Μπον νουί ντελαμαγκιέν
Μπον νουί ντελαμαγκιέν
Εν μέσω μνημονίων, εφαρμοστικού, δακρυγόνων, Ντομινίκ Στρος-Καν και ΠέρναΜπέο (= έτσι μου είπαν ότι λέγεται πια το γηπεδάκι του Κορυδαλλού)..
Ώρα: 6 και τέταρτο το πρωί. Ο ήλιος έχει χαράξει προ πολλού.
Τόπος: ο ακάλυπτος της πολυκατοικίας μου (και άλλων επτά γύρω-γύρω).
Γεγονός: Η φωνή ενός άντρα διακόπτει απότομα τον ύπνο μου: « Σκάσε. Μη μιλάς. Θα στο βουλώσω το στόμα.» Νομίζω πως βλέπω ένα κακό όνειρο. Αλλάζω πλευρό. Η φωνή δυναμώνει. « Θα έρθω κάτω, μαλακισμένη, και θα σε σπάσω στο ξύλο, σκατόγρια. Σκάσε σου λέω». Πάγωσα. Με 2 κινήσεις βγήκα στο μπαλκόνι. Ένας άντρας κοντά στα 30 είναι εκτός εαυτού. Από τον πρώτο όροφο που μένει μοιάζει έτοιμος να πηδήξει στο ισόγειο. Τα μάτια του βγάζουν σπίθες. «Μη μιλάς. Θα φας πολύ ξύλο από μένα. Σκάσε, κωλόγρια του κερατά». Άλλη φωνή δεν ακούγεται. Άλλο σώμα δεν κινείται. Μιλάει μόνος του. Είναι εκτός εαυτού. 5-6 λεπτά κράτησε ο μονόλογός του. Γεμάτος μίσος, ένταση και μπινελίκια.
Κανείς δεν απάντησε. Μόνο ένα γυναικείο ουρλιαχτό ακούστηκε από μακριά και μια άλλη αντρική φωνή να λέει «άσε μας να κοιμηθούμε, ρε φίλε». Πίσω από τις γρίλιες. Μέσα στην ασφάλεια της ανωνυμίας. Αυτός είπε κάνα δυο γαλλικά ακόμα και αποσύρθηκε στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του. Μάγκας, άρχοντας, βασιλιάς. Έλληνας ή ξένος, δεν έχει σημασία. Έδειξε τη δύναμή του, απέδειξε το αντριλίκι του και πήγε να συνεχίσει τον ύπνο του. Ατάραχος.
Το τηλέφωνο απέμεινε στο χέρι μου να περιμένει οδηγίες. Είχα πατήσει το «1», το «0» και; Τίποτα πια. Το έκλεισα. Τι θα έλεγα στην αστυνομία; Ότι θέλω να σώσω τον κόσμο ή την ψυχή μου; Ξανακοίταξα στον ακάλυπτο. Κανείς δεν βγήκε στο μπαλκόνι του να δει τι γίνεται. Κανείς δεν έκανε αυτό το βήμα μακριά από την αδιαφορία και την απάθεια. Ή το βαθύ ύπνο.
Μπον νουί ντελαμαγκιέν, από τα χαράματα κιόλας…
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
