783
Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και Ανίτα Έκμπεργκ στην εμβληματική σκηνή της «Dolce Vita» | Riama Film/Cinecittà

Η «Dolce Vita» εξήντα χρόνια μετά τον θρίαμβο στις Κάννες

Protagon Team Protagon Team 22 Μαΐου 2020, 07:50
Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και Ανίτα Έκμπεργκ στην εμβληματική σκηνή της «Dolce Vita»
| Riama Film/Cinecittà

Η «Dolce Vita» εξήντα χρόνια μετά τον θρίαμβο στις Κάννες

Protagon Team Protagon Team 22 Μαΐου 2020, 07:50

Πριν από 60 χρόνια, την 20η Μαΐου του 1960, ο Φεντερίκο Φελίνι ανέβηκε στην κεντρική σκηνή του Φεστιβάλ των Καννών για να παραλάβει τον Χρυσό Φοίνικα για την ταινία του «La Dolce Vita»: το αριστούργημα του ιταλού σκηνοθέτη με πρωταγωνιστή τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι που κατέληξε να αποτελεί σημείο αναφοράς μιας ολόκληρης εποχής, της περιόδου της «γλυκιάς ζωής» και των περιβόητων παπαράτσι της Ρώμης οι οποίοι καραδοκούσαν στη θρυλική Via Veneto της Ρώμης για να συλλάβουν τους αστέρες του κινηματογράφου σε ανέμελες ιδιωτικές στιγμές.

Το τέλος της ταινίας εκτυλίσσεται σε μια παραλία στην οποία μεταφέρεται ένα πάρτι μετά από μια επεισοδιακή βραδιά κραιπάλης και ασυδοσίας. Εκεί ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι συναντά ξανά τη νεαρή σερβιτόρα που μια μέρα τού είχε εκμυστηρευτεί σε ένα εστιατόριο ότι το όνειρό της ήταν να γίνει δακτυλογράφος.

Ο ήχος των κυμάτων, ωστόσο, καλύπτει την αδύναμη φωνή της νεαρής κοπέλας και ο πρωταγωνιστής της «Γλυκιάς Ζωής» αδυνατεί να την ακούσει. Την χαιρετάει από μακριά για να επιστρέψει αμέσως μετά στην παρέα του. Εκείνη συνεχίζει να τον κοιτάει καθώς απομακρύνεται και με το χαμόγελό της ολοκληρώνεται η ταινία.

Τότε η Βαλέρια Τσανγκοτίνι ήταν μόλις 14 χρονών και γνώριζε ελάχιστα για τον κινηματογράφο και τους ιδιόρρυθμους εκπροσώπους του. Σήμερα, ωστόσο, εξήντα χρόνια μετά θυμάται νοσταλγικά εκείνη την μοναδική εμπειρία που είχε την τύχη να βιώσει ως έφηβη.

Η Βαλέρια Τσανγκοτίνι στην τελευταία σκηνή της ταινίας

Κανένας δεν την είχε ενημερώσει πως η ταινία που θα κατέληγε στη συνέχεια να θεωρείται μία από τις καλύτερες στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου θα ολοκληρωνόταν με το δικό της πρόσωπο. «Οταν γυρίσαμε τη σκηνή στην παραλία η κινηματογραφική μηχανή λήψης ήταν αρκετά μακριά, οπότε δεν το αντιλήφθηκα», θυμάται σήμερα η Τσανγκοτίνι, μιλώντας στη La Repubblica. «Στη συνέχεια όταν με είδα στην οθόνη, εντυπωσιάστηκα με το πρόσωπό μου», πρόσθεσε η ιταλίδα ηθοποιός.

Στην «Γλυκιά Ζωή» υποδύθηκε την Πάολα, μια σερβιτόρα από τη Ούμπρια και συμμετείχε μόνο σε δύο σεκάνς. «Γύρισα δύο σκηνές με τον Μαστρογιάνι και παραβρέθηκα λίγες φορές στο πλατό. Γνώριζα πως είχαν προκύψει προβλήματα, άλλα όταν γύρισα εγώ τις σκηνές μου ήταν οι τελευταίες ημέρες της όλης διαδικασίας. Επρόκειτο για τις τελευταίες λήψεις και η ατμόσφαιρα ήταν χαλαρή, ιδιαίτερα ευχάριστη. Ο Φελίνι ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, μας φώναζε όλους με παρατσούκλια, εμένα “Παολίνα”, ήταν αξιαγάπητος».

Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στην παραλία με την παρέα του, προσπαθεί αλλά αδυνατεί να ακούσει την Βαλέρια Τσανγκοτίνι, στο χαρακτηριστικό φινάλε της ταινίας

Η Βαλέρια Τσανγκοτίνι επιλέχθηκε μεταξύ χιλιάδων, κυριολεκτικά, κοριτσιών. «Είχε δημοσιευτεί στις εφημερίδας κάτι σαν αγγελία που ανέφερε ότι ο Φελίνι έψαχνε μια κοπελίτσα ηλικίας από 12 έως 14 ετών. Στη συνέχεια το γεγονός επισημάνθηκε και σε μια εκπομπή της RAI για τον κινηματογράφο και όλοι γύρω μου μου έλεγαν πως ήμουν η πιο κατάλληλη και πως έπρεπε τουλάχιστον να δοκιμάσω. Επεισα τη μητέρα μου και πήγαμε. Αμέσως μόλις με είδε ο Φελίνι είπε “αυτή είναι!”. Στη συνέχεια γύρισα κάποια δοκιμαστικά πλάνα και μετά από λίγο με επέλεξαν οριστικά. Υπήρχαν 4.000 κορίτσια που ήθελαν αυτόν τον ρόλο. Ετσι ήταν ο κινηματογράφος εκείνη την εποχή», αναπόλησε.

Θυμήθηκε επίσης την πρώτη προβολή της ταινίας, αρχικά στη Ρώμη και μετά στο Μιλάνο. «Στη Ρώμη πήγε αρκετά καλά, τα συρίγματα αποδοκιμασίας ήταν λιγότερα από τα χειροκροτήματα. Αντιθέτως στο Μιλάνο ήταν καταστροφή, σφυρίγματα, γιουχαΐσματα, προσβολές, επρόκειτο για μια κατάσταση ντροπιαστική. Εμεινα άναυδη, θεωρούσα πως η ταινία ήταν υπέροχη και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί αντιδρούσαν τόσο άσχημα. Η συμπεριφορά τους ήταν υπερβολική και βίαιη».

Μετά την «Dolce Vita» η Βαλέρια Τσανγκοτίνι τελείωσε το σχολείο και στράφηκε αμέσως στην ηθοποιία, συμμετέχοντας σε δεκάδες ταινίες και άλλες τόσες τηλεοπτικές σειρές, έως την ημέρα που αντιλήφθηκε πως το πάθος της ήταν τελικά το θέατρο.

Ο Φελίνι στα γυρίσματα της «Dolce Vita»

«Εχω υπέροχες αναμνήσεις από τα γυρίσματα του Φελίνι, ήταν όλοι τους προσηνείς και ευγενικοί, αλλά δεν ήταν πάντα όλα ειδυλλιακά στον κινηματογράφο. Μετά τη συνεργασία μου με τον Ροζέ Βαντίμ (στο “Βίτσιο και Αρετή” το 1962) συμμετείχα και σε άλλες ταινίες παγκόσμιας ακτινοβολίας, δούλεψα πολύ στη Γαλλία και στη Γερμανία, αλλά μετά κατάλαβα πως έπρεπε να ασχοληθώ με το θέατρο, ήθελα να εξελιχθώ καλλιτεχνικά. Γράφτηκα σε μια θεατρική σχολή και από τότε έως σήμερα αυτή ήταν η ζωή μου», εξήγησε, αναγνωρίζοντας, ωστόσο, πως το ντεμπούτο της υπό τις υποδείξεις του Φελίνι ήταν συναρπαστικό.

«Η “Dolce Vita” ήταν μια εκθαμβωτική ταινία σε διεθνές επίπεδο, προβαλλόταν διαρκώς από νωρίς το πρωί έως τη μία το βράδυ ενώ υπήρχαν διαρκώς ουρές έξω από τα ταμεία. Μια τέτοια αρχή δεν θα μπορούσα να τη διανοηθώ, θεωρώ πως στάθηκα τυχερή. Αυτή η ταινία αποτέλεσε ένα ιδανικό εφαλτήριο και καθόρισε πολλές από τις μετέπειτα επιλογές μου».