623
| Ρέα Βιτάλη/Protagon

Βόλτα στα χρόνια του κορονοϊού

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 12 Απριλίου 2020, 11:05

Βόλτα στα χρόνια του κορονοϊού

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 12 Απριλίου 2020, 11:05

Μου θυμίζω τον Απόλλωνα. Τις τελευταίες ημέρες ο Απόλλωνας έρχεται συχνά στη μνήμη μου και νοητά τού χαμογελάω και μετά λίγο ψυχοπονάω για το ό,τι μου λείπει. Εχω συνδέσει την παρουσία του με άνοιξη ενώ εξυπακούεται ότι έζησε μαζί μας όλες τις εποχές του χρόνου, για χρόνια και χρόνια. Του είχα μεγάλη αδυναμία. Τόσα σκυλιά πέρασαν από τη ζωή μας… Ο Απολλωνάκος ήταν ξεχωριστός. Μου θυμίζω τον Απόλλωνα όταν μυριζόταν βόλτα και χόρευε στο ίδιο σημείο κάτι, σαν τον χορό των Ινδιάνων. Και μετά επιβεβαίωνε «βόλτα» παρακολουθώντας με, να πιάνω το λουρί του και εκεί πια γινόταν, το «έλα να δεις!». Γέμιζε τον τόπο με σάλια καθώς έσταζε από παντού «λαχτάρα!». Μου θυμίζω τον Απόλλωνα που δεν προλάβαινε αισθήσεις. Ένα ρουθούνι όλο κι όλο!… Για τόσες μυρουδιές, για τόση ομορφιά…

Πώς το λέει το αγαπημένο μου τραγούδι της Φωτεινάρας της Βελεσιώτου; «Θυμάρια ρίχνω στις φωτιές, με τυραννούν οι ομορφιές….». Αυτό το θέμα είχα από μικρό παιδί. «Με τυραννούν οι ομορφιές». Παντού, σε όλα, και στην ασχήμια ακόμα. Θα βρω το τεμάχιον της ομορφιάς που της αναλογεί. Τούτες τις ημέρες για παράδειγμα… Η ευλογία της καραντίνας! Για την ώρα της βόλτας… Ολα χαλάλι! Και ξαμολιέμαι σαν κόπρος σκύλος. Σαν όταν το σκάγαμε από τη μάνα μας στην εφηβεία. Σαν τότε που δεν σκαμπάζαμε! Και καβαλούσα το μηχανάκι μου, εκείνο το μικρό, το κίτρινο, το Honda-κι μου που έκανε σαν κουνούπι και έφευγα…Εφευγα, γενικώς. Είχα την διεγερτική αίσθηση ενός «φεύγω!» και όταν μάλιστα την νύχτα είχε ψοφόκρυο, έτρεχαν τα μάτια δάκρυ που κοκκάλωνε γραμμή οριζοντίως. Γκρινιάξτε όσο θέλετε!… Γι’ αυτή και μόνο την ώρα…

Η ευλογία της καραντίνας! Τι ταχυδακτυλουργικά μεγιστοποίησε τις αισθήσεις! Λειτουργούν στο απόλυτο τιμώντας τον κόσμο, τον αληθινό. Τον προλαβαίνουμε. Πρώτα πάει ο κόσμος και μεις ακολουθούμε πίσω του σαν να παραδεχόμαστε ότι ξέρει καλύτερα τη διαδρομή. Ενώ πριν τρέχαμε ατάκτως, πιο μπροστά και από τη ζωή μας την ίδια.

Προχθές με τράβηξαν από τη μύτη τα άνθη μιας λεμονιάς σε έναν άχαρο δρόμο με όλο κλειστά καταστήματα. Κόλλησα το ρουθούνι μου επάνω της. Εκλεισα μάτια. Δεν υπάρχει, δεν υπάρχει αυτό το άρωμα! Με μαγεύουν και τα αγριολούλουδα. Ακόμα και όταν σκάνε μύτη σε πεζοδρόμια. Οι μαργαρίτες… Οι άσπρες. Μόνο οι άσπρες… Δικές μου! Εκείνο το κίτρινο στο κέντρο τους που γλιστράει τόσο γλυκά και δημιουργεί στα άσπρα φύλλα το δικό του πλαίσιο, έξω από το καθορισμένο πλαίσιο. Ενα «έτσι μ’ αρέσει», όχι ένα «έτσι γουστάρω». Σιχαίνομαι το «έτσι γουστάρω». Τόσα χρόνια, τόσες λέξεις, αυτή, η σιχαμένη μου. Ενώ το «έτσι μ’ αρέσει»;

Μετά έχω τις παπαρούνες. Μου φέρνουν παιδικό χεράκι να τις κρατάει σφιχτά. Τις στραγγαλίζει από πόθο να τις προσφέρει σε κάποια, σε κάποιον «πολύ»! Με την πλεονεξία των παιδιών που υπερτονίζουν «η καλύτερη μαμά», «ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου». Οι παπαρούνες είναι για όποιον, «πολύ»! Και μετά τα χαμομήλια. Δεν χωράει ο νους την ομορφιά του μινιμαλισμού τους. Και ένα σωρό άλλα, τοσοδούλια άλλα. Στο μέγεθος ενός κόκκου ρυζιού, τι μοβ και τι φούξια…Μ΄αρέσει και η θάλασσα. Ιδίως τώρα που δεν κολυμπιέται. Εμένα, που όλο τον χρόνο την κολυμπάω. Αίφνης, πλατωνικός έρωτας. Μπορεί να σε στείλει χειρότερα από τον άλλον. Μ΄αρέσουν και οι ήχοι το βράδυ. Το βράδυ έχει ωραία βόλτα. Κολυμπάω στην ησυχία. Και στερεώνω το αφτί μου στο αυτοκίνητο που θα περάσει. Στο ένα. Είχα ξεχάσει να χαίρομαι το αυτοκίνητο που περνάει όπως το κυνηγούνε παιδιά στο Κάιρο, στην Βομβάη… Και τρέχουν στο πλάι του όλο ευτυχία! Αγαπημένοι μου αναγνώστες. Ο κόσμος αλλιώς. Και μεις…Απόλλωνας. Κόπρος σκύλος.

Πείτε με τρελή, πείτε με υπερβολική, πείτε με «Ρέα», πείτε ότι θέλετε… Πότε θα ξαναέχουμε την ευκαιρία μιας τέτοιας μεγιστοποίησης των αισθήσεων; Μόνο οι άνθρωποι που βγαίνουν από μια αρρώστια… Μέχρι βέβαια να ξεχάσουν ότι αρρώστησαν. Ξεχνάμε ξεδιάντροπα εύκολα οι άνθρωποι. Βρε μήπως η ζωή μας είχε αρρώστια;

ΥΓ : Τα εμφράγματα, λέει, σχεδόν εξαφανίστηκαν. Σώπα!…