Λιγοστεύουμε ταχύτατα σε όλο τον πλανήτη
Λιγοστεύουμε ταχύτατα σε όλο τον πλανήτη
Στο παρελθόν, λέει στον Economist ο Φουρκάν Καγιαμπασόγλου, μαιευτήρας στην Κωνσταντινούπολη, «ξεγεννούσα το πρώτο παιδί ενός ζευγαριού και μετά το δεύτερο ή και το τρίτο». Σήμερα, όμως, η τάση «ένα και τέλος» έχει γίνει ο κανόνας. Για κάθε δέκα τοκετούς που παρακολουθεί, μόνον ο ένας αφορά δεύτερο παιδί. «Δεν φτάνουμε ούτε καν στο επίπεδο γεννήσεων που χρειάζεται για την εκπαίδευση νέων γιατρών», παραπονιέται.
Πέρυσι, ο δείκτης γεννητικότητας στην Τουρκία, που υπολογίζει τον αριθμό παιδιών που θα αποκτήσει μια γυναίκα κατά μέσο όρο εάν διατηρηθούν οι τρέχουσες τάσεις, έπεσε στο 1,48. Αυτό είναι πολύ κάτω από το περίπου 2,1 που χρειάζεται για να παραμείνει σταθερός ο πληθυσμός. Επιπλέον, ήταν χαμηλότερο από τις προβλέψεις των δημογράφων: ο ΟΗΕ εκτιμούσε ότι η Τουρκία δεν θα έφτανε σε τόσο χαμηλό δείκτη πριν το 2100.
Η πτώση των γεννήσεων δεν περιορίζεται μόνο στην Τουρκία, σημειώνει ο Εconomist. Σε όλον τον κόσμο, από τις φτωχές έως τις πλούσιες χώρες, η γεννητικότητα μειώνεται πολύ ταχύτερα από ό,τι προέβλεπαν οι περισσότερες εκτιμήσεις. Στην πρωτεύουσα της Κολομβίας, Μπογκοτά, κάθε γυναίκα γεννά πλέον μόλις 0,91 παιδιά κατά μέσο όρο, λιγότερα ακόμα και από το Τόκιο. Στην Ινδία, ο δείκτης έχει πέσει κάτω από το επίπεδο αντικατάστασης (ώστε οι θάνατοι να μην ξεπερνούν τις γεννήσεις), και ο πληθυσμός της χώρας αναμένεται να αρχίσει να συρρικνώνεται γύρω στα μέσα του αιώνα.
Ο πληθυσμός της Κίνας ήδη μειώνεται. Το Μεξικό καταγράφει 1,6 παιδιά ανά γυναίκα, περίπου όσα και ο πλουσιότερος βόρειος γείτονάς του, οι ΗΠΑ. Η Γαλλία, το 2024, κατέγραψε λιγότερες γεννήσεις από ό,τι το 1806, όταν ο πληθυσμός ήταν λιγότερο από τη μισή σημερινή του έκταση, και η Ιταλία κατέγραψε τα χαμηλότερα επίπεδα από την ενοποίηση του 1861.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, στην Ελλάδα το 2023 γεννήθηκαν 71.455 παιδιά (36.622 αγόρια και 34.833 κορίτσια) καταγράφοντας μείωση κατά 6,1% σε σχέση με το 2022. Η Eurostat υπολογίζει ότι το 2024, ο δείκτης γεννητικότητας στη χώρα μας ήταν 1,32 – δηλαδή κάθε γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας γεννά κατά μέσο όρο 1,32 παιδιά.
Η πτώση των γεννήσεων παρατηρείται εδώ και αιώνες, κυρίως για θετικούς λόγους, σύμφωνα με τον Economist. Τα κοινωνικά συστήματα επιτρέπουν στους ανθρώπους να μην εξαρτώνται από τα παιδιά τους για τη σύνταξη, ενώ η χαμηλή παιδική θνησιμότητα μειώνει την ανάγκη για «εφεδρικά» παιδιά. Στη δεκαετία του 1960, μετά τη γενιά των «baby boomers» στις ΗΠΑ, η πτώση της γεννητικότητας συνδέθηκε με την απελευθέρωση των γυναικών, που αφιέρωσαν περισσότερο χρόνο στην εκπαίδευσή τους και απέκτησαν μεγαλύτερο έλεγχο στις καριέρες και τη χρήση αντισυλληπτικών. Οι εφηβικές εγκυμοσύνες έγιναν σπάνιες. Το ίδιο συμβαίνει σήμερα σε πολλές χώρες του κόσμου.
Ο παγκόσμιος ρυθμός μείωσης των γεννήσεων διπλασιάστηκε μεταξύ 2000 και 2010 και ξαναδιπλασιάστηκε αυτή τη δεκαετία, μειώνοντας τη γεννητικότητα κατά περίπου 2% ετησίως. Σε πολλές χώρες η πτώση είναι ακόμη ταχύτερη. Στη Νότια Κορέα, ο δείκτης είναι κάτω του ενός εδώ και επτά χρόνια· αν συνεχιστεί η τάση, ο πληθυσμός της χώρας θα μειωθεί περισσότερο από το μισό μέσα σε μια μόνο γενιά.
Πολλές χώρες έχουν εκπλήξει τους δημογράφους· η Τουρκία και Ταϊλάνδη είναι ανάμεσα σε αυτές. Ο ΟΗΕ εκτιμούσε ότι οι γυναίκες στην Ταϊλάνδη θα είχαν δείκτη 1,2 το 2024. Τελικά, είχαν μόλις 1. Στην Κολομβία, ο ΟΗΕ περίμενε 1,63 παιδιά ανά γυναίκα, ενώ ο εθνικός στατιστικός οργανισμός της χώρας καταγράφει ήδη 1,2 για το 2023. Ο Χεσούς Φερνάντες-Βιγιαβέρδε, οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, λέει στον Economist ότι το 2024 ο δείκτης μπορεί να έπεσε ακόμη και στο 1,06. Στην Αίγυπτο γεννήθηκαν λιγότερα από δύο εκατομμύρια μωρά το 2024, κάτι που δεν αναμενόταν να παρατηρηθεί πριν το 2100.
Μόλις το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε χώρες όπου η γεννητικόητα είναι αρκετή για να αυξηθεί ο πληθυσμός, και ακόμη κι εκεί οι δείκτες μειώνονται γρήγορα. Η Αφρική ακόμα γεννά περισσότερα παιδιά από τον παγκόσμιο μέσο όρο, αλλά και εκεί οι μειώσεις είναι ταχύτερες από τις εκτιμήσεις.
Ολα αυτά σημαίνουν ότι η παγκόσμια κορύφωση του πληθυσμού πιθανότατα θα επιτευχθεί νωρίτερα και σε χαμηλότερο επίπεδο από ό,τι υπολόγιζαν οι ειδικοί: ίσως στα μέσα της δεκαετίας του 2050, με πληθυσμό που δεν θα ξεπεράσει τα εννέα δισεκατομμύρια, και όχι το 2084 όπως προβλέπει ο ΟΗΕ.
Οι συνέπειες της κορύφωσης του πληθυσμού και της επερχόμενης μείωσης είναι τεράστιες: η οικονομία, οι γεωπολιτικές ισορροπίες, το περιβάλλον και οι κοινωνικές δομές θα αλλάξουν ριζικά, εξηγεί ο Εconomist.
Μπορεί να υπάρξει ανάκαμψη σε ορισμένες χώρες, όπως συνέβη στις αρχές της δεκαετίας του 2000 στις ΗΠΑ και στα βόρεια ευρωπαϊκά κράτη, όταν γυναίκες που καθυστέρησαν να αποκτήσουν παιδιά ξεκίνησαν οικογένεια. Ομως, οι γεννήσεις σε πολλές, προηγουμένως «φιλικές» προς τα πολλά παιδιά, χώρες μειώνονται ξανά. Στις σκανδιναβικές χώρες, για παράδειγμα, έχουν πέσει κατά ένα πέμπτο από το 2010.
Ακόμη και μικρές καθυστερήσεις στην αναμενόμενη ανάκαμψη έχουν τεράστιο αντίκτυπο στις μακροπρόθεσμες προβλέψεις. Αν η μείωση συνεχιστεί για ένα χρόνο ακόμη, η κορύφωση του παγκόσμιου πληθυσμού θα σημειωθεί τρία χρόνια νωρίτερα, με 130 εκατομμύρια λιγότερους ανθρώπους. Αν η πτώση συνεχιστεί για μια δεκαετία, η κορύφωση θα έρθει το 2065, με 750 εκατομμύρια λιγότερους ανθρώπους.
Οπως επισημαίνει στον Economist ο Λαντ Πρίτσετ του London School of Economics: «Η αντικατάσταση του πληθυσμού είναι πολύ λεπτή ισορροπία, μοιάζει με ξυράφι. Μακροπρόθεσμα, οι άνθρωποι είτε θα μειωθούν στο μηδέν είτε θα αυξηθούν υπερβολικά, ανάλογα με το αν οι δείκτες θα παραμείνουν κάτω ή πάνω από το επίπεδο αντικατάστασης».
Οι προβλέψεις για «υπερπληθυσμό» της δεκαετίας του 1960 πιθανόν έκαναν τους δημογράφους διστακτικούς στο να προειδοποιήσουν ότι η ανθρωπότητα σύντομα θα συρρικνωθεί.
Και παρόλο που η προοπτική φαίνεται ανησυχητική, η μείωση είναι πλέον αναπόφευκτη.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
