του Κύκλου Ιδεών, η οποία έλαβε χώρα νωρίς το απόγευμα της Δευτέρας, υπό τον τίτλο «Οι επιπτώσεις της απόφασης στη δίκη της Χρυσής Αυγής – τα πολιτικά δικαιώματα των καταδικασθέντων». Η συζήτηση καταδείχθηκε πολυδιάστατη και ζωηρή, σε κάθε περίπτωση ενδιαφέρουσα. Δεν έλειψαν ούτε οι οξύτατες κρίσεις για την εισαγγελέα του δικαστηρίου και την απαλλακτική της πρόταση («Έχω την αίσθηση, ότι άποψή της είναι ότι το Σύνταγμα είναι ουδέτερο στον ναζισμό. Πρώτα από όλα, νομικό λάθος!» εκτίμησε ο καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης στο ΕΑΠ Χαράλαμπος Ανθόπουλος, ενώ ο Βασίλης Μαρκής, επίτιμος αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, τη χαρακτήρισε «νομικά εσφαλμένη» για τον συλλήβδην χαρακτήρα της), ούτε και οι συγκρούσεις με την επιμονή ενός εκ των ομιλητών (του δικηγόρου κ. Αντύπα Καρίπογλου) να αποκαλεί τους χρυσαυγίτες «ρητά κατηγορούμενους» και όχι καταδικασθέντες.

Την ατζέντα, με βροχή ερωτήσεων, έθεσε στην αρχή της συζήτησης ο κ. Βενιζέλος, έχοντας απέναντι του γνώστες – «νομικά μυαλά», του Ποινικού και Συνταγματικού Δικαίου. Στο πεδίο του Συντάγματος, έθεσε κατ’ ουσίαν το δίλημμα μαχόμενη ή ανεκτική Δημοκρατία. Πρέπει να παίρνει μέτρα αυτοπροστασίας η Δημοκρατία; Η να αφήνει στους αξιακούς εχθρούς της, να χρησιμοποιούν τις θεσμικές εγγυήσεις εις βάρος της; Και η δικαστική ανεξαρτησία, πρέπει να εναρμονίζεται με το κοινό περί δικαίου αίσθημα;

Εντοπίζοντας «πλειοδοσία ευαισθησίας» από πρόσωπα και κόμματα κατά της Χρυσής Αυγής, διερωτήθηκε -αναλυτικότερα- αν πρόκειται για «στάση ειλικρινή, ή στάση που φέρει συγκυριακά στοιχεία μιας συγκυριακής σκοπιμότητας». «Μπορεί υπό το κέλυφος ενός κόμματος πολιτικού να συγκροτείται και να λειτουργεί μια εγκληματική οργάνωση, με πράξεις ποινικής απαξίας; Θα μπορούσε το παράδειγμα της Χ.Α. να ξαναφέρει στην επιφάνεια το ζήτημα της απαγόρευσης πολιτικού κόμματος – κάτι που δεν το προβλέπει το ελληνικό Σύνταγμα στο άρθρο 29; Μπορούμε να ερμηνεύσουμε το Σύνταγμα κατά τρόπο που να οδηγεί σε απαγόρευση πολιτικών κομμάτων; Μπορούμε, έστω (ακόμη κι αν δεν υπάρχει απαγόρευση κομμάτων), να έχουμε μηχανισμούς απαγόρευσης ένδυσης εγκληματικών οργανώσεων ως κομμάτων; Η μη στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων υπό τον νέο Ποινικό Κώδικα, εμπεριέχει σκοπιμότητα;».

Ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης εξέφρασε μάλιστα άποψη ως προς τη στάση της εισαγγελέως της δίκης και της διαφοροποίησης του δικαστηρίου – «Ούτε οι διαδηλώσεις, ούτε οι δηλώσεις επηρεάζουν. Η ισταμένη δικαιοσύνη έχει μια άποψη, η καθημένη τη δική της», είπε χαρακτηριστικά, ενώ χαρακτήρισε καταλυτικό γεγονός ως προς την εξέλιξη των πραγμάτων, τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. «Υπήρξε επίμονη πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ το 2012 για την απομόνωση της Χρυσής Αυγής, δεν υπήρξε όμως ανταπόκριση – δεν είχαμε όμως δολοφονίες τότε. Τελικά ψηφίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2014, ο αντιρατσιστικός νόμος, ο οποίος όμως κατά κύριο λόγο αφορά εγκλήματα λόγου. Ηταν καταλυτικό γεγονός η δολοφονία Φύσσα».

Το ΚΚΕ, τα «Χρυσά Αυγά» και ένα τηλεφώνημα

Τον λόγο έλαβε πρώτος ο ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Νίκος Αλιβιζάτος, αποσαφηνίζοντας τρόπον τινά τον ορισμό της εγκληματικής οργάνωσης, κατά βάση το σκεπτικό με το οποίο παραπέμφθηκε σε δίκη αλλά και καταδικάστηκε η Χρυσή Αυγή.

«Το ειδοποιό στοιχείο στα της εγκληματικής οργάνωσης είναι ότι δεν χρειάζεται να αποδειχθεί το τηλεφώνημα του αρχηγού προς το εκτελεστικό όργανο – «Πήγαινε σκότωσε τον Φύσσα», είπε ο καθηγητής. «Εφόσον αποδειχθεί ότι ο κ. Ρουπακιάς είναι μέλος αυτής της οργάνωσης, και ο κ. Μιχαλολιάκος είναι αρχηγός της, αρκεί η απόδειξη της ενεργού συμμετοχής, χωρίς να πηγαίνουμε στη θεωρία της φυσικής και ηθικής αυτουργίας».

Ο κ. Αλιβιζάτος, μαζί του και ο κ. Βενιζέλος και ο κ. Ανθόπουλος, κατέστησαν σαφές ότι δεν τίθεται ζήτημα απαγόρευσης του κόμματος Χρυσή Αυγή, βάσει του Συντάγματος, πλην όμως εστίασε στη δυνατότητα καθόδου της στις εκλογές.

«Με τροποποίηση του εκλογικού νόμου, μπορεί να προβλεφθεί το αυτονόητο: ένα κόμμα που έχει χαρακτηρισθεί ως εγκληματική οργάνωση δεν μπορεί να κατεβάζει υποψηφίους. Και δεν μπορεί να ανακηρύσσονται ως υποψήφιοι, οι βουλευτές του. Το ερώτημα είναι αν η κόρη πχ. του κ. Μιχαλολιάκου ιδρύσει τα “Χρυσά Αυγά”, άλλο κόμμα με την ίδια και κάποιους διωχθέντες, πάλι θα μπορούσε κατά τη γνώμη μου να υπάρξει ένας νόμος και να ειπωθεί «όχι» (εφόσον υπάρχει αμετάκλητη καταδίκη). (…) Ο εκλογικός νόμος θα μπορούσε να προβλέψει ότι το Α’ Τμήμα του Αρείου Πάγου είναι αρμόδιο να κρίνει εάν οι συνδυασμοί του συγκεκριμένου κόμματος δεν μπορούν να αναγνωρισθούν. (…) Έχουμε ή δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον έλληνα δικαστή;», σημείωσε ο καθηγητής.

Δίδοντας το ιστορικό πλαίσιο του πρίσματος υπό το οποίο «βλέπει» το ελληνικό Σύνταγμα τα κόμματα, ο κ. Αλιβιζάτος αναφέρθηκε και στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. «Το ερώτημα του αν η Δημοκρατία κάθεται απαθής και βλέπει δυνάμεις που σπείρουν τον φόβο, τέθηκε στον Μεσοπόλεμο, με την εμφάνιση ακραίων κομμάτων, όπως στη φασιστική Ιταλία και τη ναζιστική Γερμανία. (…) Ο τρόπος με τον οποίο αντέδρασαν τα Συντάγματα, ήταν να υπάρχει η δυνατότητα του να τίθεται εκτός νόμου ένα κόμμα, ή να αφαιρούνται δικαιώματα. Στην Ελλάδα, όταν στην 5η Αναθεωρητική Βουλή του 1974-75, οπότε και διατυπώθηκε η πρόταση να υπάρξει συνταγματική διάταξη απαγόρευσης κομμάτων, όπως στη Γερμανία, ξεσηκώθηκε διαμαρτυρία και απεφεύχθη – υπήρχε η οδυνηρή εμπειρία απαγόρευσης του ΚΚΕ επί σχεδόν 30 χρόνια. Η μόνη διατύπωση του Συντάγματος είναι ότι τα κόμματα πρέπει να υπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει δυνατότητα απαγόρευσης», επεσήμανε ο κ. Αλιβιζάτος, σημειώνοντας ότι το 2013, μετά τη δολοφονία Φύσσα, υπήρξε καθολική αξίωση να μην κάθεται η Δημοκρατία με τα χέρια σταυρωμένα απέναντι σε τέτοιες οργανώσεις. Εντυπωσιακή σημείωση: στη Γαλλία, νόμος του 1936 περί τις Ενοπλες Ομάδες, δίδει τη δυνατότητα του να τίθενται εκτός νόμου σχηματισμοί, με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου.

Η εισαγγελική πρόταση, το Σύνταγμα και ο ναζισμός

Αίσθηση προκάλεσε η παρέμβαση του καθηγητή κ. Ανθόπουλου, καθώς δεν δίστασε να ασκήσει δριμύτατη κριτική στο πρόσωπο της εισαγγελέως στη δίκη της Χρυσής Αυγής και της απαλλακτικής πρότασή της, προσάπτοντάς της ότι τα θεμέλια της της σκέψης της κινούνται έξω από το αξιολογικό πλαίσιο του Συντάγματος. «Έχω την αίσθηση, με βάση πάντα την απαλλακτική πρόταση της εισαγγελέως, ότι άποψή της είναι ότι το Σύνταγμα είναι ουδέτερο στον ναζισμό. Πρώτα από όλα, νομικό λάθος!», είπε χαρακτηριστικά.

Ο ίδιος, αναφερόμενος στη δυνατότητα ανάσχεσης της πορείας της Χρυσής Αυγής, εκτίμησε: «Μπορούμε να πάμε στην εκλογική απαγόρευση – καθιερωμένος θεσμός, διαδεδομένος, που κερδίζει έδαφος, ως εναλλακτική λύση απέναντι στην αναγκαστική διάλυση. Να θεσπίσουμε μια διάταξη στην εκλογική νομοθεσία, με πολύ μεγάλη προσοχή, βάσει της οποίας δεν θα ανακηρύσσονται εκλογικοί συνδυασμοί, όχι μεμονωμένοι υποψήφιοι – η απαγόρευση αφορά το εκλέγειν της Χρυσής Αυγής, δεν αφορά τα υποκειμενικά εκλογικά δικαιώματα των καταδικασθέντων, στο πεδίο αυτό άλλωστε πρέπει να έχει προηγηθεί αμετάκλητη ποινική καταδίκη».

Η λαϊκή αποδοχή και η συζήτηση για τα πρόσωπα

Το κέντρο βάρους της συζήτησης για τα πολιτικά δικαιώματα των καταδικασθέντων, επεχείρησε να επαναφέρει ο διακεκριμένος δικηγόρος Χριστόφορος Αργυρόπουλος, η άποψη του οποίου έχει βαρύνουσα αξία, καθώς ήταν πρόεδρος της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του νέου πολυσυζητημένου Ποινικού Κώδικα. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη για στέρησή τους στο νέο Κώδικα, ο νομικός στηλίτευσε εμμέσως πλην σαφώς την προσωποποίηση του θέματος, τη μετάθεση από το αντικείμενο στα υποκείμενα – «Αναρωτιέμαι ποια είναι η αναγκαιότητα της μετάθεσης αυτής», είπε.

Και εξήγησε: «Αν αφαιρέσουμε από τα πρόσωπα τη δυνατότητα του να είναι υποψήφιοι βουλευτές, αυτό θα αποτελέσει αποδοκιμασία των αντι-ιδεών της Χρυσής Αυγής; Η μήπως πρέπει να γυρίσουμε στην ποινική πλευρά του ζητήματος, που είναι αντικειμενική; Η καταδικαστική απόφαση αποδοκιμάζει τις εγκληματικές πράξεις ενός προσώπου, όχι το φρόνημα που εμψυχώνει αυτές τις πράξεις.

»Η νομική πραγματικότητα είναι αυτή, και διαφέρει από τη διάχυτη (σσ: εννοεί κοινωνική) αντίληψη. Τι ακριβώς θα προσέθετε σε αυτή την αποδοκιμασία μια παρεπόμενη ποινή στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων; Αν η σκέψη είναι ότι τα συγκεκριμένα πρόσωπα στα οποία εντοπίζεται η συζήτηση, θα κρατούσαν με την παρουσία τους ανοιχτό τον δρόμο προς την αμφισβήτηση της δημοκρατικής νομιμότητας, δεν τίθεται σωστά το θέμα. Η λαϊκή αποδοχή είναι το ζήτημα, και αν την επηρεάζουν. Εάν το ερώτημα είναι αν θα επηρέαζαν την λαϊκή αποδοχή, αμφιβάλλω για το αν υπάρχει αναλογία ανάμεσα σε μια ποινή στέρησης του πολίτη συμμετοχής στην πολιτική ζωή της χώρας (πολύ βαριά ποινή) σε σχέση με το ζητούμενο αποτέλεσμα – οι συγκεκριμένοι δεν θα είναι, θα είναι κάποια άλλα πρόσωπα. (…) Η μετάθεση του θέματος σε πρόσωπα δεν είναι επαρκής δικαιολογία, για την όλη συζήτηση. Αντί αυτών, θα είναι κάποια άλλα πρόσωπα. Οι ιδέες τους θα είναι ίδιες (…). Πρόκειται για πολιτικό θέμα που θα κριθεί με τις δημοκρατικές διαδικασίες», σημείωσε, υπέρμαχος σαφώς της θέσης ότι ο εκλογικός νόμος μπορεί να επιβάλει ανάλογους περιορισμούς στο εκλογικό δικαίωμα.

Η σπουδή για τις τροπολογίες

Ο Σπύρος Βλαχόπουλος, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δήλωσε πάντως ενοχλημένος από τη σπουδή κατάθεσης τροπολογιών, και ενώ θα έπρεπε να συνιστά αντικείμενο σοβαρής ανάλυσης το ποια αδικήματα μπορούν να επιφέρουν στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.

Ο ίδιος διευκρίνισε: «Το Σύνταγμα δεν αναφέρει τη στέρηση ως παρεπόμενη ποινή, αλλά ως συνέπεια της αμετάκλητης καταδίκης. Μπορεί να έλθει και τώρα ο εκλογικός νομοθέτης και να ορίσει ότι όποιος καταδικάζεται αμετακλήτως για συγκεκριμένα αδικήματα, στερείται των πολιτικών του δικαιωμάτων».

Θυμίζοντας, βάσει του Δημοσιοϋπαληλικού Κώδικα, το ότι στερείται ο εκάστοτε καταδικασθείς το δικαίωμα του να διοριστεί, να γίνει δημόσιος υπάλληλος, ακόμη και με πρωτόδικη καταδίκη, ακόμη και για πλημμέλημα, όπως αυτό της παράβασης καθήκοντος, ο κ. Βλαχόπουλος εντόπισε αντίφαση στη λογική που διέπει τον Ποινικό Κώδικα περί διευκόλυνσης επανένταξης του καταδικασθέντος – «θα πρέπει να υπάρχει συνολικότερη θεώρηση του ζητήματος», έκρινε.

«Όλοι συμφωνούμε ότι δεν προβλέπεται απαγόρευση κομμάτων», δήλωσε ως προς το κορυφαίο θέμα της ατζέντας. «Μήπως όμως μπορούμε να δώσουμε τη δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να μην ανακηρύσσει κάποιους συνδυασμούς; Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, δεν κατεβαίνουν στις εκλογές. (…) Ακόμη πάντως και χώρες στις οποίες το Σύνταγμα προβλέπει απαγόρευση κόμματος, η δυνατότητα ασκείται με περίσκεψη – όπως στη Γερμανία και τη σχετικά πρόσφατη κρίση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της, για ακροδεξιό κόμμα που κρίθηκε ότι δεν απειλεί τη Δημοκρατία».

Το παράλληλο σύμπαν της Χρυσής Αυγής

Απρόσμενα η κοσμήτορας της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και καθηγήτρια Ποινικού Δικαίου, Ελλη Συμεωνίδου-Καστανίδου, σκιαγράφησε την ανενόχλητη δράση της Χρυσής Αυγής, πριν από τη δολοφονία του μουσικού Παύλου Φύσσα, με την Αστυνομία και την Εισαγγελία, να παραμένουν τραγικά αδιάφορες. «Ηταν σαν να δρούσε σε παράλληλο σύμπαν», είπε χαρακτηριστικά, θυμίζοντας ότι παρά τις καταγγελίες διεθνών οργανισμών, ουδείς αντιδρούσε. «Αυτό ήταν το μεγάλο πρόβλημα. Χρειάστηκε, δεν θα έπρεπε να χρειαστεί, η δολοφονία Φύσσα για την ποινική διεργασία».

Η κυρία Συμεωνίδου-Καστανίδου δήλωσε μάλιστα μη αισιόδοξη για το τι έχει γίνει στην πραγματικότητα «από κάτω» (και μετά την καταδικαστική απόφαση), κάνοντας λόγο για εμπεδωμένες αντιλήψεις – ποιος δεν θυμάται αλλοτινή παρέλαση μελών του Λιμενικού σώματος, κατά την οποία η ιαχή για ράψιμο των ρούχων τους από δέρμα αλβανών, έσκιζε τον αέρα;

«Το Σύνταγμα και το άρθρο 29 καθιστά σαφές ότι τα κόμματα πρέπει να υπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του πολιτεύματος, δεν βλέπω γιατί να ιδρύονται κόμματα που δεν την υπηρετούν. Αρα, υπάρχει δικαίωμα για ίδρυση μηχανισμών σε βάρος της Δημοκρατίας; Θα ήταν μια εσωτερική αντίφαση. Η απαγόρευση δεν τέθηκε στο Σύνταγμα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αναγνωρίσθηκε δικαίωμα», τόνισε η καθηγήτρια, εκτιμώντας παράλληλα ότι δεν βλέπει πρόβλημα στον χώρο της εκλογικής νομοθεσίας για προϋποθέσεις, προκειμένου να συμμετάσχει ένα τέτοιο κόμμα στις εκλογές.

Θίγοντας το ζήτημα των πολιτικών δικαιωμάτων, η ίδια αναφέρθηκε στον Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα, και άλλους Κώδικες (πχ. για το εισαγγελικό σώμα) και τα κωλύματα διορισμού, σε πολύ πρώιμο στάδιο, πολύ πριν από την αμετάκλητη καταδίκη. «Να ορισθούν τα σχετικά με συγκροτημένο τρόπο στον εκλογικό νόμο, όπως στη Δημοσιοϋπαλληλική Νομοθεσία. Να γίνει ουσιαστική στάθμιση για το ποιος δεν θέλουμε να καταλαμβάνει τις δημόσιες θέσεις και να γίνει βουλευτής», υπογράμμισε η κυρία Συμεωνίδου – Καστανίδου.

Ο ορίζοντας 5ετίας και η 17Ν

«Η υπόθεση της Χρυσής Αυγής θα μας απασχολήσει μια πενταετία περίπου ακόμη, μέχρι να καθαρογραφεί η απόφαση και να διεξαχθεί η δίκη σε δεύτερο βαθμό – όχι λιγότερο από μια τριετία. Είναι ευθύνη πια των πολιτών, να κρίνουν τους υποψήφιους στις εκλογές», τόνισε παίρνοντας τη σκυτάλη της συζήτησης ο Βασίλης Μαρκής, επίτιμος αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου.
Ειδικό βάρος είχε ασφαλώς ο χαρακτηρισμός περί «νομικού λάθους» του κ. Μαρκή ως προς την πρόταση της εισαγγελέως στη δίκη της Χρυσής Αυγής, εξαιτίας του ότι διατυπώθηκε συλλήβδην για 56 κατηγορούμενους, χωρίς λέξη για τα επιμέρους πρόσωπα. Ο ίδιος αναγνώρισε πάντως το μεγαλείο του δικαστικού συστήματος μας, την άσκηση του δικαιώματος του εισαγγελέως, αλλά και την ελευθερία του δικαστηρίου να κρίνει.

Ενεργοποιώντας τη μηχανή του χρόνου, ο κ. Μαρκής μετέφερε τους ομιλητές στο 2001, οπότε και θεσπίστηκε η πρόβλεψη για τα περί εγκληματικής οργάνωσης με τον λεγόμενο «τρομο-νόμο» (άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα), με τον Μιχάλη Σταθόπουλου ως αρμόδιο υπουργό Δικαιοσύνης και τον ίδιο νομικό εισηγητή στην οικεία νομοπαρασκευαστική Επιτροπή. «Υπέστη bullying η Επιτροπή αυτή για τις προθέσεις της, από συγκεκριμένη εφημερίδα, δημοσιογράφους, πολιτικούς παράγοντες. Πάρα πολλούς από αυτούς, τους είδαμε έπειτα από ένα – δυο χρόνια μάρτυρες υπερασπίσεως της 17Ν, στην οποία είχα την τιμή να εκπροσωπώ την εισαγγελική αρχή. (…) Με το που είχαν αντιληφθεί κάποιοι ότι ο νόμος θα αντιμετωπίσει το οργανωμένο έγκλημα, όχι μόνο με τη μορφή που έδινε η Σύμβαση του Παλέρμο (με προσπορισμό οικονομικού οφέλους), αλλά συμπεριλαμβάνοντας και τη δράση τρομοκρατικών οργανώσεων, λίγο – λίγο απεχώρησαν και αυτοί που σήκωσαν όλο το βάρος ήταν τρία πρόσωπα. (..). Τότε δέχθηκε πολεμική, σήμερα εξυμνείται».

Κατηγορούμενοι και καταδικασθέντες

Η συζήτηση άναψε και φούντωσε, αφότου πήρε τον λόγο ο δικηγόρος Αντύπας Καρίπογλου. «Δεν έχουμε καταδίκη του νομικού προσώπου “Χρυσή Αυγή”, δεν έχουμε έννομο αποτέλεσμα για το νομικό πρόσωπο», υποστήριξε. «Είναι εσφαλμένη η αντίληψη ότι κρίθηκε παράνομη η Χρυσή Αυγή, και είναι φαιδρά όσα γίνονται και κλείνουν γραφεία δημοτικών παρατάξεων… Στο δικαστήριο καταδικάσθηκαν πρόσωπα που οργανωτικά συμπίπτουν με την ηγεσία του κόμματος. Αυτό που νομίζει ο κόσμος, ότι η ΧΑ τέθηκε εκτός νόμου, δεν ισχύει».

Ο κ. Καρίπογλου τοποθετήθηκε αντιδιαμετρικά, λέγοντας ότι «Δεν μπορεί ο εκλογικός νόμος να πει τίποτε περισσότερο ή τίποτε λιγότερο από ό,τι λέει το Σύνταγμα. (…) Το Σύνταγμα δεν επιτρέπει στον νομοθέτη να συρρικνώσει την έννοια του σχετικού άρθρου. (…) Το να συζητούμε το να απαγορευθεί η Χρυσή Αυγή, θα πρέπει να το κάνουμε πέρα από κάποια νομοθετική πρωτοβουλία. Να ανατεθεί στα δικαστήρια, να ερμηνεύσουν το Σύνταγμα κατά άλλο τρόπο και τότε να προβούμε σε απαγόρευση».

Η έκφραση που ξεσήκωσε πάντως τον κ. Αλιβιζάτο και τον Ανθόπουλο, ήταν αυτή με την οποία ο δικηγόρος χαρακτήρισε τους χρυσαυγίτες: «ρητά κατηγορούμενους», συνδέοντας την αθωότητα/ενοχή αποκλειστικά με την αμετάκλητη δικαστική απόφαση του μέλλοντος.

«Για όνομα του Θεού, είναι καταδικασθέντες από την περασμένη εβδομάδα!», αντέτεινε ο κ. Αλιβιζάτος. Σολομώντειο λύση, επέλεξε ο κ. Βενιζέλος, διατηρώντας την αβρότητα του οικοδεσπότη, της λογικής εξεύρεσης χρυσής τομής: «και καταδικασθέντες πρωτοδίκως αλλά και κατηγορούμενοι».

«Ειλικρινά εκπλήσσομαι, κριτήριο Δημοκρατίας για τον κ. Καρίπογλου, είναι να παρελαύνει στην πλατεία Συντάγματος κάποιο τάγμα εφόδου και να λέμε τι ωραία που τους ανεχόμαστε…», συνέχισε ο κ. Αλιβιζάτος. «Και το βράδυ των εκλογών!», ενίσχυσε το οπλοστάσιο από την πλευρά του ο κ. Ανθόπουλος.

Στη δευτερολογία του, ο κ. Αλιβιζάτος έδωσε έμφαση στην ηθική αποδοκιμασία, την απαξίωση, που πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο, πλάι στην καταδίκη. «Ως συνταγματολόγο με απασχολεί η εξατομίκευση : η ηθική απαξίωση του Μιχαλολιάκου, σε αντίθεση με τον βοηθό του βοηθού του Ρουπακιά (δολοφόνου του Φύσσα). Δεν με ενδιαφέρει απλώς η καταδίκη, αλλά η αποδοκιμασία (…) Αυτό το επιβάλλει το συνταγματικό δίκαιο, η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, και το άρθρο 5», είπε ο καθηγητής ανασύροντας από την ιστορική μνήμη τον γαλλικό θεσμό – αδίκημα της «εθνικής απαξίωσης» που είχε καθιερώσει ο στρατηγός Ντε Γκωλ την επαύριο της απελευθέρωσης, ουσιαστικά την ηθική αποδοκιμασία των συνεργατών με τους γερμανούς.

Τα συμπεράσματα και η ευθύνη του λαού

Ο κ. Βενιζέλος ανέλαβε να κλείσει τη συζήτηση ειρηνικά, συμπυκνώνοντας τα συμπεράσματα της. Με ξεκάθαρο το ότι απαγόρευση κόμματος δεν νοείται, νοείται μη κάθοδος στις εκλογές, ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης σημείωσε: «Όταν θέλουμε έναν υδραργυρικό δίκαιο, άλλοτε δρακόντειο, και άλλοτε επιεικές, ανάλογα με το κοινό αίσθημα, οδηγούμαστε στην κατάλυση και του κράτους δικαίου και της Δημοκρατίας. Χρειάζεται ψυχραιμία, νηφαλιότητα, όχι συγκυριακή και φευγαλέα προσέγγιση. Είμαστε ευτυχείς, είπε, ως δημοκράτες πολίτες ως προς την ποινική τιμωρία που υπέστη αυτή η εγκληματική οργάνωση. Ορθώς εκσυγχρονίστηκε ο Ποινικός Κώδικας. Προσβάλλουν την Επιστήμη και πρόσωπα υψηλού κύρους όσοι ισχυρίζονται ότι ο Κώδικας ήταν τέχνασμα, για να διευκολυνθεί η Χρυσή Αυγή. Ηταν προϊόν μακράς επιστημονικής επώασης, με μεγάλη ευθύνη. Δεν χρειαζόμασταν παρεπόμενη ποινή στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων. Ο εκλογικός νόμος εφαρμόζοντας το οικείο άρθρο του Συντάγματος μπορεί να προβλέψει με βάση την αρχή της αναλογικότητας, περιορισμούς στο εκλογικό δικαίωμα, με αμετάκλητη καταδίκη σε κύρια ποινή για ορισμένα εγκλήματα υψηλής απαξίας, και αυτό συμπαρασύρει και το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Τα θέματα της απαγόρευσης των πολιτικών κομμάτων είναι άκρως ευαίσθητα, και χρειάζονται πολύ προσεκτική προσέγγιση. Σίγουρα όμως μια εγκληματική οργάνωση δεν μπορεί να μετονομασθεί σε κόμμα».

Και πρόσθεσε ο κ. Βενιζέλος: «Εχουμε μπροστά μας πολύ χρόνο, έως την αμετάκλητη καταδίκη. Στο μεταξύ αυτό το διάστημα, μπορεί ο ελληνικός λαός να κληθεί να απαντήσει στο αν θέλει τη Χρυσή Αυγή μέσα στη Βουλή ή έξω από αυτή. Και καλά θα κάνει να έλθει αντιμέτωπος με το ερώτημα αυτό, για να δώσει την απάντηση σε όσους ασπάζονται τη νεοναζιστική ιδεολογία και κοσμοαντίληψη, ότι η καταδίκη δεν είναι μόνον ή πρωτίστως ποινική, αλλά είναι και μία καταδίκη αξιακή, και πολιτική και ποινική. Άλλο θέμα η απαγόρευση, άλλο θέμα οι προϋποθέσεις ίδρυσης. Δεν χρειάζονται γρήγορες κινήσεις, συγκυριακές. Η ποινική αντιμετώπιση του φαινομένου που λέγεται Χρυσή Αυγή, λειτούργησε παιδαγωγικά, προτρεπτικά προς την κατεύθυνση της δημοκρατικής ευαισθησίας, αποτρεπτικά ως την ανοχή των φαινομένων αυτών».

Ο ίδιος πάντως διατύπωσε ξανά και ξανά την ίδια θέση, με χροιά συγκεκαλυμμένης ανησυχίας: «Ο λαός πρέπει να βρίσκεται αντιμέτωπος με τις ευθύνες του».