612
|

Καλοφάγωτα

Καλοφάγωτα

Όχι, μη σας παραπλανά ο τίτλος του σημειώματος, δεν πρόκειται για ένα ακόμα σχόλιο επί της γνωστής δηλώσεως Πάγκαλου, που έχει πια γράψει τη δική της θλιβερή ιστορία. Βρισκόμαστε ωστόσο στο ίδιο καραγκιοζίστικο κλίμα με την κακόγουστη και απωθητική, εν τέλει, ευχή που απευθύνεται στους συνταξιούχους: «Καλοφάγωτα!». ( Τα συχαρίκια προφανώς στέκουν για τους τυχερούς εξ ημών- μην ξεχνάμε και σε ποιά περίοδο δυσπραγίας είμαστε- οι οποίοι μόλις ειδοποιηθήκαμε πως εγκρίθηκαν και άρχισαν να τρέχουν τα σχετικά εμβάσματα στον τραπεζικό λογαριασμό μας.)

Την άκουσα, λοιπόν, κι εγώ τελευταίως από διάφορους καλοθελητές την άκομψη αυτή παραίνεση, κι ομολογώ ότι μου προκάλεσε ανάμικτα συναισθήματα. Απορία, κατ’ αρχάς. Καλά, πότε έφτασε και για μένα αυτή η ώρα; Ως πριν από λίγο καιρό ούτε που μου περνούσε από το μυαλό ν’ ασχοληθώ μ’αυτό το βιοτικό δεκανίκι, αφοσιωμένος καθώς ήμουν στις ώρες της αυτοδύναμης πυρετώδους δουλειάς και της εξίσου ενθουσιώδους σχόλης. Μελαγχολία, εν συνεχεία. Και να, λοιπόν, που έφτασε. Μου λένε τώρα, άμεσα ή έμμεσα, πως καιρός είναι να κόψω τα πολλά-πολλά και να μείνω μόνο με το παρηγορητικό φαγοπότι. Ας κλείσω ωστόσο και με την πινελιά της αισιοδοξίας: Για να μου εύχονται να’ ναι καλοφάγωτες οι συντάξιμες αποδοχές, πάει να πει ότι έχω δρόμο ακόμα μπροστά μου. Κοτσονάτο και πολύ ορεξάτο μάλιστα εξακολουθούν να με βλέπουν οι καλοί συντοπίτες.

Για να περάσουμε ωστόσο τώρα και στον κοινωνικό σχολιασμό, φαίνεται πως το όνειρο αυτό της καλοφάγωτης σύνταξης έχει σαφή προτεραιότητα στον ύπνο αλλά και στον έρημο τον ξύπνιο της μεγάλης πλειοψηφίας των συμπατριωτών μας. Τώρα καταλαβαίνω το καμάρι της διαγωνιζομένης σ’ ένα τηλεοπτικό παιχνίδι που παρακολουθούσα πριν από μερικά χρόνια, η οποία, απαντώντας στην ερώτηση του παρουσιαστή για την επαγγελματική της κατάσταση, δήλωνε χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό: «Συνταξιούχος». Κι ήταν η αφιλότιμη σαν τα κρύα τα νερά, τριανταπέντε με σαράντα την έκοβα, στην καλύτερή της ώρα, από ερωτική, δημιουργική ή οποιαδήποτε άλλη συνταρακτική άποψη θέλετε. Όχι, δεν έχουμε καμία σχέση σίγουρα με την «κοινωνία των μελισσών», την επιτυχημένη παραβολή που διάλεξε πρόσφατα ο Ντανιέλ Κον- Μπεντίτ, για να προβάλει αφ’ ενός μεν τις συντονισμένες φροντίδες του οίκου μας, αφ’ ετέρου δε τις εντυπωσιακές ικανότητές μας στην επικονίαση του περίγυρου. Ο ελεύθερος δήθεν χρόνος και το παρεξηγημένο «δικαίωμα στην τεμπελιά» απέσπασαν τελικά όλη την προσοχή μας. Πού το όραμα του οξυδερκέστατου εκείνου Ολλανδού μελετητή των καιρών μας, για μία κοινωνία όπου καμία δουλειά δεν θα βγαίνει πέρα όταν δεν τη χαιρόμαστε, αλλά και καμία σχόλη δεν θα μπορούμε να χαρούμε αν δεν την έχουμε προηγουμένως… δουλέψει στο μυαλό μας με περισσή επιμέλεια;

Αυτοί που σκάρωσαν τώρα το ακατονόμαστο βιντεάκι με τα έργα και τις ημέρες της σαφώς άπραγης πλέον κυβέρνησής μας, σαν να μην τους έφταναν οι άλλες χοντρές κοτσάνες που αμολούν κατά συρροή, υπερθεματίζουν κιόλας, οι αθεόφοβοι, στον εθνικό καϋμό των καλοφάγωτων. Δίστασαν βέβαια λιγάκι, ως φαίνεται, να τα ευχηθούν στους τωρινούς δικαιούχους. Όταν όμως θέλεις να πεις τον καλό λόγο, βρίσκεις πάντα τον τρόπο. Παρακολουθούμε, λοιπόν, στο βίντεο και το εξής αμίμητο: «Προχωρήσαμε στην ασφαλιστική μεταρρύθμιση για να εξασφαλίσουμε τις συντάξεις των παιδιών μας» (!). Θεέ και κύριε, ποιό παιδί, τι παιδί είναι αυτό που θα του καρφωθεί η ιδέα πως αντί να στρωθεί με χαρά να δουλέψει, να δημιουργήσει, να γονιμοποιήσει τους γύρω του με τη γύρη που θα μαζέψει από το αστείρευτο απόθεμα ολόγυρά του, προτιμότερο είναι να κάτσει να περιμένει την ευλογημένη ώρα της σύνταξης; Όχι μόνο δεν αλλάζουμε έτσι, κύριοι, παρά βουλιάζουμε όλο και πιο βαθιά στο ίδιο πάντα τέλμα. Κι όχι μόνο δεν στρώνουμε με τις τωρινές «θυσίες» το τραπέζι του αύριο, παρά είναι απολύτως βέβαιο πως, όπως και σήμερα, έτσι και αύριο, ψίχουλα μόνο θα’ χουν να φάνε τ’ ανεπρόκοπα, σύμφωνα με το δικό σας βέβαια σκεπτικό και τις συστάσεις σας, παιδιά μας.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News