2911
Σκηνή από την ταινία «Το κορίτσι με το τατουάζ» στην πρώτη σουηδική εκδοχή της το 2009, με την «τέχνη του σκοταδιού» του Nordic Noir από τον αείμνηστο Σουηδό δημοσιογράφο Στιγκ Λάρσον | Yellow Bird/ZDF Enterprises/Sveriges Television

Η συνταγή επιτυχίας του Nordic Noir; Πτώματα, αίμα και κοινωνική κριτική

Σκηνή από την ταινία «Το κορίτσι με το τατουάζ» στην πρώτη σουηδική εκδοχή της το 2009, με την «τέχνη του σκοταδιού» του Nordic Noir από τον αείμνηστο Σουηδό δημοσιογράφο Στιγκ Λάρσον
|Yellow Bird/ZDF Enterprises/Sveriges Television

Η συνταγή επιτυχίας του Nordic Noir; Πτώματα, αίμα και κοινωνική κριτική

«Ήμουν σε κατάσταση τρέλας. Χρησιμοποίησα ό,τι βρήκα μπροστά μου για να την διαμελίσω. Ήταν φρικτό». Λόγια που θα μπορούσαν να ανήκουν στον ήρωα κάποιου από τα σκοτεινά, μουντά αστυνομικά μυθιστορήματα του ευρωπαϊκού Βορρά, που πουλάνε εκατομμύρια αντίτυπα ανά τον κόσμο. Και όμως, εδώ η σκληρή, ματωμένη πραγματικότητα (όσο και το διαμελισμένο κορμί της Σουηδέζας δημοσιογράφου Κιμ Βαλ, που τα κομμάτια της βρέθηκαν να επιπλέουν έξω από το λιμάνι της Κοπεγχάγης, τον Αύγουστο του 2017) αντιγράφει την αστυνομική λογοτεχνία, είτε της Σουηδίας είτε της Δανίας. Τα λόγια ανήκουν στον καταδικασμένο πλέον σε ισόβια δεσμά 47χρονο Δανό εφευρέτη Πέτερ Μάντσεν, στο υποβρύχιο «UC3 Nautilus» του οποίου είχε πάει για συνέντευξη η Βαλ.

Ο Δανός δικαστής χαρακτήρισε τον Μάντσεν «διαταραγμένο και σεξουαλικά ανώμαλο», θεωρώντας το έγκλημά του προμελετημένο και με σεξουαλικό κίνητρο. Τι σύμπτωση! Είχε τα τρία συστατικά που κάνουν δημοφιλή και εντυπωσιακά ευπώλητη την αστυνομική λογοτεχνία των Βορείων Χωρών, που έχει πλέον όνομα ή όρο: Nordic Νoir. Δηλαδή ωμή, σχεδόν τυφλή βία, σεξ και διαταραχή. Στο τελευταίο βάλτε και ολίγη από κοινωνικό πρόσημο μιας κατά τα άλλα ευνομούμενης και δημοκρατικής, «προχωρημένης» κοινωνίας και έχετε το… κοκτέιλ.

Κοιτάξτε τώρα και το παράδοξο: η Δανία είχε το 2017 μόλις 39 βίαια εγκλήματα. Να, σαν κι αυτό με θύμα την Βαλ. Έναντι 113 της Σουηδίας και 78 της Ελλάδας (αν και το 2011 οι ανθρωποκτονίες ήταν 184). Αν πάμε όμως σε συγκριτικά στοιχεία, που ανάγονται στις απαρχές του Big Bang του Nordic Noir, στο 2010, η σύγκριση αυτών των αριθμών με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι καταλυτική. Εκεί, μετρήθηκαν 12.996 βίαια εγκλήματα σε μία χρονιά. Και στην Βραζιλία, που κατέχει το ρεκόρ των έξι πιο επικίνδυνων πόλεων στο Τοπ 10 του πλανήτη, μόλις… 40.974!

Οι Αμερικανοί έχουν βεβαίως παράδοση στην αστυνομική λογοτεχνία, όπως γενικότερα οι Αγγλοσάξωνες. Ξέρετε όμως εσείς κάτι για ανθούσα αστυνομική λογοτεχνία στην Βραζιλία των τόσων εγκλημάτων; Ακόμη και αν, ας πούμε, το Μάλμε της Σουηδίας θεωρείται «το Σικάγο του Βορρά». Ακόμη κι αν το οργανωμένο έγκλημα περνά, κυρίως από την πλευρά της Ρωσίας, όλο και περισσότερο τα σύνορα των Βόρειων Χωρών, δίχως να καταστέλλεται με αντίστοιχη ταχύτητα. Το αντίθετο μάλλον.

Στιγμιότυπο από την συζήτηση για το Nordic Noir στο Ινστιτούτο Γκέτε

Γιατί λοιπόν αυτή η έκρηξη των ωμών, αιματηρών εγκλημάτων στο χαρτί, με σεξουαλικό πρόσημο και δείγματα – κοινωνικής – διαταραχής; Από κοινωνίες που έχουν κατακτήσει – ακόμη και έναν αιώνα τώρα, όπως η Σουηδία – κράτος πρόνοιας, πολιτική σταθερότητα, κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα.

Δεν ξέρω εσείς, αλλά προσωπικά προτιμώ να ρωτήσω τους ειδικούς. Σαν αυτούς που κάλεσαν να μιλήσουν γι’ αυτή τη θαυμαστή έκρηξη του Nordic Noir, οι πρεσβείες και τα Μορφωτικά Ινστιτούτα των Βόρειων Χωρών της Ευρώπης: Δανίας, Νορβηγίας, Σουηδίας, Φινλανδίας, μαζί με την πρεσβεία της Ισλανδίας στο Οσλο (διαπιστευμένη στην Αθήνα), σε συνεργασία με ειδικευμένους εκδότες – Ψυχογιός, Μεταίχμιο, Διόπτρα, Καλέντης, Φανταστικός Κόσμος.

Έχοντας κατά νουν τα μεγάλα και εξαιρετικά αγαπητά – και ευπώλητα – και στην Ελλάδα ονόματα των Nordics, της βόρειας αστυνομικής λογοτεχνίας ή του Νουάρ του Βορρά, αν θέλετε: Χένινγκ Μανκέλ (Henning Mankell), Στιγκ Λάρσον (Stieg Larsson), Τζο ή Γιου Νέσμπο (Jo Nesbo), Αρνε Νταλ (Arne Dahl), Γκούναρ Στόλεσεν (Gunnar Staalesen), Αρναλντούρ Ιντρίδασον (Arnaldur Indridason) και τόσα άλλα, παλαιότερα και καινούργια αστέρια.

«Η λογοτεχνία της είναι ένδειξη για μια χώρα», μου εξηγεί ο Μπο Τάο Μιχαέλις («το όνομά μου ακούγεται ελληνικό, άρα κάποια ελληνική ρίζα θα έχω», μου λέει γελώντας), ο – ειδικός – καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, κριτικός βιβλίου στο «Politiken», εκδότης του περίφημου «Copenhagen Noir», στην σειρά των εκδόσεων με νουάρ λογοτεχνικά δείγματα, από 41 μέχρι σήμερα πόλεις του κόσμου. «Το ζήτημα στην περίπτωση του νουάρ είναι τι καταλαβαίνει κάποιος όταν χρησιμοποιεί την λέξη Δικαιοσύνη, τι εννοεί με την κοινωνική ευθύνη, τι σημαίνει για κείνον το Κακό. Οι Σκανδιναβοί λοιπόν, ειδικά για αυτό το τελευταίο, δεν πιστεύουν ότι έρχεται από ψηλά, αλλά ότι παράγεται στην κοινωνία. Και η λογοτεχνία αυτή δεν είναι άλλο παρά ο τρόπος χειρισμού αυτού του Κακού. Ο τρόπος να αντιμετωπίσεις στο πλαίσιο μιας ευνομούμενης κοινωνίας το απαγορευμένο των Βίκινγκς και της Παλαιάς Διαθήκης: την αυτοδικία. Εδώ, δικαίωμα σε αυτήν έχει μόνον η Αστυνομία. Στον Βορρά δεν πιστεύουμε ότι γεννιέται κάποιος κακός, όπως λέει ας πούμε η Βίβλος ή το Κοράνι. Αλλά έτσι τον έχει κάνει η κοινωνία και πρέπει να ανασυνετισθεί. Αυτό ακριβώς είναι και η ρίζα του Nordic Noir».

«Οι γυναίκες στο Nordic Noir πιστεύουν περισσότερο στην εκδίκηση», όπως η Νούμι Ράπας, πρωταγωνίστρια στον ρόλο της «σκοτεινής» αμφιφυλόφιλης χάκερ, Λίσμπετ Σαλάντερ, στο «Kορίτσι με το τατουάζ»

Ο Μπο Τάο Μιχαέλις παρατηρεί ότι στο Nordic Noir δεν υπάρχει μόνον η κατακτημένη στην βόρεια κοινωνία ισότητα ανδρών και γυναικών σε αυτό τον χειρισμό, αλλά και μια μεγάλη διαφορά. «Οι γυναίκες ντετέκτιβ είναι πολύ διαφορετικές. Οι Βόρειοι άνδρες θεωρούνται πιο μαλθακοί πλέον – καθόλου Βίκινγκ ή μάτσο (σ.σ.: γελάει) – που μπορεί να πηγαίνουν τα παιδιά στον παιδικό σταθμό ή να πλένουν και να μαγειρεύουν και να το σκέφτονται πολύ όταν έχουν τον Κακό μπροστά από το όπλο τους. Ενώ οι γυναίκες είναι εκείνες που παίρνουν, με τα μπούνια, τον νόμο στα χέρια τους και αντιμετωπίζουν, όπως σε κάποιο από τα νουάρ, τον δισταγμό του άντρα με ένα «F…ck it, θα πεθάνει έτσι κι αλλιώς», πατώντας αποφασιστικά την σκανδάλη. Οι γυναίκες στο Nordic Noir πιστεύουν περισσότερο στην εκδίκηση».

Η δολοφονία του Ούλαφ Πάλμε

Είναι εντυπωσιακό, αλλά όλα αυτά πήραν το δρόμο προς το σημερινό ζενίθ, εκεί στον Βορρά, πριν και μετά από μια πολιτική δολοφονία. Καθότι, ύστερα από όλα τα παραπάνω και από πολλά άλλα, το Nordic Noir είναι καταρχάς πολιτικό. Και, όπως θα δούμε και παρακάτω, και ζήτημα πολιτικής απέναντι στο παγκόσμιο.

Ο Μπο Τάο Μιχαέλις μου θυμίζει ότι έντεκα χρόνια πριν από την – πραγματική και ανεξιχνίαστη μέχρι σήμερα – δολοφονία του Σουηδού πρωθυπουργού Ούλαφ Πάλμε, από το 1975, όταν ήταν πρωθυπουργός είχε… δολοφονηθεί από μια γυναίκα στο δρόμο από το πρωτοπόρο του βόρειου νουάρ, αντρόγυνο και συγγραφικό δίδυμο, Σβέβαλ και Βαλέε (Maj Sjöwall – Per Wahlöö), στον δέκατο και τελευταίο τόμο της σειράς Αστυνομικού Μυστηρίου με τον αστυνόμο Μάρτιν Μπεκ / Martin Beck Police Mystery #10.

Ο δολοφονηθείς σουηδός πρωθυπουργός Ούλαφ Πάλμε τη δεκαετία του 1970

Στο βιβλίο, που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατο του Περ από καρκίνο, υπό τον τίτλο «Οι τρομοκράτες», ο «βασιλιάς και η βασίλισσα του σουηδικού νουάρ» κριτικάρησαν τις αδυναμίες του δημοκρατικού, σοσιαλιστικού «σκανδιναβικού θαύματος». Με οπτική μαρξιστική, καθώς το Nordic Noir έχει αυτή την αριστερή τάση κατά τον κύριο Μιχαέλις, είχαν θεωρήσει τον Πάλμε, ο οποίος λίγα χρόνια πριν είχε διαδηλώσει για την Εργατική Πρωτομαγιά στην Στοκχόλμη, δίπλα στην Μελίνα Μερκούρη, ως «προδότη ταξικό». Και, παρότι στον Μάρτιν Μπεκ είχε ανατεθεί η προστασία υψηλών προσώπων, όπως και ενός αμερικανού γερουσιαστή, από τις δολοφονικές προθέσεις τρομοκρατών, ο πρωθυπουργός δεν γλιτώνει. Ο Ούλαφ Πάλμε, ένα χρόνο μετά, το 1976, έχασε τον θώκο (μαζί του και οι Σοσιαλδημοκράτες ύστερα από 44 χρόνια στην εξουσία) και επανήλθε αργότερα για να δολοφονηθεί, το 1986, σε μια βόλτα με την σύζυγό του, μετά το σινεμά, μέσα στο χιόνι, μπροστά σε μία βιτρίνα, από άγνωστο οπλοφόρο (σαν ιστορία του Nordic Noir κι αυτή).

Αυτό ήταν. Τούτη η ανεξιχνίαστη πολιτική δολοφονία, έφτασε υπόγεια σε αμφισβήτηση της σταθερότητας και της – αστυνομικής; – αποτελεσματικότητας του σκανδιναβικού μοντέλου, φέρνοντας στην επιφάνεια τις αντιθέσεις και των αστών και της Αριστεράς, μαζί με τις αντιφάσεις στις ευνομούμενες κοινωνίες του Βορρά. Αυτό έδωσε το τελικό και καταλυτικό λάκτισμα στο Nordic Noir, που πήρε την ανιούσα ως τις αρχές του 21ου αιώνα, που κατέκτησε τον κόσμο. Με τον αείμνηστο Σουηδό δημοσιογράφο και συγγραφέα Στιγκ Λάρσον («Το κορίτσι με το τατουάζ») και τον Νορβηγό σούπερ σταρ Τζο ή Γιου Νέσμπο στα περιζήτητα ονόματα για τα σενάρια στο Χόλιγουντ.

Η κοινή δανέζικη – σουηδική τηλεοπτική παραγωγή «Broen», που… μάτωσε τη γέφυρα μεταξύ Μάλμε και Κοπεγχάγης (εδώ, η πρωταγωνίστρια Σοφία Χέλιν με τον Τούρε Λίντχαρντ) έγινε αμερικανικό ριμέικ, ως «The Bridge», στην γέφυρα μεταξύ Ελ Πάσο του Τέξας και μεξικανικού Χουαρέζ

Με ριμέικ σκανδιναβικών νουάρ ταινιών και σειρών, όπως το δανέζικο «Killing», το δανοσουηδικό «The Bridge» (που από την γέφυρα μεταξύ Μάλμε και Κοπεγχάγης πέρασε με αμερικανικά πρότυπα στη γέφυρα μεταξύ Ελ Πάσο του Τέξας και μεξικανικού Χουαρέζ), το δανέζικο πολιτικό «Borgen», που μαζί με το «Lilyhammer» αποτέλεσαν πρότυπα νουάρ στυλ για σειρές όπως το πολύφερνο «House Of Cards», κατά το «Rolling Stone». Αλλά και για την ανθούσες πολιτικές σειρές του βρετανικού BBC και του ITV, που έφεραν στη μικρή οθόνη με μεγάλη επιτυχία σειρές όπως το «Wallander», με τον Κένεθ Μπράνα στον ρόλο του ντετέκτιβ Κουρτ Βαλάντερ, «παιδί» του Σουηδού Χένινγκ Μανκέλ. Και για να μην ξεχνιόμαστε, ήδη ανακοινώθηκε ότι ο… τεμαχισμός της δημοσιογράφου Κιμ Βαλ θα είναι το θέμα της επικείμενης τηλεοπτικής σειράς «The Investigation», σε σενάριο – σκηνοθεσία του Τομπίας Λίντχομ, από τους σεναριογράφους του επιτυχημένου «Borgen».

Ο Οιδίποδας και ο Ίψεν

Η Δανία είχε τον πρώτο της – επίσημα – συγγραφέα νουάρ από το 1903 ακόμη στο πρόσωπο του Πάλε Ρόζενκραντς, με το «Μυστήριο της λίμνης μέσα στο δάσος / Hvad skovsøen gemte». Εκεί όπου το αστυνομικό μυθιστόρημα, πολύ μακριά από την απλή και απλοϊκή γοητεία της λύσης και της εύρεσης του ενόχου κατά τα πρότυπα της Άγκαθα Κρίστι και των κινηματογραφικών αμερικανικών νουάρ, έβαζε και τον κοινωνικό περίγυρο στο παιχνίδι. Και μία ακόμη παράμετρο για τους ήρωαες, που ανάγκεται στον Τσαρλς Ντίκενς, στον τόσο αισιόδοξο ήρωά του, Γουίλκινς Μικόμπερ (στο «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ») και στην εμβληματική φράση του «Κάτι θα γίνει, θα δεις». Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι οι Δανοί του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, της Μικρής Γοργόνας και του υπαρξιστή Σόρεν Κίρκεγκαρντ, μπορεί να έχει λιγότερο ήλιο (ακόμη και αν, κατά τον Μπο Μιχαέλις είναι οι «Μεσογειακοί της Σκανδιναβίας» ως προς το ταμπεραμέντο), όμως δηλώνουν στις μέρες μας και ως «οι πλέον ευτυχείς» στον κόσμο.

Όμως, ακριβώς αυτό το Nordic Noir, που σήμερα κατά τον Μπο Μιχαέλις βρίσκεται στο ζενίθ και σύντομα θα δει την πρώτη κάμψη η τεράστια και παγκόσμια άνθισή του, ως κατεξοχήν πολιτικό είδος ήρθε να πει ότι «αυτό το σκανδιναβικό ευνομούμενο κράτος προνοίας δεν είναι και ο Παράδεισος επί της γης». Μπορεί να είναι οργανωμένο, αλλά μπορεί όλο αυτό να στερεί και ένα κομμάτι ελευθερίας. Λίγη αμφισβήτηση, λίγη επανάσταση – με αριστερό πρόσημο – για να ανάψουν τα αίματα. Αλλά και ένα ωραίο, μεγάλο κόλπο για να βγει, ίσως και να «διαφημιστεί», ο σκανδιναβικός τρόπος ζωής ως τα πέρατα της γης. Και όπως ξέρουμε, ειδικά από Σουηδούς, ότι μπορεί να πουλήσει σε παγκόσμια κλίμακα, πουλιέται. ΑΒΒΑ, είπατε; «Όλοι πρέπει να ζήσουν όπως ζούμε», είναι το κεντρικό σύνθημα, όπως το θέτει ο Μπο Τάο Μιχαέλις στην κουβέντα μας (χάρη στην Πρεσβεία της Δανίας και την Μαριάνε Κρίστενσεν). Όπως και το «έχουμε μεγάλη επιτυχία, ας την κάνουμε τεράστια, παγκόσμια και να κρατήσει».

Ας μιλήσουμε για την επιτυχία της «τέχνης του σκοταδιού» ή για το Nordic Noir, το νουάρ της Σκανδιναβίας, με τον ειδικό καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, κριτικό βιβλίου και εκδότη Μπο Τάο Μιχαέλις (φωτο: Μαριάνε Κρίστενσεν)

Δεν είναι λίγα όλα αυτά για να ταράξουν την καλοκουρδισμένη λειτουργία της «Πατρίδας του Λαού» / Folkhemmet, όπως την λένε οι Σουηδοί, ύστερα από εκατό χρόνια ευνομούμενης δημοκρατίας και δη σε επίπεδα προτύπου για ολόκληρο τον κόσμο. Το Nordic Noir το κατάφερε αυτό. Ή, αν θέλετε, το αποτύπωσε. «Θεωρώ ότι ο Νορβηγός θεατρικός συγγραφέας Χένρικ Ίμπσεν και, μαζί του, ο Σουηδός Άουγκουστ Στρίντμπεργκ, ήταν, από τον 19ο αιώνα ακόμη, οι θεμελιωτές του Nordic Noir», με ξαφνιάζει ο Δανός ειδικός της ιστορίας μας Μπο Μιχαέλις. «Είναι εκείνοι που βάζουν στο τραπέζι τον ρεαλισμό για την κοινωνία, ακόμη και ευνομούμενη, και τις παθογένειές της, φωνάζοντας όχι πλέον ρομαντισμός».

Δεν σταματάει, όμως, εκεί. «Οι ελληνικές τραγωδίες είναι στην ίδια γραμμή με το Nordic Noir. Παρατηρούν και κριτικάρουν την δημοκρατία στην αρχαία Ελλάδα. «Βλέπουν» τι διαφοροποιεί το Καλό από το Κακό. Απλώς, ο βασιλιάς των Θεών Δίας αντικαταστάθηκε τον 19ο αιώνα από τον Ίψεν. Και ενώ ο – αγαπημένος μου – Ευριπίδης αμφισβητεί με τα έργα του την θέση και την εξουσία των Θεών, το Nordic Noir αμφισβητεί την θέση και την εξουσία των θεών του κράτους. Για να μην σας πω ότι ο Οιδίποδας είναι ο πρώτος ήρωας, που φονιάς και ντετέκτιβ είναι το ίδιο πρόσωπο».

Οι κυρίες και το σεξ

Δεν είναι τυχαίο ότι το Nordic Noir δείχνει να ξέρει τα πράγματα, ως προς την επιβολή του νόμου, «από μέσα». Ο πολυβραβευμένος Νορβηγός συγγραφέας Γιερν Λίερ Χορστ (Jørn Lier Horst, γνωστός για το «Εγκλημα στα φιόρδ») της συζήτησης για το Nordic Noir, στο Ινστιτούτο Γκέτε της Αθήνας, στο πλαίσιο της «Αθήνας 2018 – Παγκόσμιας Πρωτεύουσας Βιβλίου», τις προάλλες, για το Nordic Noir, υπήρξε επικεφαλής του Εγκληματολογικού προτού συστήσει μέσα από τις σελίδες των βιβλίων του – σε 26 χώρες! – τον επιθεωρητή Βίλιαμ Βίστιν. «Είχα βαρεθεί να διαβάζω για ντετέκτιβ που έλυναν φόνους εντελώς χωρίς καμία βοήθεια, μόνιμα τύφλα στο μεθύσι. Ήθελα έναν ήρωα σαν τους αστυνομικούς που θυμάμαι στο Σώμα», δήλωνε ο Χορστ, δημιουργός και της αστυνομικής παιδικής σειράς «Ομάδα Δράσης ΚΛΟΥ» και της σειράς «Υπηρεσία Ντετέκτιβ».

Οι ντετέκτιβ, όμως, δεν είναι μόνον άντρες. «Είδος εν αφθονία» αποτελούν οι δυναμικές γυναίκες που εξιχνιάζουν τα όλο και πιο ωμά, πιο αιματηρά και πιο σαδιστικά εγκλήματα, από όλο και πιο διαταραγμένους δολοφόνους, απέναντι στα οποία ο μάλλον ευαίσθητος Βαλάντερ του Μανκέλ, ας πούμε, καταφέρνει να κρατήσει σώας τας φρένας του. Και το θέμα δεν είναι η εξιχνίαση, όπως στα παλιά αμερικανικά νουάρ και στις βρετανικές ιστορίες μυστηρίου, αλλά το ποιος είναι αυτός που εξιχνιάζει. Ο Βαλάντερ, έχουν πει διορατικοί τηλεοπτικοί κριτικοί για τον ήρωα του Nordic Noir, είναι γοητευτικός γιατί δεν είναι μάτσο και δυνατός, αλλά πιο ευαίσθητος και σε κάνει να ταυτιστείς μαζί του. Ιδού ένα μυστικό επιτυχίας, σαν αυτή των δεκάδων ή και εκατοντάδων εκατομμυρίων αντιτύπων που πωλούν παγκοσμίως οι σταρ του Nordic Noir.

«Η γυναίκα ηρωίδα εδώ είναι σχεδόν αυτιστική», πέριγράφει τα χαρακτηριστικά της ο Μπο Μιχαέλις. «Είναι μοναχική, συχνά απότομη, σκληρή και έτοιμη να σκοτώσει αν χρειαστεί δίχως δισταγμό και χαλαρή – πιο casual – στο θέμα του σεξ, πιο εύκολη όσο και αποφασιστική. Που βρίσκεται το πρότυπό της; Για σκεφθείτε… Στις γυναίκες που έπλασε ο μεγάλος του κινηματογράφου Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Οργισμένες, με τσαγανό, σιωπηλές, σκληρές. Τα στερεότυπα αυτής της ηρωίδας (σ.σ.: όπως το κλισέ της ψηλής, ξανθιάς και εύκολης Σουηδέζας για πάλαι ποτέ ελληνικά «καμάκια» – έχουν πλασθεί έξω από την Σκανδιναβία. Στο σινεμά, ας πούμε. Πρέπει να ξέρετε ότι στην Σκανδιναβία υπάρχουν παραγωγοί που υπολογίζουν μεθοδικά αυτά τα στερεότυπα». Προτού τα βγάλουν, π.χ., στην μικρή ή μεγάλη οθόνη. Ή όταν κληθούν από το Χόλιγουντ για να εφαρμόσουν κι εκεί την χρυσή συνταγή της επιτυχίας τους.

Η αστυνομικός Σάρα Λουντ από την εκπληκτική σειρά «Forbrydelsen» («The Killing»). Στο Nordic Noir κυριαρχούν οι δυναμικές γυναίκες που εξιχνιάζουν τα όλο και πιο ωμά και πιο σαδιστικά εγκλήματα

«Η εκδίκηση είναι κομμάτι του ανθρώπινου μυαλού», είχε εξηγήσει στον Μπο Μιχαέλις πριν από χρόνια η Βρετανή συγγραφέας Π.Ντ.Τζέιμς. «Κι εσείς, οι Σκανδιναβοί, λέτε ότι μπορείτε να λύσετε αυτό το θέμα με τις κοινωνίες σας, που τις χτίσατε έναν αιώνα τώρα». Μια από τις μεγαλύτερες συζητήσεις, που κράτησε (ίσως και κρατεί) χρόνια στη Δανία είναι αν ήταν σωστή η αυτοδικία στην περίπτωση των δοσίλογων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κάποιοι λένε ακόμη «δεν σκοτώσαμε αρκετούς», αλλά τίθενται σαφώς κατά της αυτοδικίας, μου εξηγεί ο Δανός κριτικός βιβλίου και πανεπιστημιακός ειδικός. «Είμαστε σοβαροί εμείς οι Βόρειοι», λέει. «Και η σοβαρότητά μας φαίνεται και στο νουάρ μας, στο οποίο θεωρούμε ότι δεν φτάνει η διασκέδαση της λύσης, ας πούμε, ενός γρίφου ή ενός μυστηρίου αλλά πρέπει να υπάρχει και κάτι παραπάνω». Κοινωνικό, πολιτικό ή κριτικό. Και μου το λέει αυτό, θεωρώντας ότι ήδη ανεβαίνει, με αφετηρία την γαλλική αστυνομική λογοτεχνία που είναι «στα πάνω της», ή την ισπανική, ένα είδος που μας επιστρέφει στο παλιό αμερικανικό ή βρετανικό νουάρ. Με τους μπον βιβέρ γυναικάδες ντετέκτιβ, τις γυναικάρες και την διασκέδαση της λύσης του μυστηρίου και της αναγνώρισης του πραγματικού ενόχου.

Την ώρα που το Nordic Noir έχει, ας πούμε, την κουζίνα του σπιτιού ως τόπο επίλυσης εγκλημάτων και σκιαγράφησης χαρακτήρων όλης της οικογένειας (από την παντρεμένη με παιδιά ντετέκτιβ, που τα προλαβαίνει όλα, έως…). Και την ώρα που οι γυναίκες αναγνώστριές του υπερτερούν των ανδρών. «Οι γυναίκες αναγνώστριες θέλουν ρεαλισμό», μου λέει. Ίσως και ωμότητα. Και λύσεις εδώ και τώρα. Ακόμη και σκληρές. «Ενώ οι άνδρες θέλουν να διαβάσουν για έναν κόσμο που δεν είναι ο δικός τους». Άρα η επιτυχημένη ή μη στροφή στα λιγότερο «κοινωνικά» νουάρ, με τους μπον βιβέρ, με τα εντυπωσιακά αμάξια, ίσως – πλέον – το φέισμπουκ και το ίνσταγκραμ, και με τις εντυπωσιακές γυναίκες, ή στις ντετέκτιβ με την «σχεδόν ανοιχτή σεξουαλική ζωή, που μπορεί να διασχίζει το όριο συνεύρεσης από το ένα φύλο στο άλλο», κρίνεται από την αναλογία του αριθμού γυναικών και ανδρών αναγνωστών. Θα νικήσει η νέα Άγκαθα Κρίστι; Ή η «τέχνη του σκοταδιού» (όπως την έχουν χαρακτηρίσει), την οποία ξέρει πολύ καλά να εξασκεί το Nordic Noir; Το άμεσο μέλλον θα δείξει. Ακούστε τον ειδικό. Κάτι ξέρει…

Info

Στην συζήτηση για το φαινόμενο της παγκόσμιας επιτυχίας του Nordic Noir στο Ινστιτούτο Γκέτε, με συντονίστρια την δημοσιογράφο Μικέλα Χαρτουλάρη, συμμετείχαν: ο Δανός κριτικός και πανεπιστημιακός Μπο Τάο Μιχαέλις (Bo Tao Michaelis), η Ισλανδή δημοσιογράφος Κόλμπρουν Μπεργκθορσντότιρ (Kolbrun Bergthorsdottir), ο Νορβηγός συγγραφέας Γερν Λίερ Χορστ, (Jørn Lier Horst), ο Σουηδός πανεπιστημιακός Καρλ Μπέργκλουντ (Karl Berglund), ο Φινλανδός δημοσιογράφος και κριτικός Γιούκα Πετάιγια (Jukka Petäjä) και ο Νίκος Μ. Γεωργιάδης, οικονομολόγος, εκπαιδευτικός και συγγραφέας της μελέτης «Όψεις της Κοινωνίας και της Πολιτικής στη Σκανδιναβική Αστυνομική Λογοτεχνία» (εκδ. Ηρόδοτος).