2223
O Σόιμπλε ως πρόεδρος της Μπούντεσταγκ | Photo by Popow/ullstein bild via Getty Images

Βόλφγκανγκ Σόιμπλε: Ο επίλογος ενός γερμανού θρύλου

Protagon Team Protagon Team 27 Δεκεμβρίου 2023, 10:17
ΕΝΗΜΕΡΩΘΗΚΕ: 27/12/2023, 15:31
O Σόιμπλε ως πρόεδρος της Μπούντεσταγκ
|Photo by Popow/ullstein bild via Getty Images

Βόλφγκανγκ Σόιμπλε: Ο επίλογος ενός γερμανού θρύλου

Protagon Team Protagon Team 27 Δεκεμβρίου 2023, 10:17
ΕΝΗΜΕΡΩΘΗΚΕ: 27/12/2023, 15:31

Ενας από τους σημαντικότερους γερμανούς πολιτικούς μεταπολεμικά, ένας πρωταγωνιστής της ελληνικής κρίσης ως υπέρμαχος του Grexit, αδιαμφισβήτητα μια προσωπικότητα παγκόσμιου βεληνεκούς –με τις αρετές του και τα ελαττώματά του: ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, πάνω από μισό αιώνα σημαίνων κοινοβουλευτικός άνδρας στην Μπούντεσταγκ και υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας σε μια από τις πιο ταραχώδεις περιόδους για την Ευρωπαϊκή Ενωση (και βεβαίως για την Ελλάδα), έφυγε από τη ζωή το βράδυ της Τρίτης, σε ηλικία 81 ετών.

Σύμφωνα με το Γερμανικό Πρακτορείο ο Σόιμπλε πέθανε ειρηνικά το βράδυ της 26ης Δεκεμβρίου στο σπίτι του. Η Welt έγραψε πως ο Σόιμπλε έδινε μάχη με τον καρκίνο.

Ο Σόιμπλε ήταν ένας από τους κορυφαίους πολιτικούς των Χριστιανοδημοκρατών και διεκδικητής της αρχηγίας του κόμματος, την οποία έχασε σε μια στροφή της μοίρας και της πολιτικής ιστορίας, από τη μετέπειτα καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ.

Αναλυτές έσπευσαν να σημειώσουν πως ο Σόιμπλε άφησε τη σφραγίδα του στη Γερμανία (πρώτα τη Δυτική Γερμανία και έπειτα την ενωμένη Γερμανία) όπως σχεδόν κανένας άλλος πολιτικός. Δεν έχουν άδικο. Εκτός των άλλων, κανείς γερμανός πολιτικός δεν παρέμεινε βουλευτής για μεγαλύτερο διάστημα από ό,τι εκείνος.

Ο Σόιμπλε γεννήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 1942 στο Φράιμπουργκ. Σπούδασε Νομική, αλλά σύντομα επέλεξε να ακολουθήσει τον δρόμο της πολιτικής. Εντάχθηκε στο CDU το 1965. Το 1972 ανέλαβε για πρώτη φορά θητεία στην Μπούντεσταγκ (εκλογική περιφέρεια Οφενμπουργκ) όπου υπηρέτησε χωρίς διακοπή μέχρι τον θάνατό του, ανεβαίνοντας με μέθοδο και πείσμα τα σκαλιά της κομματικής ιεραρχίας: υπό τον καγκελάριο Χέλμουτ Κολ, έγινε αρχικά επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Καγκελαρίας και ομοσπονδιακός υπουργός Ειδικών Καθηκόντων και από το 1989 έως το 1991 υπουργός Εσωτερικών.

Το 1990 ήταν μια χρονιά που άλλαξε τα πάντα.

Ο ίδιος θεωρείτο το Νο2 του CDU πίσω μόνο από τον Κολ και ως υπουργός Εσωτερικών ήταν εκείνος που διαπραγματεύτηκε για λογαριασμό της Δυτικής Γερμανίας τη συνθήκη ενοποίησης με τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας –αυτή η ιστορική συνθήκη είχε τη δική του υπογραφή και το δικό του σκεπτικό.

Αύγουστος 1990. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ως υπουργός Εσωτερικών της τότε Δυτ. Γερμανίας και ο ανατολικογερμανός ομόλογός του, Γκίντερ Κράουζε, υπογράφουν την πράξη ενωποίησης της Γερμανίας (REUTERS/Michael Urban/File Photo)

Ομως την ίδια χρονιά ο Σόιμπλε είδε τη ζωή του κόβεται στη μέση: στις 12 Οκτωβρίου 1990, κατά τη διάρκεια προεκλογικής εμφάνισης στο Οπενάου (Βάδη-Βυρτεμβέργη), ένας ψυχικά ασθενής τον πυροβόλησε, αφήνοντάς τον παράλυτο και καθηλώνοντά τον σε αναπηρικό καροτσάκι.

Δεν το έβαλε κάτω. Πάλεψε να επιστρέψει και επέστρεψε. Από το 1991 έως το 2000 ηγήθηκε της κοινοβουλευτικής ομάδας του συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών-Χριστιανοκοινωνιστών. Οταν ο συνασπισμός έχασε την εξουσία από το SPD του Γκέρχαρντ Σρέντερ, το 1998, ο Σόιμπλε έγινε ηγέτης του CDU στο πλαίσιο της αναδιάταξης του κόμματος. Γενική Γραμματέας έγινε τότε η Μέρκελ.

Στον απόηχο όμως ενός σκανδάλου διαφθοράς στο CDU, στο οποίο ενεπλάκη και το όνομά του, ο Σόιμπλε αναγκάστηκε να παραιτηθεί από πρόεδρος του κόμματος τον Φεβρουάριο του 2000 και έτσι τον διαδέχθηκε η Μέρκελ. Εκείνη ήταν που το 2005, ως καγκελάριος, όρισε τον Σόιμπλε υπουργό Εσωτερικών, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα του ανέθεσε τη θέση του υπουργού Οικονομικών. Ο Σόιμπλε κράτησε το αξίωμα για δύο εκλογικές περιόδους· δημιούργησε το «μαύρο μηδέν», δηλαδή έναν ομοσπονδιακό προϋπολογισμό χωρίς νέα χρέη.

Ο Σόιμπλε σε ένα από τα τελευταία του Eurogroup τον Μάρτιο του 2017 (© European Union)

Παράλληλα, ο Σόιμπλε συνέδεσε άρρηκτα το όνομά του με την κρίση της Ευρωζώνης και αναμενόμενα και με την Ελλάδα, η οποία βρέθηκε στον πυρήνα της. Ηταν ο άνθρωπος που ζητούσε όσο κανείς άλλος την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, πιέζοντας και τη Μέρκελ για ένα Grexit. –o Βαγγέλης Βενιζέλος, ο οποίος είχε διατελέσει υπουργός Οικονομικών σε ένα κρίσιμο διάστημα της ελληνικής κρίσης, έχει πει ότι ο Σόιμπλε του είχε προτείνει τρεις φορές (!) την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ.

O Σόιμπλε θα ήταν για οκτώ χρόνια ο υπουργός Οικονομικών της ισχυρότερης οικονομίας της Ευρώπης, ακριβώς τα χρόνια που η διεθνής οικονομική κρίση έριξε την ανωχύρωτη και υπερχρεωμένη Ελλάδα στη δίνη των μνημονίων και στο έλεος των χωρών της Ευρωζώνης.

«Το Eurogroup ήταν η αυλή του, είχε δορυφόρους» σχολίασε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, υπουργός Οικονομικών επί ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, λέγοντας ότι τον Σόιμπλε «η Ιστορία δεν θα τον κρίνει καλά», για το πώς χειρίστηκε το ελληνικό ζήτημα και για το πώς, κατά την άποψή του, κόντεψε να καταστρέψει την Ευρώπη.

Καλοκαίρι 2013, συζητώντας στην Αθήνα με τον Γιάννη Στουρνάρα, τότε υπουργό Οικονομικών της Ελλάδας και τώρα διοικητή της ΤτΕ ( Menelaos Myrillas / SOOC)

Αντίθετη άποψη είχαν, βέβαια, οι ευρωπαίοι συνομιλητές και συνεργάτες του. Η Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία υπήρξε υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας επί Σαρκοζί, μετέπειτα επικεφαλής του ΔΝΤ και τώρα είναι επικεφαλής της ΕΚΤ, ανέφερε ότι ο Σόιμπλε «υπήρξε ένας από τους επιδραστικότερους ευρωπαίους ηγέτες της γενιάς του. Υπήρξα προσωπικά μάρτυρας της προσήλωσής του στην Ευρώπη, της πνευματικής του συγκρότησης και του πολιτικού του αισθητηρίου» προσέθεσε.

Μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2017 –και αφού το διεθνές αλλά και το ελληνικό οικονομικό κλίμα είχε πια αλλάξει–, ο Σόιμπλε εγκατέλειψε το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Οικονομικών. Εξελέγη πρόεδρος της Μπούντεσταγκ, το δεύτερο υψηλότερο αξίωμα στη χώρα, ως διάδοχος του Νόρμπερτ Λάμερτ. Ο Σόιμπλε αρνήθηκε το αξίωμα του ομοσπονδιακού προέδρου, το οποίο είναι και το ανώτατο.

♦ Διαβάστε: Ο Σόιμπλε, ο Σαμαράς, ο Τσίπρας και το Grexit

Μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2021, τις οποίες έχασε το CDU/CSU, ο Σόιμπλε αποχώρησε από τις ηγετικές επιτροπές. Στην Μπούντεσταγκ, ο πολιτικός του SPD Μπέρμπερ Μπας ανέλαβε πρόεδρος του Σώματος και ο Σόιμπλε ήταν πλέον μέλος του κοινοβουλίου –έως και τον θάνατό του

Το τελευταίο διάστημα τα πράγματα είχαν γίνει πιο ήσυχα γύρω από τον Σόιμπλε. Είχε αποσυρθεί μετά τη σοβαρή πτώση της συζύγου του το περασμένο καλοκαίρι και ήθελε πλέον να περνάει περισσότερο χρόνο με την οικογένειά του.

Τον Νοέμβριο, ο Σόιμπλε γιόρτασε τα 80ά γενέθλια της συζύγου του Ίνγκεμποργκ με όλη την οικογένεια. Ήταν η τελευταία μεγάλη οικογενειακή γιορτή μαζί.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον είχε η νεκρολογία που έγραψε για το ΑΠΕ-ΜΠΕ η ανταποκρίτρια του πρακτορείου στο Βερολίνο, Φαίη Καραβίτη:

Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δεν έγινε ποτέ καγκελάριος – θα μπορούσε, λένε πολλοί. Κατόρθωσε ωστόσο να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ιστορίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Σφράγισε μια εποχή τεκτονικών αλλαγών στη χώρα του και στην Ευρώπη, μια γενιά μεγάλων πολιτικών και μια περίοδο κρίσιμων αποφάσεων. Και, όπως συχνά συμβαίνει με τις σημαντικές προσωπικότητες, όχι πάντα με θετικό τρόπο.

Οι Ελληνες δικαιούμαστε να στεκόμαστε κριτικά απέναντί του. Σε μια από τις δυσκολότερες στιγμές της νεότερης ιστορίας μας, εξέφρασε την πιο ψυχρή, αυστηρή – αν όχι και τιμωρητική – λογική για τη χώρα και τον λαό μας.

Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ήταν όμως Γερμανός. Εκλεγόταν στην Γερμανία, από γερμανούς ψηφοφόρους, με αποστολή την διαφύλαξη των γερμανικών συμφερόντων, πιστός στις προτεσταντικές αρχές του. Αν και προσηλωμένος ευρωπαϊστής, δεν πίστευε στην ασυγκράτητη διεύρυνση της ενωμένης Ευρώπης και υποστήριζε πάντα την δημιουργία ενός στενού ισχυρού πυρήνα, με βιώσιμους και καλά εδραιωμένους θεσμούς. Σε αυτή τη λογική, η Ελλάδα, ο ευρωπαϊκός Νότος, οι κρίσεις και οι αδυναμίες του, αποτελούσαν τροχοπέδη.

To 1999 με τη Μέρκελ σε σύσκεψη των Χριστιανοδημοκρατών. Οι δύο έδωσαν μεγάλη -και παρασκηνιακή- μάχη για την αρχηγία του κόμματος (Photo by Karwasz/ullstein bild via Getty Images)

Για τους Γερμανούς, αντιθέτως, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε υπήρξε ένας σοβαρός και αξιόπιστος πολιτικός, σεβαστός και στους πολιτικούς αντιπάλους του. Ο κομβικός ρόλος του στην διαπραγμάτευση της Συνθήκης για τη Γερμανική Επανένωση έλαβε ιστορικά χαρακτηριστικά, όπως και η επιρροή του κατά τη μετέπειτα διαμόρφωση των θέσεων του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU), ειδικά στα θέματα της οικονομικής, της ευρωπαϊκής και της εξωτερικής πολιτικής.

Γιος εφοριακού από το Χόρνμπεργκ της Βάδης-Βυρτεμβέργης, ο Σόιμπλε σπούδασε Νομικά, εργάστηκε στις φορολογικές υπηρεσίες και το 1972 εξελέγη για πρώτη φορά στην Bundestag. Στον στενό πυρήνα του Χέλμουτ Κολ, υπηρέτησε ως υπουργός Ειδικών Υποθέσεων και κατόπιν Εσωτερικών και στήριξε τον καγκελάριό του ακόμη και στο «σκάνδαλο των δωρεών» που σφράγισε αργότερα το CDU – και τελικά την καριέρα του ιδίου του Σόιμπλε.

Η υπογραφή της Συνθήκης για την Επανένωση της Γερμανίας στις 31 Αυγούστου 1990 ήταν το ζενίθ της καριέρας του 48χρονου τότε πολιτικού. Μπροστά του ανοιγόταν πλέον ο δρόμος για την καγκελαρία. Αυτός ο δρόμος ανακόπηκε στις 12 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου, στο Οπενάου, λίγα χιλιόμετρα από το σπίτι του. Σε ανοιχτή προεκλογική συγκέντρωση ένας – όπως αποδείχθηκε αργότερα – ψυχικά διαταραγμένος άνδρας τον πλησίασε και τον πυροβόλησε κατ’ επανάληψη. Μία από τις σφαίρες συνέτριψε την σπονδυλική του στήλη, προκαλώντας του παραπληγία. Αρχικά ήταν αμφίβολο εάν θα επέστρεφε στην πολιτική. Εκείνος όμως αντιμετώπισε την αναπηρία του με την ίδια ισχυρή θέληση που γνωρίσαμε όλοι και μέσα σε λίγες εβδομάδες επέστρεψε – σε αναπηρικό αμαξίδιο πλέον – στα υπουργικά του καθήκοντα, για να καθορίσει άλλη μια ιστορική απόφαση για τη χώρα του, την επαναφορά της πρωτεύουσας από τη Βόννη στο Βερολίνο.

Στο τέλος του 1991, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έβλεπε ξανά τον δρόμο προς την καγκελαρία, υποστηρίζοντας έναν συντηρητισμό ανοιχτό στην ανανέωση, εδραιωμένο ταυτόχρονα στις παραδοσιακές γερμανικές αξίες της κοινότητας και του καθήκοντος – ίσως και της εθνικής υπερηφάνειας, η οποία αποτελούσε ακόμη θέμα ταμπού για τη χώρα. Ταυτόχρονα, τασσόταν φανατικά εναντίον ενός υπερτροφικού κράτους και του οικονομικού προστατευτισμού.

Όσο ο Χέλμουτ Κολ αφοσιωνόταν στο ευρωπαϊκό όραμα, εκείνος σήκωνε το βάρος της εσωτερικής διαχείρισης μιας χώρας, η οποία πάλευε να βρει νέα ταυτότητα και της οποίας οι πολίτες έπρεπε να ξαναγνωριστούν μεταξύ τους. Το 1998, ο Χέλμουτ Κολ έχασε τις εκλογές και το CDU πέρασε στα χέρια του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Η πρώτη του εσωκομματική απόφαση, αποδείχθηκε τελικά μάλλον μοιραία: διόρισε την Ανγκελα Μέρκελ ως γενική γραμματέα του κόμματος.

Το «σκάνδαλο των δωρεών»

Οταν ξέσπασε το «σκάνδαλο των δωρεών» που αφορούσε την εποχή Κολ, η Ανατολικογερμανίδα αποδείχθηκε ότι διέθετε πιο «ψυχρό αίμα» από τον ίδιο. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ενεπλάκη στην υπόθεση, καθώς δεν είχε υποβάλει μια απόδειξη για δωρεά 100.000 μάρκων προς το κόμμα, την ώρα που η κυρία Μέρκελ «άδειαζε» την ηγεσία με άρθρο της σε εφημερίδα. Υπό το βάρος του σκανδάλου, τον Φεβρουάριο του 2000 έκλεισε η περίοδος Σόιμπλε στην ηγεσία του CDU και μαζί της οι όποιες φιλοδοξίες για την καγκελαρία.

Το 2004 το όνομά του ακούστηκε και πάλι για τη θέση του Ομοσπονδιακού Προέδρου της Γερμανίας. Η Ανγκελα Μέρκελ όμως επέλεξε τον – άγνωστο πολιτικά – επικεφαλής του ΔΝΤ Χορστ Κέλερ, επιβεβαιώνοντας τη δύσκολη μεταξύ τους σχέση.

Ο Σόιμπλε με τον Κολ σε μια συνεδρίαση του CDU το 1999 – το όνομα και των δύο είχε εμπλακεί στο λεγόμενο «σκάνδαλο των δωρεών» (Arnd Wiegmann/File Photo)

Την επόμενη χρονιά ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε επέστρεψε στην κυβέρνηση ως υπουργός Εσωτερικών στην πρώτη κυβέρνηση Μέρκελ. Από τα χέρια του πέρασε η ίδρυση της Γερμανικής Ισλαμικής Διάσκεψης και της νέας πολιτικής ενσωμάτωσης μεταναστών. Από το στόμα του ακούστηκε για πρώτη φορά ότι «το Ισλάμ αποτελεί πλέον αναπόφευκτα κομμάτι της Γερμανίας και της Ευρώπης».

Ο ίδιος προώθησε ταυτόχρονα την εισαγωγή των βιομετρικών στοιχείων στα διαβατήρια, την δημιουργία αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας και την επιστροφή των ενόπλων δυνάμεων σε επιχειρήσεις και εντός Γερμανίας. Το 2009 το ομοσπονδιακό υπουργείο Οικονομικών υποδέχθηκε τον εμβληματικότερο μέχρι σήμερα ένοικό του. Υπό την καθοδήγησή του, η γερμανική κυβέρνηση παρουσίασε και εφήρμοσε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς – για πρώτη φορά από το 1969.

Η ελληνική κρίση

Δεδομένης της κοσμοθεωρίας και της διαδρομής του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, δεν αποτέλεσε έκπληξη η στάση που τήρησε κατά τη διάρκεια της κρίσης στην Ευρωζώνη και ειδικά έναντι της Ελλάδας. Θεωρούσε ότι η χώρα έπρεπε να εγκαταλείψει – έστω προσωρινά – την ζώνη του κοινού νομίσματος, να εφαρμόσει εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και να προχωρήσει σε βαθιά εξυγίανση των δημοσιονομικών της.

Ευτυχώς, όπως αποδείχθηκε, η Ανγκελα Μέρκελ επέλεξε τότε να μην ακολουθήσει τη συμβουλή του και η Ελλάδα παρέμεινε στην Ευρωζώνη. Η “αυτοκριτική” ήρθε το 2018, όταν ο πρωταγωνιστής εκείνης της περιόδου ήταν πλέον πρόεδρος της Μπούντεσταγκ. «Σκέφτηκα μάλλον νωρίς να προτείνω την αποχώρηση της Ελλάδας από το ευρώ, διότι πίστευα ότι οι Έλληνες θα άντεχαν περισσότερο ένα ξαφνικό σοκ παρά πολυετή προγράμματα περικοπών», δήλωσε ο Σόιμπλε στην Frankfurter Allgemeine Zeitung. Το 2019, στους Financial Times, υποστήριξε και πάλι την άποψη ότι η Ελλάδα δεν έπρεπε εξαρχής να είχε ενταχθεί στην Ευρωζώνη και αποκάλυψε ότι το 2015, όταν η καγκελάριος δεν ακολούθησε την εισήγησή του, είχε σκεφτεί και να παραιτηθεί. Τον τίτλο του «αρχιτέκτονα της λιτότητας» για την Ευρώπη είπε πάντως ότι δεν τον ήθελε. «Πίστευα μόνο ότι η νομισματική ένωση δεν μπορούσε να υπάρχει χωρίς μεγαλύτερη ενοποίηση και κοινούς κανόνες εντός ΕΕ», αντέτεινε.

«Αισθάνομαι μοναξιά»

Η ήττα του CDU στις εκλογές του 2021 έφερε και το τέλος της θητείας του ως προέδρου της Μπούντεσταγκ και την ανακοίνωσή του ότι δεν σκόπευε να θέσει εκ νέου υποψηφιότητα για βουλευτής. Ο επίλογος του πολιτικού βίου έμελλε να συμπέσει και με το τέλος της ζωής του, έπειτα από μάχη με τον καρκίνο. «Αισθάνομαι μοναξιά. Δεν έχει μείνει κανείς από τη γενιά μου. Αλλά μπορώ τώρα να βλέπω πώς πηγαίνω προς το τέλος. Το βρίσκω συναρπαστικό να παρακολουθώ τον εαυτό μου», είχε πει στην τελευταία του συνέντευξη στο περιοδικό Der Spiegel, πριν από έναν μήνα. Στην τρίωρη συνάντησή του με τον δημοσιογράφο, μιλούσε περισσότερο για το παρελθόν. Αυτό το παρελθόν θα κρίνει ασφαλώς η Ιστορία. Μαζί με τον δημόσιο βίο του, η Ιστορία ίσως λάβει υπ’ όψιν της και ότι, όσοι τον γνώρισαν ή συνεργάστηκαν μαζί του, μιλούσαν πάντα για έναν φυσικά ευγενή άνθρωπο, έναν αγαπητό συνεργάτη, έναν βαθιά φιλοσοφημένο πολιτικό άνδρα και μια ισχυρή προσωπικότητα, της οποίας τα τραγικά χαρακτηριστικά ήταν πάντα παρόντα.

 

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Διαβάστε ακόμη...

Διαβάστε ακόμη...