878
| Creative Protagon

Τα ντιμπέιτ κρίνονται πλέον στις μονταζιέρες

Τα ντιμπέιτ κρίνονται πλέον στις μονταζιέρες

Τι ρομαντικές εποχές (δεν ήταν, αλλά κάπως πρέπει να αρχίσουμε), τότε που μαζευόμασταν όλη η οικογένεια μπροστά στην τηλεόραση και βλέπαμε ματς, πολιτικές συζητήσεις και προεκλογικές συγκεντρώσεις στην ΕΡΤ…

Σχεδόν μισό αιώνα μετά τη Μεταπολίτευση όλα έχουν αλλάξει. Ακόμη κι αν θέσουμε ως χρονικό ορόσημο το πρώτο ντιμπέιτ στην ΕΡΤ που έγινε το 1996, ανάμεσα στον Κώστα Σημίτη και τον Μιλτιάδη Εβερτ, οι όροι της πολιτικής επικοινωνίας έχουν μεταβληθεί δραματικά στα 27 χρόνια που μεσολάβησαν, με τρόπο που δεν θα μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε.

Καταρχάς, το 1996 ή το 2000 (όταν τον Πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη αντιμετώπισε ο Κώστας Καραμανλής) κανένας από εμάς που έβλεπε τη συζήτηση δεν είχε στα χέρια του smartphone. Και φυσικά δεν υπήρχαν social media.

Αλλη εποχή, άλλοι κανόνες. Στη σημερινή εποχή των πολλαπλών ερεθισμάτων το λεγόμενο attention span των θεατών (ο χρόνος που παρακολουθούμε κάτι με προσοχή) έχει μειωθεί δραματικά. Επίσης όλα γίνονται συνδυαστικά. Ακούμε, βλέπουμε, σκρολάρουμε, ποστάρουμε και κάνουμε like —όλα μαζί ταυτοχρόνως.

Η «γλώσσα» που κάνει πλέον θραύση στην πολιτική επικοινωνία είναι τα λεγόμενα «βιντεάκια» διάρκειας 30 και 40 δευτερολέπτων. Το ενάμισι λεπτό που έχουν στη διάθεσή τους για να απαντήσουν οι αρχηγοί στο ντιμπέιτ είναι πολύς χρόνος για το Facebook, το Twitter, το Instagram και το ΤikTok. Για να κρατήσεις την προσοχή επί 90 δευτερόλεπτα χρειάζεσαι κοφτό μοντάζ με εμβόλιμα ερεθίσματα ηχητικά και οπτικά: αλλιώς ο χρήστης σκρολάρει παρακάτω και τον έχασες.

Οταν η τηλεόραση ήταν μόνο ζωντανή ούτε στην τουαλέτα δεν τολμούσες να πας για να μη χάσεις το γκολ (ή την κρίσιμη φράση). Σήμερα οι πολιτικοί αρχηγοί ξέρουν ότι στη διάρκεια του ντιμπέιτ απευθύνονται σε τηλεθεατές αφηρημένους, που κάνουν ταυτοχρόνως άλλα πράγματα, πχ. διαμορφώνουν στο κινητό τους τον εξοπλισμό ενός αυτοκινήτου ή ψάχνουν αθλητικά παπούτσια. Και ίσως να βρίσκονται ήδη στην αγκαλιά του Μορφέα. Και κοιμούνται ήσυχοι βεβαίως ότι δεν χάνουν και τίποτα. Οχι γιατί το ντιμπέιτ είναι απαραιτήτως βαρετό αλλά γιατί ξέρουν ότι τις… καλύτερες φάσεις θα τις δουν μόλις ανοίξουν ένα σάιτ, το Facebook ή το Twitter.

Το γεγονός ότι οι τηλεθεατές της ζωντανής ροής μπορεί να είναι μισοκοιμισμένοι ή να παίζουν βίντεο γκέιμ στα κινητά τους δεν σημαίνει ότι είναι χαλαρά τα πράγματα για τους συμμετέχοντες στο ντιμπέιτ. Το αντίθετο. Καθόλου χαλαρά δεν είναι. Γιατί την ώρα που εμείς μπορεί να ροχαλίζουμε στον καναπέ, τα βίντεο γράφουν, κάθε λεπτομέρεια διογκώνεται, ενώ τα κομματικά επιτελεία και οι στρατοί των τρολ ετοιμάζουν το δευτερογενές προϊόν για τη μάχη του Διαδικτύου.

Το περιβάλλον δεν είναι εύκολο ούτε για τους δημοσιογράφους. Το ντύσιμο, το χτένισμα, το βάψιμο αλλά κυρίως τα σχόλια, οι αντιδράσεις, ακόμη και το ύφος τους όταν μιλάει ένας αρχηγός χρησιμοποιούνται ήδη από κομματικά τρολ σε βιντεάκια λίγων δευτερολέπτων. «Δες την πόσο απαξιωτικά τον κοιτάει» γράφει πχ. ένα λογαριασμός στο Twitter και βάζει από κάτω την δημοσιογράφο που (…υποτίθεται σχολιαστικά) στραβώνει ανεπαίσθητα το στόμα της. Αρα, σου λέει το τρολ, για να κάνει «μούτες» στον αρχηγό σας, αυτό σημαίνει ότι ο δικός μας είναι καλύτερος.

Ο κάθε συμμετέχων μπορεί σε ένα ντιμπέιτ να κλέψει την παράσταση. Για παράδειγμα, όπως έγραψε ο Πάνος Παπαδόπουλος στο Protagon, εκείνος που ξεχώρισε στο ντιμπέιτ του Σεπτεμβρίου του 2015, προσφέροντας μια αύρα πασοκικής ΕΡΤ των ’80s, ήταν ο δημοσιογράφος Μάκης Γιομπαζολιάς. Ως «quatorzien», ο 14ος συμμετέχων στο τραπέζι κατά την παρισινή παράδοση (για να αποφευχθεί το γρουσούζικό 13) έσωσε την υπερβολικά στρογγυλεμένη βραδιά προσφέροντας πολύτιμες παλιομοδίτικες γωνίες. Το καλτ δηλαδή που της έλειπε.

Καθώς λοιπόν οι αρχηγοί δεν έχουν απέναντί τους μόνο τις κάμερες και τους δημοσιογράφους (στους περισσότερους άλλωστε έχουν μιλήσει μόλις πριν από λίγες ημέρες) αλλά γνωρίζουν ότι καραδοκούν οι μονταζιέρες, προετοιμάζονται και οι ίδιοι για το δευτερογενές προϊόν που θα πουληθεί στα social media. Και σε αυτό το γήπεδο δεν μετράνε η γενική εντύπωση και τα επιχειρήματα που θα αξιολογήσουν οι λεγόμενοι ενεργοί πολίτες που θα δουν την τηλεμαχία. Αρκούν λίγα δευτερόλεπτα, μια ατάκα ή ακόμη κι ένας μορφασμός για να επιτευχθεί το viral -διαστρεβλωμένο ή όχι από την κοπτοραπτική.

Εξάλλου, πέρα από το επίπεδο των μηνυμάτων που θα στείλουν τα γραφεία Τύπου των αρχηγών (ότι ο δικός τους νίκησε ή έκλεψε την παράσταση) υπάρχει και αυτό του (θετικού ή αρνητικού) μηνύματος που τρέχει από μόνο του και μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο αποτελεσματικό.

Προκύπτει όχι μόνο από λέξεις αλλά ακόμη και από την αισθητική: από το χτένισμα ή το βάψιμο (θυμάται κανείς τον Κίμωνα Κουλούρη;). Οτιδήποτε μπορεί να γράψει ως καλτ ή να κάνει τους νέους να «κριντζάρουν». (Ναι, η λέξη δεν υπάρχει στα λεξικά και αφορά αυτό που δείχνει γελοίο ή σε φρικάρει).

Αλλά και το αντίθετο: το ντιμπέιτ είναι ένα καλό γήπεδο για ατάκες που περνάνε στους νέους (ή νομίζουν τα κόμματα ότι περνάνε στους νέους). Για παράδειγμα, ο Δημήτρης Κουτσούμπας κάνει όντως θραύση σε χιουμοριστικά βιντεάκια με μερικές φράσεις του. Και πετυχαίνει ίσως καλύτερο επικοινωνιακό αποτέλεσμα από αυτό που μπορεί να πετύχει -κοπιάζοντας επί μέρες- ο κομματικός μηχανισμός του ΚΚΕ κολλώντας αφίσες. Πώς να μην μπει στον πειρασμό να επαναλάβει την επιτυχία;

Ετσι λοιπόν, όπως οι ποδοσφαιρόφιλοι ξέρουν ότι το ισόπαλο ματς για την πρόκριση κρίνεται στα πέναλτι, έτσι και οι ειδικοί της πολιτικής επικοινωνίας στην εποχή των social media γνωρίζουν ότι μια δομημένη τρίωρη τηλεμαχία κρίνεται στο γκελ του μετά. Οταν το μήνυμα τεμαχιστεί, κοπεί, ραφτεί και πακεταριστεί ώστε να χωράει στη μικρή φόρμα ενός βίντεο το πολύ 40 δευτερολέπτων. Για να μας τραβήξει την προσοχή ανάμεσα στις προσφορές για έπιπλα κήπου και τα παραλειπόμενα της Εurovision.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Διαβάστε ακόμη...

Διαβάστε ακόμη...