1860
Βενιζέλος, Μυτιληναίος, Ρέτσος και Καραβίας συζήτησαν το παρόν και το μέλλον της ελληνικής οικονομίας | ΥοuTube/Ευάγγελος Βενιζέλος/CreativeProtagon

Θα ανακάμψουμε το 2021; Ή θα πρέπει να περιμένουμε ως το… 2023;

Ελευθερία Κόλλια Ελευθερία Κόλλια 23 Σεπτεμβρίου 2020, 09:50
Βενιζέλος, Μυτιληναίος, Ρέτσος και Καραβίας συζήτησαν το παρόν και το μέλλον της ελληνικής οικονομίας
|ΥοuTube/Ευάγγελος Βενιζέλος/CreativeProtagon

Θα ανακάμψουμε το 2021; Ή θα πρέπει να περιμένουμε ως το… 2023;

Ελευθερία Κόλλια Ελευθερία Κόλλια 23 Σεπτεμβρίου 2020, 09:50

Το ερωτηματικό δεν ήταν απλώς ένα σημείο στίξης στον τίτλο του τέταρτου συνεδρίου του Κύκλου Ιδεών, «Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΤΑ IV: Μετά (;) την πανδημία». Μετετράπη σε νύξη χρονική, τροφή για προβληματισμό σε μακρύ ορίζοντα, κεντρομόλο δύναμη.

Το Protagon παρακολούθησε τη συζήτηση υπό τον τίτλο «Η πανδημία και οι αντοχές της ελληνικής οικονομίας – Η επόμενη μέρα», που διεξήχθη διαδικτυακά ασφαλώς, κατά τη δεύτερη ημέρα του συνεδρίου (την Τρίτη το απόγευμα), με ομιλητές τον διευθύνοντα σύμβουλο της Eurobank Φωκίωνα Καραβία, τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο του Ομίλου ΜYTILINEOS, Ευάγγελο Μυτιληναίο, τον πρόεδρο του ΣΕΤΕ καθώς και CEO των Electra Hotels & Resorts Γιάννη Ρέτσο, οικοδεσπότης-συντονιστής, ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος, πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης καθώς και πρώην υπουργός Οικονομικών. 

«Η Ελλάδα Μετά», μόνο που τη φορά αυτή, το Μετά είναι στον κύβο», είπε ο κ. Βενιζέλος, προλογίζοντας τη συζήτηση. Και κύβος θα πει, μετά την κρίση της δεκαετίας 2009 – 2019, αλλά και μετά την –τρέχουσα, ακόμη– κρίση της πανδημίας, με τις τόσο έντονες επιπτώσεις.

Ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αναζήτησε το νήμα που θα συνέδεε τη συζήτηση με αντίστοιχη που διεξήχθη στις αρχές Απριλίου με την ίδια σύνθεση, και τον ιό να έχει αιφνιδιάσει τον πλανήτη. Πιάνοντας το, έθεσε τους συμμετέχοντες ομιλητές σε μια ενδιαφέρουσα αναμέτρηση με τις τότε προβλέψεις και εκτιμήσεις τους —σήμερα, που τα δεδομένα είναι περισσότερα, και η πανδημία έχει αναζωπυρωθεί. Ο κ. Βενιζέλος τους κάλεσε να εκτιμήσουν αν το 2021 θα είναι πράγματι έτος ανάκαμψης, ή αν θα πρέπει να περιμένουμε το 2022 και το 2023 για την πολυπόθητη επιστροφή στην κανονικότητα. «Η αγορά είναι άλλωστε αυτή που έχει όσφρηση. Η αγορά, και άρα η κοινωνία, έχουν αισθήματα, οι πραγματικοί άνθρωποι, τα πραγματικά νοικοκυριά, οι πραγματικές επιχειρήσεις», υπογράμμισε ο ίδιος, ζητώντας κυρίως πρακτικά συμπεράσματα από τη μέχρι σήμερα εικόνα. 

Με πρόσημο «αυτονόητης αβεβαιότητας» (λόγω της δυναμικής της πανδημίας), ο κ. Καραβίας διατύπωσε τις εκτιμήσεις του συμπυκνωμένα-κωδικοποιημένα ως προς τις τέσσερις βασικές μεταβλητές της οικονομίας της χώρας: ύφεση – θα παραμείνει μονοψήφια, στο ποσοστό περίπου του 8%. Ελλειμμα, επίσης μονοψήφιο. Χρέος – χαμηλότερο του ψυχολογικού ορίου του 200%. Διαθέσιμα Δημοσίου, το περίφημο «μαξιλάρι» – δεν θα υποχωρήσει κάτω των 30 δισ. ευρώ, στο τέλος του 2020. «Αν δεν υπάρξει κάποια απρόβλεπτη επιδείνωση, τα παραπάνω είναι επιτεύξιμα», δήλωσε. 

Ο κ. Καραβίας χαρακτήρισε επίτευγμα την αντιμετώπιση της ύφεσης, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο (με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να έχει χορηγήσει άπλετη ρευστότητα στο σύστημα, τα επιτόκια να παραμένουν χαμηλά στο πλαίσιο του προγράμματος επαναγοράς κρατικών τίτλων, και το Δημόσιο να δανείζεται απρόσκοπτα, με πάρα πολύ μικρό κόστος), ενώ αναφέρθηκε με αισιοδοξία στα μέτρα στήριξης στην Ελλάδα, ποσού μεγαλύτερου των 17 δισ. ευρώ, που υποστηρίζουν το ΑΕΠ (αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους για τον οποίο θα παραμείνει μονοψήφιο φέτος). 

Αξιοσημείωτο, από όσα είπε ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank, είναι ότι το τραπεζικό σύστημα έχει κινηθεί στην κατεύθυνση χρηματοδότησης επιχειρήσεων  και αυτοτελώς, και μέσω συμμετοχής στα προγράμματα στήριξης, διοχετεύοντας ποσά σε 20.000 επιχειρήσεις. «Υπάρχει μια κριτική ότι αυτό είναι ένα μικρό νούμερο», σημείωσε, «πιστεύω όμως ότι αυτός είναι ο αριθμός που πληροί και τα κριτήρια των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, και τα κριτήρια των τραπεζών. Αυτές είναι οι επιχειρήσεις, που προσφέρουν απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα, που αποτελούν τον βασικό εργοδότη, που έχουν τη μέγιστη συνεισφορά στο ΑΕΠ της χώρας». 

Ο ίδιος στάθηκε ιδιαίτερα στην κίνηση του τραπεζικού συστήματος αναστολής των τοκοχρεωλυσίων, για πληγέντα νοικοκυριά ή πληγείσες επιχειρήσεις, με περίμετρο αναστολών τα 20 δισ. ευρώ, τονίζοντας ότι από πλευράς Εurobank η ισχύς του μέτρου για ξενοδοχειακές επιχειρήσεις έχει επεκταθεί και για το 2021.

Ως προς το διά ταύτα της συζήτησης, τις αντοχές δηλαδή της ελληνικής οικονομίας, ο κ. Καραβίας εναπόθεσε το μέλλον σε τρείς ράγες: στον τραπεζικό κλάδο, τις ευκαιρίες που αναδύονται από το πακέτο των «ευρωπαϊκών» 32 δισ. ευρώ (επενδύσεις, ιδιωτικοποιήσεις), τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. 

Ο ομιλητής, αναφερόμενος στο καυτό ζήτημα των κόκκινων δανείων, εξέφρασε αισιοδοξία (τα πράγματα είναι αδιαμφισβήτητα καλύτερα από ό,τι στην αρχή της οικονομικής κρίσης, πριν από μια δεκαετία), υπογραμμίζοντας το πόσο κρίσιμο είναι «να μην έχουμε νέα γενιά κόκκινων δανείων. Έχουν ακουστεί εκτιμήσεις περίπου για 10 δισ., νωρίτερα ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννης Στουρνάρας αναφέρθηκε σε 8-10 δισ. ευρώ, άποψη μου είναι ότι πρέπει να στοχεύσουμε σε κάτι πιο φιλόδοξο, σε κόκκινα δάνεια λιγότερα των 5 δισ.», είπε χαρακτηριστικά. «(…) Είναι εξαιρετικά κρίσιμο να διαφυλάξουμε και να προάγουμε την κουλτούρα πληρωμών, να μην κάνουμε βήματα πίσω». 

Παίρνοντας τη σκυτάλη, ο κ. Μυτιληναίος κατέθεσε την εκτίμησή του μέσα από το πρίσμα του παγκόσμιου περιβάλλοντος: «Υπάρχει αιφνιδιασμός για την οξύτητα και ταχύτητα της πανδημίας σε πολλές περιοχές (Αμερική, Ευρώπη), παράμετροι που έχουν αφήσει τους αναλυτές και όσους κάνουν προβλέψεις με ένα ερωτηματικό, για το αν θα έρθει η ανάκαμψη το 2021 ή αργότερα». 

Σημειώνοντας ότι «είμαστε ακόμη σε αχαρτογράφητα νερά», ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου Μυτιληναίος τόνισε ότι «οι παγκόσμιες αγορές και η παγκόσμια οικονομία έχουν αντιδράσει με πρωτοφανή ταχύτητα και καλά ανακλαστικά, ενήργησαν γρήγορα και αποφασιστικά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να έχουμε άνοδο των χρηματιστηρίων που λειτουργούν ως προεξοφλητικοί μηχανισμοί, όχι πάντα, συνήθως όμως προεξοφλούν ότι θα έχουμε λύση στο πρόβλημα. Θα έδινα λιγότερη σημασία στις εξελίξεις ομολόγων και επιτοκίων στα κρατικά ομόλογα, επειδή δεν αντανακλούν την οικονομία, όσο οι μετοχές – όχι στην Ελλάδα».

Ο ίδιος μίλησε θερμά για τη στάση της κυβέρνησης –«Η κυβέρνηση έχει κάνει ό,τι μπορεί να κάνει, στο πεδίο της ύφεσης»–, ενώ έθεσε καίριο ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αντιδράσει μια χώρα, δημοσιονομικά και νομισματικά. «Σε νομισματικό επίπεδο, η Ελλάδα δεν μπορεί να κάνει κάτι, καθώς έχουμε ευρώ και δεν μπορούμε να τυπώσουμε χρήμα – ίσως και καλώς. Τι μπορούμε να κάνουμε; Υπάρχει το Ταμείο Ανάκαμψης (Recovery and Resilience Facility – RRF). Η Ελλάδα είναι από τους κερδισμένους, καθώς αναγνωρίστηκε ότι επλήγη περισσότερο και δυσανάλογα από την πανδημία. Πρέπει να εστιάσουμε στο μηχανισμό ανάκαμψης. Οι Βρυξέλλες δεν έχουν καταλήξει σε βασικά σημεία αυτού του μηχανισμού, πιέζουν τις χώρες να υποβάλουν σχέδια. Η Ελλάδα δεν πρέπει να περιμένει να οριστικοποιήσουν οι Βρυξέλλες τα guidelines, εμείς πρέπει να συντάξουμε το δικό μας Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και να το υλοποιήσουμε». 

Με συνδετήρια παρατήρηση, ο κ. Βενιζέλος ζήτησε από τους ομιλητές να μπουν σε τροχιά μέλλοντος, όταν θα έχουμε πια επανέλθει στην κανονικότητα. Σημείωση-κλειδί; Οι δημοσιονομικές ανισότητες που ήδη παρατηρούνται σε πλείστες όσες κρατικές ενισχύσεις : σε σύνολο επιχορηγήσεων 2 δις ευρώ, οι μισές είναι γερμανικές. «Προοιωνίζεται μια ανισότητα μετά το τέλος της κρίσης», είπε ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, καλώντας σε προετοιμασία την προσεχή διετία, με αναδιάρθρωση και μεταρρυθμίσεις. 

Σε κάθε περίπτωση, αίσθηση προκάλεσε η επαμφοτερίζουσα τοποθέτηση  του κ. Ρέτσου, εκπροσώπου του κλάδου του Τουρισμού που επλήγη όσο κανένας άλλος. «Διαβάσαμε, και εμείς και η κυβέρνηση, σωστά τις εξελίξεις», σημείωσε, εκφράζοντας την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι το Ταξίδι, έστω κατά ένα τμήμα του, έγινε πραγματικότητα (δεν κρατήθηκαν κλειστά τα σύνορα, λειτούργησε η μετακίνηση). Παραδέχθηκε όμως στη συνέχεια  ότι η επιδείνωση –από τον Ιούλιο– της πανδημίας, όχι μόνο δεν επέτρεψε το άνοιγμα νέων αγορών, αλλά υπαγόρευσε και το κλείσιμο άλλων, με χώρες σε καραντίνα όπως αυτές του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ολλανδίας. Μίλησε για αβεβαιότητα, και για τεράστια ζημιά στον κλάδο, ενώ προέβη σε ασφαλή –όπως είπε– πρόβλεψη ότι τα έσοδα από το εξωτερικό θα κινηθούν συνολικά στα 3 δισεκατομμύρια ευρώ. Εξέφρασε ωστόσο την πεποίθηση, ιδίως με τη δεύτερη τοποθέτησή του ότι η Ελλάδα μπορεί να επανακάμψει δριμύτερη, πιο δριμεία και από ό,τι ήταν πριν από την έναρξη της περιπέτειας με τον ιό: «Από το 2022 και μετά, μπορεί η Ελλάδα να γίνει μεγαλύτερος παίκτης από ό,τι ήταν πριν», ισχυρίστηκε.

«Δεν μπορούμε με ασφάλεια να προβλέψουμε το τέλος, ακόμη και στο πιο θετικό σενάριο (ότι θα έχουμε άμεσα εμβόλιο)», είπε χαρακτηριστικά. «Δεν ξέρουμε σε ποια κατάσταση θα είναι τότε η τουριστική αλυσίδα (οι tour operators, οι αεροπορικές συνδέσεις, τα ξενοδοχεία), τι capacity θα έχουν οι μεγάλοι παίκτες  το 2021». Ούτε λίγο – ούτε πολύ, ο κ. Ρέτσος πρόβαλε θεωρητικά μια συνθήκη στο δεύτερο τρίμηνο του επόμενου έτους, κατά την οποία ίσως να μην υπάρχει τρόπος να ταξιδέψουν όλοι αυτοί που καλώς εχόντων των πραγμάτων θα θέλουν να ταξιδέψουν, για τον απλούστατο λόγο ότι το capacity των αεροπορικών εταιρειών μπορεί να φθάνει στο 60% των σημερινών τους δυνάμεων. 

«Οι επιχειρήσεις του Τουρισμού είναι βαθιά τραυματισμένες, ψυχολογικά είναι νωρίς για σχέδια. Είναι όμως σημαντικό ότι δεν είδαμε απολύσεις, τα μέτρα της κυβέρνησης βοήθησαν. Απαιτούνται και άλλα. (…) Και σαφώς, υπάρχει το Ταμείο Ανάκαμψης». 

Το μεγάλο στοίχημα της χώρας

Ομολογώντας ότι υπήρχε ανοικτή γραμμή επικοινωνίας με τον κ. Ρέτσο, καθημερινά, εν μέσω πανδημίας, με έγνοια για τον Τουρισμό, ο κ. Καραβίας πέρασε στη δευτερολογία του, για να προσδιορίσει εκεί το μεγάλο στοίχημα της χώρας: τις επενδύσεις. Απαντώντας στην ουσία στο ερώτημα Βενιζέλου ως προς το αν ο τραπεζικός τομέας μπορεί να προβεί σε «μόχλευση», ώστε να αξιοποιηθούν τόσο τα ποσά του Ταμείου Ανάκαμψης, όσο και αυτά του ΕΣΠΑ, ο κ. Καραβίας μίλησε καταρχάς περί επιτυχίας της κυβέρνησης να εξασφαλίσει αυτό το ποσό (σ.σ.: του Ταμείου). 

«Η δυσκολία πλέον δεν θα είναι στην εξεύρεση κεφαλαίων. (…) Που είναι το πρόβλημα ; Πρέπει να εντοπίσουμε ποιες είναι εκείνες οι επενδύσεις, που μπορούν να απορροφήσουν το ποσό αυτό. Δεν έχουμε πρόβλημα χρηματοδότησης πλέον, έχουμε πρόβλημα στο να εντοπίσουμε τις κατάλληλες επενδύσεις, να τις καταστήσουμε ώριμες, να παρακάμψουμε γραφειοκρατικά και διοικητικά εμπόδια. Νομίζω, αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της χώρας. Χρειαζόμαστε φυσικά δημόσιες επενδύσεις, και δίπλα σε αυτές και ιδιωτικές επενδύσεις». 

Αναδεικνύοντας ως θετικές τις μέχρι σήμερα ενδείξεις, ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank αναφέρθηκε σε μεγάλα έργα που έχουν δρομολογηθεί όπως το Ελληνικό (έργο το οποίο έχει στηρίξει χρηματοδοτικά η Eurobank), ενώ εστίασε και στην κινητικότητα από ξένα funds που θέλουν να επενδύσουν στη χώρα, είτε στον χώρο των κατασκευών, είτε σε αυτόν της βιομηχανίας. Υπογράμμισε τις εν εξελίξει ιδιωτικοποιήσεις, όπως αυτή των Ναυπηγείων, και στάθηκε στο «παράθυρο ευκαιρίας» που ανοίγει η απολιγνιτοποίηση της χώρας, σε σχετικά υποβαθμισμένες περιβαλλοντικά περιοχές όπως ήταν η Φλώρινα, η Κοζάνη, η Αρκαδία. Από πλευράς επενδυτικού μεγέθους αυτό το project μπορεί να αποτελέσει ένα δεύτερο Ελληνικό. (…) Είναι πολύ σημαντικό ότι ήδη 16 μεγάλες επενδύσεις για τις παραπάνω περιοχές είναι έτοιμες προς υποβολή». 

Η ευκαιρία και η εθνική συσπείρωση

«Η κρίση δίνει μοναδική ευκαιρία για μεταρρυθμίσεις –πάντα ισχύει αυτό, το ξέρετε κι εσείς από την Πολιτική–, πρέπει η κυβέρνηση να την αρπάξει από τα μαλλιά«, επεσήμανε από την πλευρά του ο κ. Μυτιληναίος, εκτιμώντας παράλληλα ότι «με καταλύτη την πανδημία, θα γίνει επιχειρηματικό ξεσκαρτάρισμα». 

Και πρόσθεσε: «Είμαστε σε μια μοναδική συγκυρία που μας ταλαιπωρεί αφάνταστα, αλλά και δημιουργεί καλές προϋποθέσεις για την επόμενη μέρα. Η χώρα διέρχεται τριπλής κρίσης: Ελληνοτουρκικών, υγειονομική/πανδημίας, και οικονομική ως παρεπόμενο της πανδημίας. Πριν από έναν χρόνο κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι μπορούσαν να συμβούν αυτά τα τρία μαζί. Διαβλέπω ωστόσο μια εθνική συσπείρωση. Δεν υπάρχουν παραταξιακές διαφορές σε αυτό που αντιμετωπίζουμε, δεν φταίει κάποιος για την κρίση στα ελληνοτουρκικά ή την πανδημία. Είναι, λοιπόν, μοναδική η ευκαιρία συσπείρωσης. Η κυβέρνηση δεν έχει να κατηγορήσει για κάτι την αντιπολίτευση, όπως κι η αντιπολίτευση να κατηγορήσει την κυβέρνηση. Και αυτή η σύμπνοια και ομόνοια πρέπει να μετουσιωθεί σε εθνική στάση».