Λατινική Αμερική: H «πίσω αυλή» της CIA
Λατινική Αμερική: H «πίσω αυλή» της CIA
Mια μακρά ιστορία «αγάπης, κατάχρησης και βίας» αναφέρει σε ανάλυσή του ο Πάολο Βαλεντίνο της Corriere della Sera, περιγράφοντας τις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με τη Λατινική Αμερική. Οι βάσεις τέθηκαν το μακρινό 1823, όταν ο Τζέιμς Μονρόε, ο 5ος πρόεδρος των ΗΠΑ, διατύπωσε το δόγμα που επρόκειτο να πάρει το όνομά του, κηρύσσοντας τη Λατινική Αμερική απαγορευμένη ζώνη για τις αποικιακές δυνάμεις της Ευρώπης. Οι θεωρητικοί του δόγματος, κυρίως ο μετέπειτα πρόεδρος και τότε υπουργός Εξωτερικών Τζον Κουίνσι Ανταμς, το έβλεπαν ως μια διακήρυξη της ηθικής εναντίωσης των ΗΠΑ στην αποικιοκρατία.
Ωστόσο το 1904 ο Θίοντορ Ρούζβελτ, ο 26ος πρόεδρος των ΗΠΑ, το ενίσχυσε σημαντικά, εδραιώνοντας το δικαίωμα των Αμερικανών να παρεμβαίνουν στις εσωτερικές υποθέσεις των χωρών της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής με στόχο (δήθεν) τη διατήρηση της τάξης και της σταθερότητας και με την Ουάσιγκτον να αναλαμβάνει, πρακτικά, χρέη σερίφη σε ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο.
Και εσχάτως, κατά τη διάρκεια της προηγούμενης χρονιάς, ο Ντόναλντ Τραμπ το τελειοποίησε ή μάλλον το εξέλιξε σε αυτό που ήδη αποκαλείται Δόγμα Ντονρόε, ένα πραγματικό «σχέδιο μάχης», όπως το χαρακτηρίζει ο ιταλός δημοσιογράφος, στο πλαίσιο του οποίου το Δυτικό Ημισφαίριο αντιμετωπίζεται ως προέκταση της επικράτειας των ΗΠΑ, όπου ο Λευκός Οίκος μπορεί να ενεργεί – επειδή μπορεί – μονομερώς εναντίον πραγματικών ή υποτιθέμενων εχθρών ή απλώς για να εξυπηρετεί τα όποια συμφέροντά του.
Μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο ο Τραμπ εξαπέλυσε αντιτρομοκρατικές μονάδες κατά καρτέλ ναρκωτικών και εγκληματικών συμμοριών, ενέκρινε διάφορες μυστικές επιχειρήσεις της CIA, προέβη σε μια πρωτοφανή, εδώ και δεκαετίες, συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων στην Καραϊβική και τιμώρησε αξιωματούχους που υποτίθεται πως διάκεινται εχθρικά στις ΗΠΑ με ταξιδιωτικούς περιορισμούς και κυρώσεις, από την Μπογκοτά έως τη Μπραζίλια.
Οσον αφορά την πρόσφατη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο, εάν η ιστορία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής τον τελευταίο αιώνα διδάσκει κάτι πέρα από κάθε αμφιβολία, αυτό είναι ότι η βίαιη ανατροπή από το εξωτερικό ακόμη και των πιο καταπιεστικών καθεστώτων κατά κανόνα επιδεινώνει την κατάσταση.
Εξαίρεση αποτελεί, όπως θυμίζει ο Πάολο Βαλεντίνο, η εισβολή των ΗΠΑ στον Παναμά το 1989, καθώς η σύλληψη του ναρκω-δικτάτορα (και συνεργάτη, επί σειρά ετών, των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών) Μανουέλ Νοριέγκα, είχε ως αποτέλεσμα τον εκδημοκρατισμό της χώρας της Κεντρικής Αμερικής.
Ομως οι περισσότερες από τις επεμβάσεις -φανερές ή μυστικές- των ΗΠΑ, κυρίως μέσω της CIA, με στόχο την αλλαγή καθεστώτος σε κάποια χώρα της Λατινικής Αμερικής, είχαν κάθε άλλο παρά θετικό αντίκτυπο. Ειδικά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου οι ΗΠΑ υποστήριξαν ενεργά δεκάδες απόπειρες πραξικοπήματος εναντίον αριστερών κυβερνήσεων, οι συνέπειες συχνά ήταν ολέθριες, «εκατοντάδες χιλιάδες θάνατοι, εμφύλιοι πόλεμοι, καταπιεστικά και αιματηρά καθεστώτα, αυξανόμενη φτώχεια και ακραίες ανισότητες», όπως συνοψίζει ο Πάολο Βαλεντίνο, παραθέτοντας μια σειρά από κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικά για το μέλλον της Βενεζουέλας παραδείγματα.
Γουατεμάλα 1954
Στις 27 Ιουνίου του 1954, ο συνταγματάρχης και εκλεγμένος πρόεδρος της Γουατεμάλας Χακόμπο Αρμπένζ Γκουζμάν, ανατράπηκε από μισθοφόρους που είχαν εκπαιδευτεί και χρηματοδοτούνταν από τις μυστικές υπηρεσίες της Ουάσιγκτον, μετά από μια αγροτική μεταρρύθμιση που απειλούσε τα συμφέροντα της ισχυρής αμερικανικής εταιρείας United Fruit Corporation (μετέπειτα Chiquita Brands). Το πραξικόπημα ακολούθησε ένας εμφύλιος πόλεμος διάρκειας 36 ετών. Η εμπλοκή της CIA αναγνωρίστηκε επίσημα μόλις το 2003.
Κούβα 1961
Εχοντας εγκριθεί από τον πρόεδρο Αϊζενχάουερ, το σχέδιο εκπαίδευσης εξόριστων αντιφρονούντων Κουβανών με στόχο να εισβάλουν στην Κούβα και να ανατρέψουν τον Φιντέλ Κάστρο κατέληξε στο γραφείο του Τζον Φ. Κένεντι, ο οποίος έδωσε, τελικά, το πράσινο φως, αν και απρόθυμα.

Η εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων, τον Απρίλιο του 1961, απέτυχε παταγωδώς, με τους επιτιθέμενους να κατατροπώνονται από τον κουβανικό στρατό. «Η νίκη έχει πολλούς πατέρες· η ήττα είναι πάντα ορφανή», είχε δηλώσει ο Κένεντι, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για το φιάσκο.
Βραζιλία 1964
Η CIA χρηματοδότησε και εκπαίδευσε επίσης τις αντικομμουνιστικές ομάδες που οργάνωσαν το επιτυχημένο πραξικόπημα κατά του προέδρου Ζοάο Γκουλάρ, την άνοιξη του 1964, συμβάλλοντας, έτσι, στην εγκαθίδρυση μιας στρατιωτικής δικτατορίας που θα διαρκούσε πάνω από είκοσι χρόνια, μέχρι τον Μάρτιο του 1985.
Χιλή 1973
Εχοντας αιφνιδιαστεί από την επικράτηση του σοσιαλιστή Σαλβαδόρ Αλιέντε στις προεδρικές εκλογές του 1970, η κυβέρνηση του Ρίτσαρντ Νίξον αποφάσισε να αντιδράσει αποφασιστικά.
Οπως αποκαλύφθηκε, όταν αποχαρακτηρίστηκαν τα σχετικά έγγραφα, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν αυτός που διέταξε τη CIA να δημιουργήσει το κλίμα για ένα στρατιωτικό πραξικόπημα, διαθέτοντας εκατομμύρια δολάρια σε εκστρατείες παραπληροφόρησης και για να σαμποτάρει την οικονομία της Χιλής, μέσω της χρηματοδότησης απεργιών και διαμαρτυριών.

Τελικά το πραξικόπημα της 11ης Σεπτεμβρίου του 1973 είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του Αλιέντε – αυτοκτόνησε μέσα στο προεδρικό μέγαρο της χώρας – και την επιβολή της βάναυσης δικτατορίας του Αουγκούστο Πινοσέτ. Ο χιλιανός δικτάτορας επρόκειτο να αναζωογονήσει την οικονομία, εφαρμόζοντας τις μονεταριστικές συνταγές της Σχολής του Σικάγου, αλλά το τίμημα ήταν ένα από τα πιο βίαια και καταπιεστικά καθεστώτα στην ιστορία τη Λατινικής Αμερικής, με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, βασανισμένους, φυλακισμένους και εξόριστους.
Επιχείρηση Κόνδωρ (1975-1983)
Ενδέχεται να είναι το πιο «ατιμωτικό», όπως το χαρακτηρίζει ο ιταλός δημοσιογράφος, κεφάλαιο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ στη Νότια Αμερική. Υποστηρίζοντας ενεργά έξι δικτατορίες – στην Αργεντινή, στη Χιλή, στην Ουρουγουάη, στην Παραγουάη, στη Βολιβία και τη Βραζιλία – οι Ηνωμένες Πολιτείες συμμετείχαν στη δημιουργία ενός διακρατικού δικτύου με στόχο τη δίωξη πολιτικών αντιφρονούντων, αριστερών ηγετών, ακόμη και απλών συμπαθούντων του κομμουνισμού, όπου κι αν βρίσκονταν, μέσω της χρήσης μιας κοινής βάσης δεδομένων που επέτρεπε στους διώκτες τους να παρακολουθούν τις κινήσεις τους και να τους εντοπίζουν. Οσον αφορά τον απολογισμό της πολυετούς επιχείρησης, ορισμένες πηγές κάνουν λόγο για τουλάχιστον 60.000 θανάτους.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
