736
| CreativeProtagon

Ο μονόλογος του ανοικτόκαρδου ρασοφόρου

Δημήτρης Ευθυμάκης Δημήτρης Ευθυμάκης 13 Φεβρουαρίου 2020, 10:15
|CreativeProtagon

Ο μονόλογος του ανοικτόκαρδου ρασοφόρου

Δημήτρης Ευθυμάκης Δημήτρης Ευθυμάκης 13 Φεβρουαρίου 2020, 10:15

«Σε μια ορεινή κοινότητα με σαράντα γερόντους και γερόντισσες, μου έφεραν στα ξαφνικά και δίχως προειδοποίηση εκατόν σαράντα έφηβους Αφγανούς. Τους λένε ασυνόδευτα παιδιά, αλλά στην πραγματικότητα είναι αγρίμια δεκαπέντε και δεκαέξι χρόνων, που η ζωή τους έμαθε να μην εμπιστεύονται ποτέ κανέναν. Η μικροκλοπή είναι γι’ αυτά τρόπος ζωής, η δε γυναίκα πιστεύουν ακραδάντως ότι δεν αξίζει ούτε μια τρίχα από το κεφάλι τους. Τα πιο πολλά απ’ αυτά είδαν στο χωριό μας χιόνι για πρώτη φορά στη ζωή τους, δεν έχουν ιδέα τι σημαίνει διαβίωση σε χαμηλές θερμοκρασίες.

»Η βλάστηση που υπάρχει τριγύρω τους κάνει τεράστια εντύπωση, όλα τους έχουν γεννηθεί σε ξερά και άνυδρα εδάφη, κανονικοί άνθρωποι της ερήμου. Τα πιο πολλά από αυτά τα παιδιά αντιμετωπίζουν τα ψηλά δέντρα, τις ορεινές υγρασίες, τις ομίχλες και τις δασωμένες περιοχές με χαρά και περιέργεια, υπάρχουν όμως και κάποια που τα φοβούνται όλα αυτά. Η μεγαλύτερη έκπληξη όλων τους, όμως, προέρχεται από το μικρότατο μέγεθος του χωριού όπου τα εγκατέστησαν. Προφανώς, στη χώρα τους τα χωριά ήταν μεγάλα, διότι τα λιγοστά πέτρινα σπιτάκια που βλέπουν γύρω, τους αφήνουν με το στόμα ανοικτό, κι ας έχουν πια κλείσει λίγο καιρό στην περιοχή.

»Ελληνικά δεν μιλούν καθόλου, ούτε έχουν κανένα κίνητρο να μάθουν εδώ που βρίσκονται. Αν είχαν βρεθεί στην Ομόνοια, θα τα μάθαιναν στο άψε σβήσε για λόγους επιβίωσης, αλλά εδώ τι να τους χρησιμεύσουν; Για να ανοίξουν κουβέντα με τα γερόντια; Ασε που πάνε δέκα δέκα, οπότε οι ντόπιοι προτιμούν να τα αποφεύγουν. Φοβούνται λιγάκι οι χωριανοί, αν και ως τώρα δεν είχαμε κανένα κρούσμα, εκτός από κάτι εξαφανίσεις μικροαντικειμένων που αποδόθηκαν στα Αφγανάκια δίχως αποδείξεις. Μια τσάπα που χάθηκε, κάτι ρούχα από απλώστρα που δήθεν εκλάπησαν και άλλα τέτοια χαζά και ανάξια λόγου. Είναι η εύκολη λύση, ξέρετε. Κι εγώ να κλέψω τον γείτονά μου, στα μεταναστάκια θα το ρίξει.

»Μουσουλμανάκια είναι, αλλά στη συμπεριφορά τους εγώ δεν βλέπω κανέναν ιδιαίτερο φανατισμό. Η θρησκευτική τους πεποίθηση επηρεάζει την καθημερινή τους συμπεριφορά, όσο επηρεάζει και η χριστιανική πίστη τα δικά μας έφηβα παιδιά. Καθόλου δηλαδή. Δεν ξέρω βέβαια τι γίνεται στην ψυχή τους κι αν στο μέλλον καταλήξουν τζιχαντιστές, ούτε ξέρω τι τους λένε οι συνοδοί τους εκεί που τα στέγασαν τα παιδιά. Σοβαροί άνθρωποι είναι οι συνοδοί, εμείς στηρίζουμε τις ελπίδες μας σ’ αυτούς να τα έχουν μαντρωμένα και να τα ελέγχουν. Αλλά τι μπορούν να κάνουν κι αυτοί, σε περίπτωση που οι πιτσιρικάδες αποφασίσουν να το σκάσουν ή να οργανώσουν κάτι παραβατικό; Ποιος να τους πιάσει;

»Για να είμαι ειλικρινής, εμείς δεν τα θέλαμε τα Αφγανάκια στο χωριό μας. Τι δουλειά έχουν εδώ πάνω; Αλλά ήρθε ο διευθυντής της αστυνομίας, μας είπε να μην ανησυχούμε, διότι είναι παιδιά απολύτως ελεγχόμενα και διότι αναλαμβάνει αυτός την ευθύνη για τη φύλαξη του χωριού. Δεν είναι παιδιά βέβαια, αλλά μαντράχαλοι, όμως η αστυνομία υπάρχει στο χωριό, αυτό το λέω. Ήρθε και ο δεσπότης και μας είπε να δείξουμε αλληλεγγύη στους νησιώτες μας. Ε, δεν είμαστε και ‘μεις άνθρωποι που κλείνουν με τσαμπουκά δρόμους, κατεβάσαμε τα αυτιά και είπαμε “εντάξει, ας δοκιμάσουμε’’. Και “όχι’’ να λέγαμε δηλαδή, πάλι εδώ θα τα είχαμε, αλλά, τέλος πάντων, φανήκαμε διαλλακτικοί. Ελπίζω να μην το μετανιώσουμε.

»Εμένα αυτό που με ανησυχεί κυρίως είναι η ένταξή τους. Ποια ένταξη; Αν έχω καταλάβει καλά, αυτά θα μείνουν στην Ελλάδα για πάντα. Και τι θα κάνουν; Ελληνικά δεν μαθαίνουν, καμιά τέχνη δεν τους μαθαίνουν, τι θα απογίνουν; Πώς θα ενταχθούν δηλαδή; Ο άνθρωπος για να ενταχθεί πρέπει να δουλέψει και να φτιάξει οικογένεια. Να τα κάνουμε χριστιανούς απαγορεύεται από τις διεθνείς συνθήκες, έτσι μας είπαν. Εγώ αυτό το θεωρώ αίσχος για τις διεθνείς συνθήκες, αλλά μάλλον δεν μου πέφτει λόγος. Αλλά είτε χριστιανάκια είτε μουσουλμανάκια, αν τα ψυχολογώ καλά αυτά τα παιδιά, περιμένουν πότε θα καλοκαιριάσει για να την κοπανήσουν τα μεγαλύτερα και πότε θα μεγαλώσουν τα μικρά να φύγουν κι αυτά. Εδώ νιώθουν εξορισμένα και ξένα, κι ας είναι καλοντυμένα και καλοταϊσμένα.

»Αλλά κι αν μείνουν, σε δυο χρόνια θα έχουμε εδώ εκατόν σαράντα δεκαοκτάρηδες και εικοσάρηδες. Αυτοί θα θέλουν γυναίκα και διασκέδαση, εδώ πάνω πού να τη βρουν; Θα πάθουν παράκρουση. Εχουν κι αυτές τις σκληρές αντιλήψεις για τις γυναίκες, κιλότα βλέπουν κρεμασμένη στην απλώστρα και γυαλίζει το μάτι τους για τη γριά που την άπλωσε. Δεν φταίνε, βέβαια, έτσι μεγάλωσαν, αλλά ξέρω κι εγώ… Τα ‘χουν σκεφτεί άραγε όλα τούτα οι υπεύθυνοι ή μήπως ψάχνουν τώρα να κάνουν τη δουλειά τους κι έπειτα θα μείνουμε εμείς μόνοι με το πρόβλημα;».

Ο μονόλογος αυτός ανήκει στον παπά του χωριού…